[Σημείωση: Το παρόν κείμενο βασίστηκε στα γεγονότα του μυθιστορήματός μου «Η εντολή της Κόμισσας» (εμπνευσμένο κυρίως από τον «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ και την «Καρμίλα» του Σέρινταν Λε Φανού) και υπάρχουν αναφορές στο μυθιστόρημα.
Αν σας αρέσει το διήγημα, μπορείτε να βρείτε στο TheBluez.gr κι άλλες ιστορίες (πιο μεγάλες σε έκταση) από το περιοδικό Weird Literature.]
*
Η ένοικος του σπιτιού των Τιοντορέσκου
του Άνγκελ Καλινέσκου
(Τεύχος Νοεμβρίου, 1903, σελ. 3-9)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Όπως κάναμε και τον προηγούμενο μήνα, ξεκινάμε το παρόν Τεύχος με ένα διήγημα η πλοκή του οποίου εκτυλίσσεται λίγα χρόνια πριν, και συγκεκριμένα το 1897. Ο κύριος Καλινέσκου, όπως και σε προηγούμενα κείμενά του που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό μας («Η καλή πράξη του Αουρέλ», Τεύχος Δεκεμβρίου, 1897, και «Η τελευταία θυσία της Ρεβέκκα Ντοντσάνου», Τεύχος Απριλίου, 1899), ασχολείται και στην καινούρια ιστορία του με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά κύριο λόγο σε ένα μέρος της ιδιαίτερης πατρίδας του, το Μπραν της Τρανσυλβανίας. Αν θυμάσαι, αγαπητέ αναγνώστη, το χωριό αυτό είχε καταστραφεί τους πρώτους μήνες του 1897, κι όλη η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία είχε αναστατωθεί. Το πιο παράξενο απ’ όλα ήταν ότι κανείς δε φαινόταν να ξέρει ποιοι ήταν οι υπαίτιοι, οι εισβολείς που είχαν επιτεθεί στο Μπραν (αναφέρθηκαν «άτακτα σώματα επιτιθέμενων» και «ξένοι πράκτορες», αλλά χωρίς να διευκρινίζεται πουθενά από πού προέρχονταν). Πολλά ειπώθηκαν, συλλήψεις και ανακρίσεις έγιναν, φήμες διαδίδονται ακόμα και σήμερα, κι είναι φυσικό να επικρατούν οι δεισιδαιμονίες, ειδικά μάλιστα σε μια περιοχή όπου ένας από τους κυρίαρχους μύθους της είναι οι βρικόλακες (γυναίκες και άντρες).
Το διήγημα είναι καλογραμμένο, αλλά ο τρόμος του υπάρχει κυρίως στις τελευταίες σελίδες. Πιο πριν, διαβάζουμε για μια εύπορη οικογένεια που απλώς καταστρέφεται από τα ίδια της τα μέλη. Ο συγγραφέας, σε σημείωμα που συνόδευε το διήγημα, ανέφερε πως έμαθε για την «παράξενη και δυσάρεστη υπόθεση μιας ευκατάστατης οικογένειας, η οποία ξεκληρίστηκε εν μία νυκτί» που λένε στην Τρανσυλβανία και η οποία «συνδέεται με το Μπραν, λόγω κάποιας άγνωστης μαυροντυμένης γυναίκας που εισέβαλε στο σπίτι και σκότωσε όλους τους ενοίκους, και η οποία, βάσει μαρτυριών, ούρλιαζε κατά των αντρών». Ο κύριος Καλινέσκου, για να γράψει τη δική του ιστορία, επέμεινε να αλλάξει κάποιες λεπτομέρειες, όπως τον αριθμό των μελών της οικογένειας, τα ονόματα και την τοποθεσία της υπόθεσης αυτής, μην τυχόν και μπλέξουν οι άνθρωποι που του μίλησαν για αυτή την περίπτωση. Δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης εκείνης της χρονιάς, και αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι μέχρι σήμερα οι Αρχές της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας είναι αυστηρές ως προς το τι λέγεται για την εισβολή στο Μπραν (άλλωστε, με εκατοντάδες νεκρούς αμάχους και στρατιωτικούς, μα και με την καταστροφή του χωριού, ήταν μεγάλη η ήττα που υπέστη, παρά την τελική της νίκη), νομίζω ότι δικαιολογείται η απόφαση του συγγραφέα.
Πάντως, αγαπητέ αναγνώστη, δεν ξέρω ποια είναι αυτή η μυστηριώδης γυναίκα στην οποία αναφέρεται ο κύριος Καλινέσκου, αλλά προσωπικά θα ήθελα να την γνωρίσω. Νομίζω ότι θα κάναμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Μίνα Έιμς
Οι εναπομείναντες συγγενείς του ευκατάστατου Καταλίν Τιοντορέσκου, δηλαδή οι τρεις γιοι του, έμειναν τον Μάρτιο του 1897 χωρίς γονείς, αφού η μητέρα τους, η Ιονέλα, πέθανε μόνη στο μεγάλο κρεβάτι που μοιραζόταν κάποτε με τον σύζυγό της, στο διώροφο σπίτι τους, κοντά στον ποταμό Κρίσουλ Ρέπεντε, στο κέντρο της Οραντέα (Νατζβάραντ για τους Ούγγρους).
Ήταν ένα κτίσμα που πολλοί κάτοικοι το ζήλευαν. Είχε πανέμορφη πρόσοψη, περίτεχνα μπαλκόνια και ψηλό ταβάνι. Οι χώροι του ήταν άνετοι και στολισμένοι με πανάκριβα έπιπλα, ενώ το υπηρετικό προσωπικό κάποτε αριθμούσε τουλάχιστον πέντε μέλη, όλα ευπρεπώς ενδεδυμένα καθημερινά. Ήταν ένα σωστό παλάτι, κατά το κοινώς λεγόμενο, όπως και άλλα κοντά σε αυτό (οι Τιοντορέσκου δεν ήταν οι μοναδικοί εύποροι μεγαλέμποροι στην περιοχή).
Οι γιοι της Ιονέλα, αρκετά μεγάλοι πια και παντρεμένοι, ζούσαν σε άλλα σημεία της Οραντέα, αλλά ο ένας εξ αυτών, ο Τσιπριάν, μεγαλύτερος ηλικιακά από τον Σιμόν και τον μικρότερο από τους τρεις, τον Καταλίν (ή Καταλινούτς, όσο ήταν εν ζωή ο πατέρας, που σημαίνει μικρός Καταλίν), επισκεπτόταν συχνά την μητέρα τους, κάτι που δεν άρεσε ιδιαίτερα στους άλλους δύο και τις συζύγους τους, καθότι σκέφτονταν ότι ο Τσιπριάν προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοιά της και ό,τι αυτό συνεπαγόταν αναφορικά με την περιουσία. Μπορεί να είχαν ψυχρανθεί οι σχέσεις των γιων με τους γονείς τους εδώ και χρόνια, και γι’ αυτό είχαν φύγει από το σπίτι ένας-ένας όταν παντρεύτηκαν, όμως συνέχιζαν να δουλεύουν στους ατμοκίνητους μύλους, όπου εξήγαγαν αλεύρι υψηλής ποιότητας στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Ο λόγος που ο Τσιπριάν πήγαινε στην μητέρα του τους τελευταίους μήνες της ζωής της ήταν γιατί εκείνη, μετά τον θάνατο του άντρα της, άρχισε να μαραζώνει ολοένα και πιο πολύ, και να χάνει σταδιακά την λογική που κάποτε είχε, με αποτέλεσμα να διώχνει τους υπηρέτες με τους απότομους και παράλογους τρόπους της. Από τον Αύγουστο του ’96 μέχρι και τον Γενάρη του ’97, το «παλάτι των Τιοντορέσκου» έχανε μία προς μία τις ψυχές που το απάρτιζαν, μέχρι που έμεινε μόνη της η Ιονέλα με τα δακρυσμένα μάτια, τα λιγοστά λευκά μαλλιά της (καθότι τα τραβούσε συνεχώς όταν «χανόταν» στις σκέψεις της) και το αδύνατο κορμί της, που πλέον το έκρυβε μόνιμα κάτω από ένα πανωφόρι και το νυχτικό της.
Δεν πήγαινε πουθενά η Ιονέλα κι είχε αφήσει τη διαχείριση των μύλων στους γιους της, ειδικά στον Τσιπριάν, κυρίως λόγω του ότι ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας. Άλλους συγγενείς δεν είχαν οι Τιοντορέσκου, οπότε, αν κάποιος θα ενδιαφερόταν για εκείνο το σπίτι και την ιδιοκτήτριά του, η οποία κατείχε και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του Καταλίν, αφού αυτός, έπειτα από την προδοσία των γιων του, την είχε ορίσει μοναδική κληρονόμο του.
Ο Καταλίν είχε επιτρέψει στους γιους του να δουλεύουν για αυτόν, με ελαφρώς παραπάνω δύναμη από το λοιπό προσωπικό, αλλά ουσιαστικά τους αντιμετώπιζε όπως όλους τους άλλους, γεγονός που συζητιόταν ανάμεσα στους εργάτες και στην πόλη, ενώ έκανε τις σχέσεις των παιδιών (και των δικών τους οικογενειών) με τους γονείς τους όλο και πιο απόμακρες. Μέχρι που πέθανε ο Καταλίν Τιοντορέσκου το καλοκαίρι του ’96 και όλοι πίστεψαν ότι μπορεί η Ιονέλα να προσπαθούσε να φέρει κοντά τους γιους της, τις συζύγους και τα παιδιά τους (τα εγγόνια της), αλλά εκείνη είχε διώξει ακόμα και τους υπηρέτες της με τη συμπεριφορά της. Ο Τσιπριάν, όμως, έπειτα και από υπόδειξη της συζύγου του, είχε δοκιμάσει να επισκέπτεται την μητέρα του. Χρειάστηκαν κάνα δυο μήνες, αλλά τελικά κατάφερε να επαναφέρει κάπως τη σχέση τους, ενώ μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου του ’97 πήγαινε μέρα παρά μέρα.
Οι άλλοι δύο γιοι, ο Σιμόν και ο Καταλίν, στην αρχή δεν το είχαν καταλάβει, μιας και δεν πήγαιναν στο πατρικό τους τα τελευταία δύο χρόνια ούτε καν στις επίσημες γιορτές. Άλλοι εργάτες τους είχαν ενημερώσει για τις κινήσεις του μεγαλύτερου αδερφού τους, για το τι έκανε όταν έλειπε από τους μύλους ή κάποια βράδια. Εκείνοι ενημέρωσαν τις συζύγους τους, κι αυτές, σε μια από τις ελάχιστες φορές που συμφώνησαν σε κάτι, αποφάσισαν να παρακολουθήσουν το πατρικό. Διαπίστωσαν πως πράγματι ο Τσιπριάν, ντυμένος με τα πιο απλά ρούχα που είχε, εμφανώς κουρασμένος από το αργό περπάτημά του, πήγαινε εκεί, κάποιες φορές φορτωμένος με πράγματα. «Άργησε να βγει», είπαν. «Από το σπίτι δεν ακουγόταν τίποτα, ενώ δεν είδαμε κανένα φως, κάτι που ήταν αλλόκοτο, βέβαια, όμως είναι και μικρής σημασίας. Αυτό που μετράει είναι ότι ο Τσιπριάν έχει πλησιάσει πολύ την Ιονέλα».
Ο Σιμόν και ο Καταλίν, που θεωρούσαν ότι ήταν έξυπνοι και αποζητούσαν κι αυτοί να μπουν στη διαθήκη της Ιονέλα, βρήκαν τον Τσιπριάν ένα πρωινό του Μαρτίου του ’97 στο γραφείο της επιχείρησης και ξεκίνησαν τις κατηγόριες απέναντί του. Δεν τους ενδιέφερε καθόλου που ο αδερφός τους έμοιαζε να έχει αδυνατίσει πολύ και να έχει χλομιάσει το δέρμα του, ούτε το ότι βαριανάσαινε σαν να έπασχε από κάποια ασθένεια των πνευμόνων. Απλά, ρίχτηκαν εναντίον του. Εκείνος ελάχιστα προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
Όταν έφυγαν από το γραφείο, ο Καταλίν είπε στον Σιμόν να πάνε στο πατρικό τους. Έπρεπε να μιλήσουν με την μητέρα τους, κι ίσως να της έλεγαν ότι ο Τσιπριάν δε βάλθηκε ξαφνικά να νοιάζεται για εκείνη, παρά αυτό που αποζητούσε ήταν η περιουσία της. Πήγαν το ίδιο βράδυ. Βρήκαν το σπίτι τους, το πάλαι ποτέ ξακουστό παλάτι, σε κακά χάλια: βρομούσε κι ήταν παραμελημένο, γεμάτο σκόνη και αράχνες. Το κρύο ήταν τσουχτερό εκεί μέσα. Σκοτάδι παντού. Έψαξαν και βρήκαν κεριά από μελισσοκέρι (που μόνο οι εύποροι κάτοικοι έχουν) και τα άναψαν για να βλέπουν.
Η μητέρα τους σάστισε όταν τους είδε. Ήταν στο ισόγειο σαλόνι, εκεί που κάποτε φιλοξενούσαν ξακουστές συναθροίσεις. Εκείνοι τρόμαξαν από την εμφάνισή της. Νόμιζαν ότι το σπίτι τους το είχε καταλάβει κάποια από τις κακάσχημες γριές μάγισσες των τοπικών μύθων: η καμπουριασμένη Μπάμπα Κλοάντσα με τεράστια δόντια, ή η Μούμα Πεντούριι που απαγάγει παιδιά που παρακούν τους γονείς τους. Κι από το πώς τους μίλησε (και κυρίως, από το πώς τους περιγέλασε) η μητέρα τους, σκέφτηκαν ότι δεν είχαν κάνει και μεγάλο λάθος στην αρχική εντύπωσή τους για εκείνη. Προσπαθούσε να τους διώξει. Δεν ήθελε να ακούσει το παραμικρό από αυτούς. «Έχω δουλειά» τους έλεγε και τους ξανάλεγε. «Φύγετε από το σπίτι μου». Και κινούσε προς την πόρτα του υπογείου, αλλά δεν την άνοιγε. Δεν θα την άνοιγε αν εκείνοι δεν έφευγαν πρώτα, κάτι που, φυσικά, δεν πέρασε απαρατήρητο από τους γιους της. Κι όταν εντέλει έφυγαν, αφήνοντάς την στο σκοτάδι (εφόσον έσβησαν το μοναδικό φως), αποφάσισαν πως θα έκαναν το σπίτι φύλλο και φτερό. Μέχρι τα θεμέλια θα έφταναν, για να βρουν τι έκρυβε η γριά μάγισσα (έτσι την αποκαλούσαν πλέον).
Μετά από μερικές μέρες, η Ιονέλα βρέθηκε νεκρή στην κλίνη της. Ο Τσιπριάν την ανακάλυψε κάτω από τα σκεπάσματα: δεν ανέπνεε. Ενημέρωσε έναν γιατρό και έστειλε ένα παιδί να πάει πρώτα στους μύλους και να αναγγείλει στα αδέρφια του το γεγονός, αλλά και στο σπίτι του για να το μάθει η δική του σύζυγος. Ο Σιμόν και ο Καταλίν ήρθαν εσπευσμένα, συνοδευόμενοι από τις γυναίκες τους. Ο γιατρός επιβεβαίωσε τον θάνατο, και η υπόθεση δρομολογήθηκε για τα πρέποντα της κηδείας και της ταφής. Αρχικά, οι δύο μικρότεροι γιοι δεν ήθελαν να ακολουθηθεί όλη η διαδικασία μιας μεγαλοπρεπούς τελετής, όπως άρμοζε σε έναν πλούσιο κάτοικο, αλλά ο Τσιπριάν, εξαντλημένος και φανερά εκνευρισμένος, τους μετέπεισε, υποσχόμενος ότι θα λάβαιναν μεγάλο μέρος της περιουσίας. Τέσσερις μέρες μετά, η Ιονέλα αναπαυόταν στον οικογενειακό τάφο των Τιοντορέσκου στο κεντρικό νεκροταφείο της Οραντέα.
Το ίδιο βράδυ της ταφής, ο Καταλίν και ο Σιμόν πήγαν κρυφά στο πατρικό. Από την κουβέντα που έκαναν νωρίτερα με τον Τσιπριάν, κατάλαβαν ότι μπορούσαν να πάρουν ό,τι ήθελαν από την περιουσία, εκτός από το σπίτι. Εκείνοι, όπως και οι σύζυγοί τους, επιθυμούσαν να το πουλήσουν, καθότι μετά την τελευταία επίσκεψή τους θεωρούσαν ότι θα ήταν προσβολή για την οικογένεια να έχει αυτό το τεράστιο μαυσωλείο και να το αποκαλεί πατρικό σπίτι. Ο Τσιπριάν αρνήθηκε, ξανά και ξανά. Τους έταξε όλη την υπόλοιπη περιουσία, που θα επαρκούσε για να ζήσουν πλουσιοπάροχα μέχρι και τα εγγόνια τους σχεδόν, αρκεί να μην άγγιζαν το «παλάτι των Τιοντορέσκου». Τους φάνηκε πολύ περίεργη η συμπεριφορά του, κάτι που σχολιάστηκε ακόμα και από τη σύζυγό του, η οποία μάλιστα (όταν ο Τσιπριάν αποχώρισε για λίγο από το τραπέζι) παραδέχτηκε ότι ο άντρας της εδώ και πολλές μέρες δεν κοιμάται καλά, ότι παραμιλάει στον ύπνο και πως έχει γίνει πολύ αδύναμος. Τουλάχιστον το τελευταίο το είχαν καταλάβει ήδη και ο Σιμόν με τον Καταλίν, αλλά ποσώς τους ενδιέφερε τι είχε πάθει ο Τσιπριάν, ο περίφημος πρωτότοκος γιος των Τιοντορέσκου. Τους ενδιέφερε μόνο να πάρουν την περιουσία και να ξεφορτωθούν το σπίτι, αλλά αφού πρώτα το αδειάσουν από ό,τι πολύτιμο είχε, χρυσαφικά της Ιονέλα κυρίως.
Στο ισόγειο, λοιπόν, άναψαν ξανά τα ίδια κεριά που είχαν βρει και πριν από μέρες, αλλά αυτή τη φορά είχαν φέρει και δικές τους λαμπτήρες, όπως και ακριβούς δερμάτινους χαρτοφύλακες ασφαλείας που είχαν εσωτερικές κλειδαριές – οι σύζυγοί τους πρότειναν να τους πάρουν μαζί, μην τυχόν και οι τσέπες στα πανωφόρια και στο παντελόνι του καθενός δεν επαρκούσαν. Το σπίτι ήταν ήσυχο, σκοτεινό και κρύο, και μύριζε κλεισούρα. Δεν το είχαν ανοίξει καθόλου, ούτε καν για να επισκεφτούν άλλοι την αποθανούσα, μιας και την μητέρα τους την είχαν μεταφέρει αμέσως μετά τα διαδικαστικά που επέβαλλε η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία στο σπίτι του Τσιπριάν.
Ο Σιμόν και ο Καταλίν αντάλλαξαν μερικές ματιές, καθότι ένιωθαν άβολα, όχι επειδή είχαν εισβάλλει στο σπίτι, ούτε για τον λόγο που είχαν έρθει, μα γιατί θυμούνταν πώς ήταν η Ιονέλα όταν την είχαν δει πριν πεθάνει (γριά μάγισσα). Σε συνδυασμό με τον άδειο από ψυχή χώρο του μεγάλου σπιτιού, το μυαλό του καθενός έκανε επικίνδυνα ταξίδια. Ένιωθαν να είχαν μπλέξει σαν τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ από εκείνο το γερμανικό παραμύθι που τους διάβαζαν κάποτε οι δάσκαλοί τους. Παρότι το ήξεραν τούτο το σπίτι, τώρα, παρατηρώντας τη βρομιά και την σκοτεινιά του, νιώθοντας στο πετσί τους την κρύα ανάσα του, ανησυχούσαν πραγματικά.
Τότε η πόρτα πίσω τους άνοιξε και είδαν τον Τσιπριάν να μπαίνει στο σπίτι. Περπατούσε νωχελικά και έμοιαζε να ταλαιπωρείται η πλάτη του από μια καμπούρα που μεγάλωνε κάτω από το δέρμα του. Τα ρούχα του ήταν παλιά, βρόμικα. Δεν θύμιζε επ’ ουδενί εύπορο κάτοικο της Οραντέα. Έμοιαζε σαν να είχε τελειώσει το μεθύσι του σε κάποιο καφενείο ή σε μπιραρία. Ήταν αξιολύπητος.
Βλέποντάς τους, αντί να απορήσει, ο Τσιπριάν χαμογέλασε. «Έπρεπε να το περιμένω» σχολίασε, κοιτώντας τους κατάματα.
Ο Καταλίν του είπε ότι είχαν έρθει για να κάνουν μια εκτίμηση για το πόσο θα κόστιζε το σπίτι αν το πουλούσαν, αλλά δεν τον έπεισε. «Και τους χαρτοφύλακες τι τους χρειάζεστε ακριβώς;» ρώτησε ο Τσιπριάν. Τότε ο Σιμόν μπήκε μπροστά από τον μικρότερο αδερφό του. Ήταν θυμωμένος. «Άκουσε, αδερφέ, το σπίτι ανήκει σε όλους. Θα κάνουμε ό,τι θέλουμε, τ’ ακούς; Μην προσπαθήσεις να μας σταματήσεις, δεν θα τα καταφέρεις. Μετά βίας σε κρατάνε τα πόδια σου, καημένε πρωτότοκε». Ο Τσιπριάν ρώτησε «Θα με χτυπούσες, Σιμόν;» Κι ο Σιμόν απάντησε «Αν με αναγκάσεις, ναι». Τσιπριάν: «Εσύ Καταλίν;» Κι ο Καταλίν, που είχε αναθαρρήσει: «Ναι, θα σε χτυπούσα, Τσιπριάν».
«Πολύ καλά, λοιπόν» απάντησε ο Τσιπριάν. «Τι θα λέγατε να ξεκινήσουμε την… εκτίμηση και το άδειασμα του σπιτιού από το υπόγειο; Από τα κάτω προς τα πάνω; Να φύγουν γρήγορα τα πιο παραμελημένα σημεία;…»
«Γιατί όχι;» είπε ο Καταλίν. «Έτσι δεν είναι, Σιμόν;»
«Έτσι είναι. Εσύ, όμως, πρωτότοκε, θα καθίσεις εδώ» είπε ο Σιμόν. «Δεν σε θέλουμε μες στα πόδια μας, κατάλαβες;»
«Ναι, φυσικά, φυσικά» σήκωσε τα χέρια του ο Τσιπριάν. «Θα καθίσω εδώ». Πήγε και κάθισε σε έναν από τους ακριβούς και πολύ σκονισμένους καναπέδες. «Κάντε ό,τι νομίζετε».
Οι άλλοι δύο άνοιξαν την πόρτα του υπογείου και κατέβηκαν τα σκαλοπάτια, όσο ο Τσιπριάν σηκωνόταν και πήγαινε στο ντουλάπι όπου ο πατέρας του είχε κρυμμένη τη βότκα και τα άλλα ποτά. Πήρε ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι, το άνοιξε και κάθισε ξανά στην θέση του, κι άρχισε να πίνει σιγά-σιγά.
Όταν άκουσε την πρώτη κραυγή, έκλεισε τα μάτια. Στη δεύτερη φωνή, την πιο επιτακτική, την πιο παρακαλετή, ο Τσιπριάν ένιωσε το ποτό να τον ανακουφίζει, να τον χαλαρώνει. Ποδοβολητά και, ήταν σίγουρος, φτερουγίσματα μιας νυχτερίδας που κυνηγούσε τα θηράματά της. Ήξερε τι αισθάνονταν οι άλλοι δύο εκεί κάτω: αρχικά έκπληξη στην θέα μιας όμορφης γυναίκας, ύστερα κάποιο θαυμασμό… μετά, βλέποντας τα τρομαχτικά μάτια της και τα σκυλίσια δόντια της, θα ένιωθαν τρόμο, πανικό. Κι έπειτα, μια αγκαλιά από την οποία δεν μπορούσαν να αποδράσουν και ένα φιλί στον λαιμό που τους απομυζούσε το αίμα και την ύπαρξή τους. Τα ίδια είχε βιώσει η μητέρα του, τα ίδια κι εκείνος. Από τις αρχές του μήνα που είχε έρθει αυτή η μυστηριώδης γυναίκα με το χλομό δέρμα και την κακιασμένη φωνή, το πάλαι ποτέ μεγαλόπρεπο σπίτι, το «παλάτι των Τιοντορέσκου», είχε γίνει δικό της. Πότιζε το σώμα της με το αίμα της Ιονέλα και μετά, όταν αυτή είχε γίνει πολύ αδύναμη και γερασμένη, ανέλαβε να την κρατάει ζωντανή ο Τσιπριάν, χάνοντας ο ίδιος την ζωή του σταγόνα προς σταγόνα, όπως άδειαζε τώρα αυτός το μπουκάλι με τη βότκα. Οι άλλοι δύο δεν ήξεραν τι υπήρχε στο υπόγειο, ούτε τι θα συνέβαινε αν αποκάλυπταν στις Αρχές την παρουσία αυτής της δαιμόνισσας: είχε απειλήσει την Ιονέλα και τον Τσιπριάν πως θα έβρισκε όποιον άνθρωπο νοιάζονταν και θα τον σκότωνε, έτσι και έλεγαν σε άλλους ότι αυτή είχε καταλάβει το πατρικό των Τιοντορέσκου. Δεν είχαν κανένα λόγο να την αμφισβητήσουν. Τα αιχμηρά δόντια της και τα σκοτεινά μάτια της, καθώς και η αφύσικη δύναμή της, ήταν αρκετά για να τους πείσουν, και να γίνουν δούλοι της.
Οι φωνές σταμάτησαν και το μπουκάλι έπεσε από το αδύναμο χέρι του Τσιπριάν. Το ποτό τον είχε χαλαρώσει πάρα πολύ τώρα, και μπορεί να αποκοιμιόταν στον βρόμικο καναπέ, αν δεν άκουγε βήματα να ανεβαίνουν τα σκαλιά του υπογείου. Άνοιξε τα μάτια μια δυο στιγμές αργότερα και είδε να στέκει από πάνω του η χλομή νεαρή γυναίκα, που φορούσε μόνιμα ένα μαύρο ολόσωμο ρούχο. Τον κοιτούσε με μίσος, ίσως και απέχθεια. Ο Τσιπριάν αναρωτήθηκε αν θα τον σκότωνε επιτέλους, όπως είχε κάνει με τους αδερφούς του. Την παρατηρούσε θολά, ενώ το μυαλό γύριζε σαν ρόδα κάρου μες στο κεφάλι του. Περίμενε να τον φιλήσει μια τελευταία φορά, την οριστική.
Αλλά εκείνη είπε «Δε σε χρειάζομαι πια. Με υπηρέτησες πιστά, όπως πρέπει να κάνει κάθε άντρας για μια γυναίκα, κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που θα σε αφήσω να ζήσεις».
«Η…» Ο Τσιπριάν έβηξε, για να καθαρίσει τον λαιμό του. «Η οικογένειά μου… Τα παιδιά των αδερφών μου… Σε παρακαλώ, μην τους βλάψεις».
Η δαιμόνισσα χαμογέλασε και έφυγε, χωρίς να απαντήσει.
Ο Τσιπριάν έκανε να σηκωθεί, μα το κορμί του σωριάστηκε ξανά στον καναπέ. Έμεινε εκεί. Έκλαψε εκεί. Προσευχήθηκε εκεί.
Κι όταν το πρωί ήρθε η γυναίκα του στο πατρικό, βρήκε την πόρτα μισάνοιχτη και τον άντρα της να κοιμάται βαθιά. Στράφηκε και πρόσεξε την πόρτα του υπογείου που έχασκε.
Πριν έρθει το μεσημέρι, το σπίτι κοντά στον ποταμό Κρίσουλ Ρέπεντε είχε γεμίσει αστυνομικούς. Το ίδιο απόγευμα ο Τσιπριάν Τιοντορέσκου ανακρινόταν για τα πτώματα των αδερφών του. Οι αξιωματικοί με τους οποίους μίλησε αποφάσισαν ότι αυτός είχε σκοτώσει τον Σιμόν και τον Καταλίν. «Είναι τρελός» ψιθύρισε ο ένας εξ αυτών. «Μιλάει για μια δαιμόνισσα που πίνει αίμα». Κι ο άλλος του είπε «Θα άκουσε τις βλακείες που λένε για το Μπραν. Θα νομίζει ότι έχουμε βαμπίρ στην Τρανσυλβανία». Και γέλασαν.
Και κάπου αλλού, πολύ μακριά, μια νυχτερίδα φτεροκοπούσε υπό το σεληνόφως.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Άνγκελ Καλινέσκου γεννήθηκε στην Κλουζ-Ναπόκα της Τρανσυλβανίας το 1865, αλλά εργάζεται ως γραμματέας σε δικηγορικό γραφείο της Βουδαπέστης, όπου ζει με την σύζυγό του. Στον ελεύθερο χρόνο του, γράφει μικρές ιστορίες μυθοπλασίας που εκτυλίσσονται σε διάφορες περιοχές της πατρίδας του.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου. Επίσης, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
