Η Ραφαέλα μπήκε στο σπίτι στις οκτώ παρά δέκα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε εκεί, με την πλάτη ακουμπισμένη πάνω της.
Ήταν από εκείνες τις μέρες που δεν ήθελε τίποτα…
Ούτε να μιλήσει.
Ούτε να εξηγήσει.
Ούτε να ακούσει.
Ήθελε μόνο να βγάλει τα παπούτσια της και να αφήσει τη μέρα έξω από την πόρτα.
Οκτώ ώρες στο σχολείο, μία ώρα στον δρόμο, άλλη μία για να επιστρέψει. Ο μισθός δεν έφτανε ούτε για να δικαιολογήσει την κούραση κι όμως, την επόμενη μέρα θα ξυπνούσε ξανά.
Γιατί έτσι ήταν η Ραφαέλα… Ακόμα κι όταν κουραζόταν, συνέχιζε.
Σπουδές στη σχολική ψυχολογία. Σεμινάρια κηροπλαστικής. Pilates. Δημιουργική γραφή. Πράγματα που αγαπούσε, πράγματα που ήθελε να μάθει, πράγματα που αρνιόταν να αφήσει πίσω επειδή «δεν προλάβαινε».
Και ο Πάρης; Ο Πάρης είχε τρεις επιχειρήσεις. Δύο πρωινές και μία βραδινή. Τρεις διαφορετικοί κόσμοι που ζητούσαν από εκείνον να είναι παρών.
Είχε κι εκείνος σπουδές που συνέχιζε. Είχε τις καθημερινές του προπονήσεις. Είχε ένα σώμα που κουραζόταν και ένα μυαλό που δεν σταματούσε ποτέ.
Και μετά υπήρχε το σπίτι… Το δικό τους σπίτι που δεν ενδιαφερόταν αν είχαν δουλειά, που δεν νοιαζόταν αν ήταν πτώματα και που πάντα είχε κάτι να ζητήσει.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ήταν ο γάμος τους…
⸻
«Γύρισες;» Η φωνή του Πάρη ακούστηκε από την κουζίνα.
«Ναι!»
«Έφαγες;»
Η Ραφαέλα έκλεισε τα μάτια… «Όχι!»
«Να παραγγείλουμε;»
«Δεν ξέρω!»
«Τι θέλεις;»
«Δεν θέλω να αποφασίσω τίποτα!»
Εκείνος βγήκε από την κουζίνα.
«Εντάξει!»
«Τι εντάξει;»
«Τίποτα… Εντάξει!»
Η Ραφαέλα τον κοίταξε. «Εσύ πώς είσαι;»
«Κουρασμένος…»
«Το φαντάστηκα…»
«Γιατί;»
«Γιατί είσαι σπίτι…»
Ο Πάρης χαμογέλασε λίγο. «Κι εσύ είσαι σπίτι!»
«Εγώ είμαι πάντα κουρασμένη!»
Η φράση βγήκε πιο απότομα απ’ όσο ήθελε.
Εκείνος σώπασε.
«Δεν είπα ότι μόνο εσύ κουράζεσαι…»
«Δεν είπα ότι το είπες…»
«Αλλά έτσι ακούστηκε…»
«Πάρη, σε παρακαλώ. Δεν μπορώ σήμερα!»
«Ούτε εγώ μπορώ σήμερα!»
«Τότε άσε με λίγο!»
«Προσπαθώ να είμαι δίπλα σου!»
«Δεν χρειάζομαι τίποτα τώρα!»
«Εντάξει!»
Γύρισε να φύγει…
«Πάντα αυτό κάνεις!»
Σταμάτησε…
«Τι κάνω;»
«Μόλις δυσκολέψει κάτι, λες “εντάξει” και κλείνεις την κουβέντα…»
«Γιατί φοβάμαι ότι αν συνεχίσουμε, θα πούμε πράγματα που δεν εννοούμε…»
«Και τι να κάνω; Να προσποιούμαι ότι είμαι καλά;»
«Όχι!»
«Τότε;»
«Να μου πεις ότι δεν είσαι καλά.:.»
Η φωνή του είχε αλλάξει. Δεν ήταν θυμωμένος πια. Ήταν απλώς κουρασμένος και αυτό την διέλυσε.
«Δεν είμαι καλά…». Το είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Σήμερα δεν είμαι καθόλου καλά…»
Ο Πάρης δεν μίλησε.
«Νιώθω ότι τρέχω όλη μέρα και δεν φτάνω πουθενά…»
Τα μάτια της γέμισαν…
«Δουλεύω τόσο πολύ και πληρώνομαι τόσο λίγο. Γυρίζω σπίτι και έχω διάβασμα. Έχω τις σπουδές μου. Έχω τα σεμινάρια. Προσπαθώ να κάνω Pilates. Προσπαθώ να γράφω. Προσπαθώ να μη χάσω τον εαυτό μου…»
Πήρε ανάσα.
«Και κάποιες μέρες νιώθω ότι δεν έχω ούτε δέκα λεπτά για σένα…»
Ο Πάρης την κοίταξε. «Ραφαέλα…»
«Και αυτό με τρομάζει…»
«Γιατί;»
«Γιατί σε αγαπάω πάρα πολύ για να σε βλέπω μόνο ανάμεσα στις υποχρεώσεις μου…»
Αυτή τη φορά δεν απάντησε αμέσως. Πήγε κοντά της.
«Ραφ, κοίτα με!»
Εκείνη σήκωσε τα μάτια.
«Δεν θέλω να είμαι άλλη μία υποχρέωση στη ζωή σου…»
«Δεν είσαι…»
«Τότε τι είμαι;»
«Το σπίτι μου!»
Η Ραφαέλα δάκρυσε.
«Ακόμα κι όταν δεν προλαβαίνουμε;»
«Ειδικά τότε…»
⸻
Εκείνο το βράδυ δεν έλυσαν τη ζωή τους…
Δεν βρήκαν μαγικά περισσότερες ώρες, δεν εξαφανίστηκαν οι επιχειρήσεις του Πάρη, δεν έγινε ξαφνικά πιο κοντά το σχολείο της Ραφαέλας, δεν σταμάτησαν οι σπουδές.
Δεν εξαφανίστηκαν οι υποχρεώσεις.
Απλώς κάθισαν στον καναπέ. Μαζί. Κοντά.
Η Ραφαέλα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
«Ξέρεις τι φοβάμαι;»
«Τι;»
«Μήπως κάποια στιγμή σταματήσουμε να έχουμε χρόνο ο ένας για τον άλλον…»
Ο Πάρης της φίλησε τα μαλλιά.
«Χρόνο μπορεί να μην έχουμε… Εσύ όμως δεν θα μου λείψεις ποτέ από τη ζωή μου!»
⸻
Λίγες μέρες αργότερα, η Ραφαέλα γύρισε από το σεμινάριο της κηροπλαστικής κρατώντας ένα μικρό κουτί.
«Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε ο Πάρης.
«Κερί!»
«Για μένα;»
«Ναι!»
Το άνοιξε. Ήταν ένα όμορφο και απλό κερί. Όπως εκείνος… Όπως εκείνη…
«Τι άρωμα είναι;»
«Σανδαλόξυλο!»
«Γιατί αυτό;»
«Γιατί μου θυμίζει εσένα!»
«Δεν ξέρω αν πρέπει να το πάρω ως κομπλιμέντο…»
«Πάρε το όπως θέλεις…»
Εκείνος την τράβηξε κοντά του.
«Εγώ σου πήρα κάτι άλλο…»
«Τι;»
«Τίποτα σπουδαίο…»
Της έδωσε έναν φάκελο. Μέσα υπήρχε μια μικρή κάρτα…
«Για την επόμενη φορά που θα πεις ότι δεν προλαβαίνεις…»
Από κάτω είχε γράψει:
«Προχώρα! Εγώ θα σε περιμένω!»
Η Ραφαέλα τον κοίταξε.
«Πότε το έγραψες;»
«Χθες το βράδυ»
«Γιατί;»
«Γιατί σε θαυμάζω!»
«Γιατί;»
«Γιατί ακόμα κι όταν η ζωή σου λέει “δεν γίνεται”, εσύ απαντάς “θα δούμε”»
Εκείνη χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της.
«Κι εγώ σε θαυμάζω!»
«Για τι;»
«Γιατί έχεις μια ζωή που δεν χωράει σε είκοσι τέσσερις ώρες και παρ’ όλα αυτά βρίσκεις τρόπο να με κάνεις να νιώθω ότι χωράω μέσα της!»
Ο Πάρης δεν είπε τίποτα. Την αγκάλιασε σφιχτά. Από εκείνες τις αγκαλιές που δεν χρειάζονται εξηγήσεις…
⸻
Ίσως τελικά η αγάπη να μην είναι να έχεις χρόνο.
Να είναι να έχεις κατανόηση.
Να ξέρεις ότι όταν ο άλλος γυρίζει σπίτι και δεν έχει κουράγιο να μιλήσει, δεν σημαίνει ότι δεν θέλει εσένα.
Σημαίνει ότι χρειάζεται να τον κρατήσεις λίγο.
Να ξέρεις ότι όταν εκείνος αργεί, δεν σημαίνει ότι σε ξέχασε. Μπορεί απλώς να προσπαθεί να κρατήσει όρθια μια ζωή που έχει γίνει πολύ μεγάλη.
Να μη μετράς ποιος κουράστηκε περισσότερο.
Ποιος έκανε περισσότερα…
Ποιος έδωσε περισσότερα…
Να μην κάνεις την αγάπη λογιστήριο!
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που αγαπιούνται όταν όλα είναι εύκολα και υπάρχουν εκείνοι που αγαπιούνται παρά το δύσκολο.
Εκείνοι που γυρίζουν σπίτι εξαντλημένοι και, πριν καν προλάβουν να βγάλουν το παλτό τους, ψάχνουν ο ένας τα μάτια του άλλου.
Εκείνοι που μπορεί να μην έχουν μια ολόκληρη Κυριακή. Έχουν όμως δέκα λεπτά και τα κάνουν δικά τους.
Εκείνοι που δεν λένε: «Δεν έχεις χρόνο για μένα…»
Λένε: «Ξέρω ότι δεν έχεις χρόνο. Έλα εδώ!»
Και ίσως αυτό να είναι η πιο καθαρή μορφή αγάπης… Να μη ζητάς από τον άνθρωπό σου να μικρύνει τη ζωή του για να χωρέσεις εσύ. Να τον κοιτάς να κυνηγάει τα όνειρά του και να σκέφτεσαι: «Πήγαινε! Κάν’ τα όλα! Εγώ είμαι εδώ!»
Και όταν κάποια στιγμή λυγίσει;
Να είσαι εκεί…
Όχι για να του πεις «στα έλεγα», αλλά για να του πεις: «Έλα! Τώρα θα σε κρατήσω εγώ!»
Γιατί η πραγματική αγάπη δεν είναι δύο άνθρωποι που έχουν άπλετο χρόνο.
Είναι δύο άνθρωποι που, μέσα σε μια ζωή που τους τραβάει από παντού, επιλέγουν ξανά και ξανά να επιστρέφουν ο ένας στον άλλον.
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
