Άλλη μία μέρα θα έβγαινε στο φως. Για την Μαριάννα άλλη μία δοκιμασία ξημέρωνε. Τι κι αν ήταν μόλις πέντε χρόνων;
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου φαίνονταν αχνές. Ο ουρανός παρέμενε αφημένος στα πλοκάμια της νύχτας. Σαν να πάλευε ο ήλιος με την σελήνη για το ποιο από τα δύο θα κυριαρχούσε στον ουράνιο θόλο. Πάντα ο πιο δυνατός νικάει.
Το κατάλαβε απότομα και γρήγορα η μικρή για τα καλά. Προερχόταν από μία οικογένεια που ζούσε κάτω από το όριο της φτώχιας. Με το ζόρι εξασφάλιζαν φαγητό για την ημέρα και αυτό προερχόταν από τα συσσίτια της εκκλησίας. Γιατί οι γονείς της δεν ήταν ικανοί ούτε για αυτό. Από την νεαρή τους ηλικία πάλευαν με τις ουσίες. Έκαναν κατά καιρούς φιλότιμες προσπάθειες να απαλλαγούν, αλλά λίγες ήταν οι φορές που το είχαν καταφέρει.
Η Μαριάννα ήρθε στην ζωή όταν η μητέρα της, η Άννα, ήταν μόλις δεκαοχτώ ετών. Οι γονείς της την είχαν διώξει από το σπίτι στα δεκαέξι της. Ο Λουκάς, ο πατέρας της, ήταν μόνο δύο χρόνια πιο μεγάλος από την Άννα. Δύο νέα παιδιά που θα έπρεπε να σπουδάζουν, να κάνουν όνειρα, να δουλεύουν.
Οι κακές παρέες ήταν αυτές που τους οδήγησαν σε έναν καταστροφικό τρόπο ζωής. Από την στιγμή που μπαίνεις σε αυτούς του κύκλους σπάνια ξεφεύγεις. Και η λύτρωση δεν ήρθε ποτέ.
Η Μαριάννα μεγάλωσε μόνη της. Αν δεν ήταν η γειτονιά και η εκκλησία να βοηθήσουν, δεν θα ζούσε τώρα. Πώς έφτασε τα είκοσι, ένα Θεός ξέρει.
Στα δέκα της πέρασε το κατώφλι του ιδρύματος του «Αγίου Ανδρέα». Ήταν ορφανοτροφείο και ίδρυμα ταυτόχρονα, για παιδιά που οι γονείς τους είχαν χάσει την επιμέλεια της ανατροφής τους.
Ούτε που κατάλαβε πώς πέρασαν άλλα δέκα χρόνια μέχρι να φτάσει τα είκοσι.
Η Μαριάννα ήταν μία κοπέλα με όνειρα. Ένα κορίτσι που είχε επιλέξει να ζήσει διαφορετικά από τους γονείς της. Την αγαπούσε την ζωή κι ας δυσκολευόταν.
Όταν γύριζε από το σχολείο, λίγο μετά τα έξι της, περνούσε από το σπίτι της γιαγιάς Μαρίκας. Τι θα έκανε η μικρή αν δεν ήταν αυτή η ξένη γυναίκα να την φροντίζει;
Από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, σπίτι της βρισκόταν. Και η γιαγιά, αφού δεν είχε παιδιά δικά της, την είδε σαν δικό παιδί και εγγόνι μαζί.
Το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, κάθονταν στον καναπέ και την έπαιρνε αγκαλιά. Όσα γλυκόλογα δεν άκουγε από την μάνα της, τα εισέπραττε από την γειτόνισσα. Όταν έπεφτε κάτω και μάτωναν τα γόνατα ήταν άλλη η γυναίκα που της έπλενε τις πληγές. Και πάλι ο Θεός δεν την άφησε. Η πρόνοιά του Μεγάλη. Έτσι πέρασαν άλλα πέντε χρόνια.
Η γιαγιά Μαρίκα ήταν μεγάλη πια. Δεν μπορούσε να πάρει την μικρή στην προστασία της για πάντα. Κι αν τα κατάφερνε προσωρινά, για πόσο καιρό θα την είχε κοντά της; Όταν την προετοίμαζε για τον θάνατό της, χωρίς να θέλει να την τρομάξει, η μικρή την ρώταγε με την παιδική της αφέλεια: «Μα αφού εσύ δεν έχεις τίποτα, καλέ γιαγιά. Μια χαρά σε βλέπω. Άρα δεν υπάρχει λόγος για ανησυχίες. Να φάμε τώρα το γλυκάκι μας; Και μετά να μου πεις καμιά ιστορία από τα παλιά; Τι λες;».
Η Μαρίκα πραγματικά την θαύμαζε την μικρή για την γενναιότητά της και την σοφία της. Γιατί η ζωή να της έχει δείξει την άσχημή της πλευρά από τόσο νωρίς;
Δυστυχώς τα λόγια της γιαγιάς βγήκαν αληθινά. Δεν πέρασαν τρείς μήνες και η ηλικιωμένη γυναίκα δεν υπήρχε πια. Τότε ήταν που η Μαριάννα πέρασε την πόρτα του ιδρύματος.
Η Αμαλία Μακροπούλου, η διευθύντρια, είχε ενημερωθεί για την μικρή και για το δράμα που ζούσε στο σπίτι της. Με το που την αντίκρισε, την συμπάθησε πολύ. Είδε και αυτή το νεαρό κορίτσι σαν δικό της. Το αγάπησε, το αγκάλιασε, το κανάκεψε.
Η Μαριάννα είχε την τύχη να περάσει την εφηβεία της δίπλα σε μία γυναίκα δυνατή, ευαίσθητη, όμορφη. Μια καλλιτεχνική φύση που της έμαθε να αγαπά την ζωή και την τέχνη. Τι κι αν είχε τόσες δυσκολίες να ξεπεράσει; Η μικρή είχε ορκιστεί να μην πέσει στην παγίδα των ναρκωτικών ποτέ της. Ούτε τσιγάρο δεν έβαλε στο στόμα της, σε αντίθεση με τα άλλα κορίτσια που ήθελαν να πειραματιστούν με τσιγαριλίκια πριν πιάσουν τα δεκαπέντε. Το είχε δει το έργο και τις επιπτώσεις του, την κατάντια των γονιών της. Εκείνη δίψαγε για ζωή και η τύχη ήταν με το μέρος της.
Η Αμαλία από την θέση που κατείχε μπορούσε να της προσφέρει το καλύτερο. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι καλές τέχνες. Το πώς βρέθηκε στην θέση αυτή σαν διευθύντρια του ιδρύματος είναι μία άλλη ιστορία. Έκανε κάτι που δεν ήταν στην φύση της. Όμως η λέξη καθήκον δεν της ήταν άγνωστη.
Γύρισε στην πατρίδα της στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής της. Οι γονείς της την είχαν ανάγκη, η περιουσία τους χανόταν. Ποιος άλλος θα έπαιρνε τα ηνία για την διάσωσή του ονόματός τους; Ο κλήρος έπεσε στην Αμαλία σαν μοναδική κόρη και κληρονόμος.
Η νεαρή κοπέλα επέστρεψε και ανέλαβε την διαχείριση των οικονομικών. Το εργοστάσιο παραγωγής υφασμάτων σώθηκε προσωρινά. Εκείνη δεν θέλησε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση και όταν τα χρέη σχεδόν εξαλείφτηκαν, θεώρησε σωστό να πουληθεί η εταιρεία σε πολύ καλή τιμή. Με αυτόν το τρόπο αποκαταστάθηκε το όνομά τους και φυσικά τα χρήματα που έμειναν ήταν υπεραρκετά για την διαβίωσή τους.
Η Αμαλία θα μπορούσε να επιστρέψει στο Παρίσι να συνεχίσει την ζωή της από εκεί που την άφησε, αλλά προτίμησε να μείνει πίσω. Δέχτηκε την θέση της διευθύντριας στο ίδρυμα και έτσι κύλησαν τα χρόνια. Την δέχτηκε γιατί της ξύπνησε μία άλλη πλευρά του εαυτού της. Εκεί στο Παρίσι που ζούσε είχαν δει πολλά τα μάτια της. Οι άστεγοι, οι clochards, ήταν τόσοι πολλοί, στοιβαγμένοι κάτω από τις γέφυρες του Σηκουάνα. Της πόναγε η καρδιά όταν τους έβλεπε να ψάχνουν τα σκουπίδια, να κοιμούνται πάνω σε χαρτόκουτα. Η αλήθεια ήταν ότι της ταίριαζε αυτή η καινούρια θέση γιατί η γυναίκα αυτή έκρυβε πολλές ευαισθησίες μέσα της.
Όταν η Μαριάννα στάθηκε μπροστά της, τόσο μικρή, τόσο φοβισμένη, μία μαχαιριά ένιωσε στην καρδιά της. Πόσο κρίμα να έχει τέτοιους γονείς; Μα σάμπως φταίνε και αυτοί; Τα κυκλώματα είναι τόσο δυνατά, σφίγγουν το θύμα σαν τον βόα που τυλίγεται γύρω από το λαιμό του και μετά αργά αργά το πνίγουν μέχρι να το καταπιούν ολόκληρο.
Η Μαριάννα δεν είχε θυμό για τους γονείς της, αντίθετα τους αγαπούσε και τους δύο. Αυτή την ψυχή την παιδική, την γεμάτη αγάπη, η Αμαλία την διέκρινε αμέσως. Έτσι την ένιωσε σαν δικό της παιδί και της έδωσε ό,τι μπορούσε εκτός της φροντίδας και της θαλπωρής.
Η Αμαλία αποδείχτηκε το καλύτερο παράδειγμα για την μικρή. Την έμαθε να αγαπά την τέχνη. Ένα σπουδαίο εργαλείο για να ξεφύγει απ’ όλα. Η Μαριάννα είχε κλίση στην διακόσμηση γενικά. Το δωμάτιό της ήταν το πιο καθαρό, το πιο προσεγμένο. Ένα λουλούδι στο βάζο, ένα ριχτάρι ριγμένο στο κρεβάτι και ο χώρος άλλαζε στο λεπτό. Πόσο της έφτιανε την διάθεση.
Όταν έκλεισε τα δεκαοκτώ, η Αμαλία την έγραψε σε μία σχολή για να μάθει διακόσμηση και ό,τι άλλο υπήρχε γύρω από αυτό. Της βρήκε την καλύτερη σχολή των Αθηνών. Στην διάρκεια των σπουδών της, η Μαριάννα διέπρεψε. Ο ένας έπαινος διαδεχόταν τον άλλο.
Πρακτική έκανε σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα. Περνούσε ώρες σκυμμένη στα σχέδιά της, κρατούσε σημειώσεις για το τι ζητούσε ο υπεύθυνος του κάθε τμήματος. Οι απαιτήσεις μεγάλες. Το αποτέλεσμα την δικαίωνε κάθε φορά. Η βιτρίνα της ήταν μοναδική σε ύφος, σε λιτότητα, σε μοντερνισμό αλλά και σε επιβλητικότητα. Δεν ξέφευγε ποτέ της από τα προστάγματα της μόδας.
Η επιτυχία της ήταν να κάνει ένα παλτό να φαίνεται σαν αγκαλιά, ένα φόρεμα σαν υπόσχεση. Σκοπός της ήταν να προσελκύει όλο και περισσότερο τα βλέμματα των περαστικών, κυρίως γυναικών, ώστε να τα κάνει να υποκύψουν στον πειρασμό της κατανάλωσης. Όσοι έμπαιναν, που ήταν πολλοί, έβγαιναν ενθουσιασμένοι με τις σακούλες γεμάτες.
Η Μαριάννα είχε πια βρει τον δρόμο της. Από ένα κορίτσι των συσσιτίων, είχε μεταμορφωθεί σε μία κοπέλα που έκανε τον κόσμο να σταματάει μπροστά στις βιτρίνες της. Μα τι διαδρομή!
Όλα αυτά τα όφειλε σε δύο γυναίκες σταθμό της ζωής της. Στην γιαγιά Μαρίκα που την μάζεψε σπίτι της και στην Αμαλία που της στάθηκε σαν δεύτερη μάνα. Που δεν την κράτησε κλεισμένη στο ίδρυμα, που της έδωσε φτερά να πετάξει. Που την έσπρωξε έξω στην ζωή. Η Μαριάννα κατάφερε και έγινε γενική διευθύντρια στο πιο μεγάλο πολυκατάστημα της χώρας.
Η Αμαλία όταν βγήκε στην σύνταξη, γύρισε στο Παρίσι. Δεν θα γινόταν πια η μεγάλη ζωγράφος. Ήθελε τόσο πολύ να επιστρέψει εκεί στην Πόλη του Φωτός, που της μίλαγε στην καρδιά, που την γέμιζε με χρώμα και με ντελικάτα αρώματα.
Το ίδρυμα παρέμεινε στην θέση του. Άλλος διευθυντής, άλλα παιδιά χαμένα, εγκαταλελειμμένα, απελπισμένα.
Η Μαριάννα έμπαινε πρώτη στο κατάστημα και έφευγε τελευταία. Κάθε βράδυ, όταν έπεφτε το σκοτάδι, καθόταν στην άκρη του δρόμου κοιτώντας την δουλειά της από απόσταση σαν ζωγράφος που θαυμάζει από μακριά τον πίνακά του.
Κάθε βράδυ την ίδια ώρα, μια κοπέλα με φθαρμένα ρούχα κοίταζε και εκείνη την βιτρίνα. Τα μαλλιά της χτενισμένα απλά σε μία κοτσίδα. Τα μάτια της θολά, τα χέρια της γεμάτα φουσκάλες κι ας ήταν τόσο νέα.
Δύο γυναίκες, δύο μοναξιές! Η μία θαυμάζει την δουλειά της όσο η άλλη το παλτό. Και οι δύο θέλουν κάτι από την ζωή τελικά. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό. Την παρακολούθησε μία φορά διακριτικά μην την κάνει να φοβηθεί. Η άγνωστη κοπέλα μπαίνει στο ίδρυμα. Ναι, εκεί που η Μαριάννα είχε περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από την ζωή της. Αν είναι δυνατόν η μοίρα να επιφυλάσσει τόσες εκπλήξεις!
Την περίμενε να βγει και την επόμενη μέρα. Να δει πού πηγαίνει. Πόσες θύμισες ήρθαν στο μυαλό της. Πόσο την είχε απορροφήσει η καριέρα και η δουλειά της! Είχε ξεχάσει την ύπαρξη του ιδρύματος, σαν να ήθελε να διώξει το παρελθόν. Αλλά εκείνη ήταν ευαίσθητη, αυτό δεν έφυγε από μέσα της.
Όταν επέστρεψε στο γραφείο της, κάλεσε τον διευθυντή του ιδρύματος. Του συστήθηκε αμέσως και του έδωσε να καταλάβει τον σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η προκάτοχός του στην ζωή της.
«Καλημέρα σας, ονομάζομαι Μαριάννα Λαμπροπούλου. Για σας όμως σκέτο Μαριάννα. Ήμουν κι εγώ τρόφιμος του ιδρύματός σας, όταν διευθύντρια ήταν ακόμη η Αμαλία Μακροπούλου»
«Α, μα φυσικά, η αγαπημένη μου Αμαλία! Ένας σπάνιος άνθρωπος, άφησε ένα τεράστιο έργο σε όλους εμάς. Μα το όνομά σας μου είναι γνωστό. Όλοι μιλάνε για σας, είστε πρότυπο για τα κορίτσια μας. Αλλά σε τι οφείλεται το τηλεφώνημά σας; Είμαι περίεργος να σας ακούσω»
«Κοιτάξτε, κάθε βράδυ μία κοπέλα του ιδρύματός σας στέκεται έξω από την βιτρίνα μου. Την τρώει με τα μάτια της. Είναι τόσο γλυκιά κοπέλα. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για αυτήν, αν το επιτρέπεται»
«Α, κατάλαβα για ποια μιλάτε. Είναι η Έλλη μας. Θα έπρεπε λογικά να είχε φύγει από το ίδρυμα λόγω ηλικίας, καταλαβαίνετε. Αλλά δεν έχει κανέναν στο κόσμο. Έτσι της δίνουμε την ευκαιρία να μείνει μαζί μας λίγο ακόμη μέχρι να σταθεί στα πόδια της. Είναι πολύ καλή και ευγενική. Προς το παρόν δουλεύει σε μία εταιρεία καθαρισμών κτιρίων. Φεύγει από νωρίς το πρωί και επιστρέφει την ώρα που την βλέπετε εσείς»
Η Μαριάννα είχε ακούσει αρκετά. Της έφταναν και της περίσσευαν.
«Ακούστε, θα ήθελα καταρχήν να κάνω κάτι για τα κορίτσια σας. Αύριο, μετά το κλείσιμο των καταστημάτων, περάστε από το μαγαζί. Θα έχω μία έκπληξη για σας. Μετά θα μου επιτρέψετε να απασχολήσω για λίγο την Έλλη. Θέλω να κάνω για αυτήν κάτι ξεχωριστό. Η φλόγα των ματιών της μου θύμισε εμένα στα νιάτα μου. Θέλω να την βοηθήσω όπως και εμένα με βοήθησαν κάποτε. Είμαστε σύμφωνοι;»
«Απόλυτα! Αύριο βράδυ λοιπόν»
Ο Δεκέμβρης μόλις είχε μπει. Ο μήνας της χαράς, των δώρων, της ζεστασιάς. Οι βιτρίνες είχαν φορέσει τα καλά τους, τα στολίδια και τα φώτα είχαν μπει στην θέση τους.
Η Μαριάννα θα έπρεπε να κάνει την πιο εκθαμβωτική βιτρίνα. Και θα το πετύχαινε χωρίς αμφιβολία.
Αντί να κάνει την πιο λαμπερή όμως εκείνη την μέρα, αποφάσισε να την καθυστερήσει για λίγο. Τι κι αν οι ανταγωνιστές της την προλάβαιναν; Δεν την ένοιαζε καθόλου. Θα τους έβαζε στην θέση τους.
Τοποθέτησε 20 παλτά, τα πιο ζεστά, τα πιο μοδάτα. Από την μία πλευρά τα παλτά ενώ από την άλλη έβαλε μία ταμπέλα που έγραφε: «ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ»
Για πρώτη φορά δεν στέκεται έξω για να καμαρώνει το έργο της. Περιμένει με ανυπομονησία να δει τα κορίτσια να μπαίνουν μέσα ένα ένα.
Η Έλλη μπήκε πρώτη. Η Μαριάννα της άνοιξε την αγκαλιά, την έκλεισε μέσα της και της είπε ψιθυριστά στο αυτί: «Τώρα είμαι εγώ για σένα. Δεν έχεις να ανησυχείς για τίποτα»
Η Έλλη την κοίταξε με απορία, αλλά η αγκαλιά της ήταν τόσο ζεστή σαν το παλτό. Την έκανε να ξεχάσει τις έννοιες της και να αφεθεί μέσα σε αυτήν.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
