Μια κουταλιά ευτυχίας

Πάλι αρνητικό. Ήταν η δεύτερη και τελευταία προσπάθεια. Ούτε χρήματα ούτε αντοχές είχαν πια η Ελένη και ο Τάσος. Έκλεισαν μέσα στο στενόμακρο κουτί το τεστ και υποσχέθηκαν να το ξεχάσουν μια και καλή. Ίσως δεν ήταν γραφτό να αποκτήσουν μωρό. Έπρεπε να βρουν τρόπο να συνεχίσουν την ζωή τους. Όσο κι αν ήθελαν να γίνουν γονείς έπρεπε να μάθουν να αγαπούν την οικογένειά τους όπως ήταν.

Γνωρίστηκαν τυχαία όταν έπεσε ο ένας πάνω στον άλλον σε μια καφετέρια. Οι φίλοι του τον πείραζαν ότι ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχαν δει ποτέ και σιγά μην γυρνούσε να τον κοιτάξει. Εκείνη όχι μόνο τον κοίταξε αλλά τον ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά.

Από το πρώτο ραντεβού κόλλησαν και δεν μπορούσαν να περάσουν ούτε μια μέρα χωριστά. Γρήγορα συγκατοίκησαν και από τον πρώτο χρόνο σχέσης ονειρεύονταν ήδη τον γάμο τους. Την οικογένειά τους. Τα παιδιά τους.

Μόλις παντρεύτηκαν άρχισαν οι προσπάθειες. Ένας χρόνος πέρασε χωρίς αποτέλεσμα και απευθύνθηκαν σε ειδικό. Πρώτη εξωσωματική. Δεύτερη εξωσωματική. Πλήρης απογοήτευση. Εν τω μεταξύ πολλοί φίλοι είχαν αρχίσει να απομακρύνονται αθόρυβα. Άφησαν να εννοηθεί ότι τελικά δεν ταίριαζαν σαν παρέα. Ίσως και να το χρησιμοποιήσαν ως δικαιολογία γιατί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την αγωνία που κρύβει μια άδεια αγκαλιά. Το τρέξιμο, την απογοήτευση, τον πόνο. Άλλωστε μόνο όποιος το έχει ζήσει μπορεί να καταλάβει. Ίσως πάλι να ζήλευαν πόσο μονιασμένοι ήταν αυτοί οι δύο και πώς κατάφεραν να μείνουν μαζί μετά από τόσες δυσκολίες. Λίγοι φίλοι έμειναν κοντά τους ως το τέλος. Ήταν εκείνοι που δεν χαίρονταν με τον πόνο τους.

Μερικά χρόνια μετά, η ζωή τους ήταν μια ρουτίνα που είχαν φτιάξει πολύ προσεκτικά ώστε να κρύψουν τις πληγές τους. Ο Τάσος έκανε δύο δουλειές για να μπορεί να στηρίξει οικονομικά το σπίτι τους που ακόμα δεν είχε ορθοποδήσει από τα ιατρικά έξοδα. Η Ελένη δούλευε και αυτή τα πρωινά και την υπόλοιπη μέρα της άρεσε να χώνεται στην μικρή της κουζίνα και να δημιουργεί κάθε λογής φαγητά και γλυκά. Είχε εξασκηθεί τόσο που είχε γίνει εξαιρετική σε ό,τι κι αν έκανε. Ο άντρας της βλέποντας το ταλέντο της και πόσο αγαπούσε την μαγειρική την παρότρυνε να ασχοληθεί επαγγελματικά. Έτσι, η Ελένη πήρε την μεγάλη απόφαση και ακολούθησε ένα νέο δρόμο που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα περπατήσει. Και δεν θα ήταν αυτή η μόνη έκπληξη στην ζωή της.

Είχαν περάσει πια δέκα χρόνια από τότε που φύλαξαν εκείνο το αρνητικό τεστ στο κουτί του. Ο Τάσος γύρισε σπίτι αργά το βράδυ αλλά πρόλαβε να αγοράσει μια όμορφη ανθοδέσμη. Ήταν σίγουρος ότι η γυναίκα του θυμόταν τι μέρα ήταν και θα είχε πέσει σε μελαγχολία. Μπορεί να μην το παραδεχόταν αλλά την ήξερε καλά. Θα είχε βάλει μπρος την κουζίνα για να ξεχαστεί, οι κατσαρόλες θα άχνιζαν, κάτι στον φούρνο θα μοσχομύριζε και στο ψυγείο θα πάγωνε ήδη το γλυκό. Έκλεισε απαλά πίσω του την πόρτα αλλά με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν τον υποδέχθηκαν οι συνηθισμένες μυρωδιές. Κάτι περίεργο υπήρχε στην ατμόσφαιρα. Για την ακρίβεια κάτι μύριζε πολύ άσχημα.

«Αγάπη μου… Γύρισα!», φώναξε διστακτικά.

Με το βλέμμα του επιθεώρησε τον χώρο και μπήκε στην κουζίνα. Όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Όντως οι κατσαρόλες άχνιζαν, κάτι ψηνόταν στον φούρνο και το πυρέξ με το γλυκό ετοιμαζόταν να μπει στο ψυγείο. Η γυναίκα του ψιλόκοβε με ταχύτητα κάποια λαχανικά που πέταξε με μια κίνηση μέσα στην κατσαρόλα πριν την σκεπάσει. Πασπάλισε λίγη τρούφα πάνω από το γλυκό και το έχωσε στο ψυγείο. Έριξε μια ματιά στον φούρνο χωρίς να ανοίξει την πόρτα και τότε σήκωσε τα μάτια της και είδε τον Τάσο να την κοιτάζει απορημένος.

«Γλυκέ μου! Γύρισες; Δεν σε άκουσα. Κάτσε να σου βάλω να φας», άρπαξε ένα βαθύ πιάτο και μια μεγάλη κουτάλα και του σέρβιρε καυτή σούπα κατευθείαν από την κατσαρόλα που έβραζε. «Πες μου αν θέλει κι άλλο αλάτι, ναι;».

Ο Τάσος έκατσε στο τραπέζι που τόσο όμορφα είχε στρώσει η γυναίκα του. Τα κεριά στέκονταν ανάμεσα στα σερβίτσια. Δύο ψηλά ποτήρια περίμεναν να γεμίσουν κρασί όπως πάντα. Ανακάτεψε ανόρεχτα την σούπα και έκανε από μέσα την προσευχή του. Τι στο καλό συνέβαινε; Τι ήταν αυτή η απαίσια μυρωδιά;

«Γιατί δεν τρως; Δεν την πέτυχα;», γέλασε η Ελένη. Πάντα πετύχαινε τα φαγητά της. Ήταν αυτονόητο αυτό.

Ο Τάσος ρούφηξε απαλά την σούπα από το κουτάλι. Δε φοβόταν μην καεί. Είχε καταλάβει ότι η παράξενη μυρωδιά ήταν από την σούπα της.

«Την δοκίμασες, γλυκιά μου;»

«Φυσικά! Τι συμβαίνει; Δεν σου αρέσει;»

«Είναι χάλια!», χοροπηδούσε από χαρά τώρα ο Τάσος. «Το φαγητό σου είναι χάλια! Νιώθεις περίεργα; Δεν έχεις γεύση;».

Η Ελένη σάστισε. Όντως αισθανόταν παράξενα τον τελευταίο καιρό. Όντως σήμερα της φάνηκε άνοστο το φαγητό και έριξε πολλά μπαχαρικά για να καταφέρει να αισθανθεί γεύση.

«Είμαι;»

«Μην πιείς κρασί! Αύριο πρωί πρωί θα πάμε στον γιατρό!»

Μερικούς μήνες μετά, υποδέχθηκαν στην οικογένειά τους ένα μικρό αγοράκι που ήρθε τόσο φυσικά και απρόσμενα. Πάντα θα θυμόντουσαν ότι εκείνο το βράδυ που το ανακάλυψαν, έκατσαν και έφαγαν ένα φαγητό που τελικά δεν ήταν τόσο άσχημο. Αντίθετα, είχε μια κουταλιά ευτυχίας που θα τους άλλαζε την ζωή για πάντα.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading