Αέλια – Μέρος 6ο

Προηγούμενο

Πέρασε μισός χρόνος από τον αρραβώνα της με τον Ρομπέρτο και τώρα ετοιμάζονταν να ταξιδέψουν στην Ελλάδα με τις οικογένειές τους για να διοργανώσουν μια δεξίωση για τους φίλους και τους συνεργάτες τους.

«Πότε λέτε να γίνει ο γάμος;», την ρώτησε ο Πέτρος.

«Σύντομα», απάντησε χωρίς κανένα χρώμα στην φωνή της.

«Ωραία», κατέβασε το κινητό για να μην τον ακούσει να ξεφυσάει.

«Εσύ; Τι κάνεις;»

«Δουλειά. Τα συνηθισμένα. Όπως τα ξέρεις»

«Τι κάνουν οι γάτες μας;»

«Καλά είναι και οι δύο. Τις είδα να παίζουν στον κήπο σου όταν σχόλασα»

«Μία χαρά»

«Ναι»

«Πέτρο.…»

«Αέλια…»

Είπαν ταυτόχρονα ο ένας το όνομα του άλλου και χαμογέλασαν.

«Είσαι σίγουρα καλά;», την ρώτησε.

«Ναι. Τι ακούς;»

«Ένα μπλουζ»

«Θυμάσαι στο Μακαντέμια;»

«Θυμάμαι. Φυσικά και θυμάμαι»

«Έχω πολύ καιρό να χορέψω», του είπε με νοσταλγία.

«Θα βάλω κάτι να χορέψουμε μαζί», είπε και άρχισε να ψάχνει τους δίσκους του.

«Δεν το εννοείς, Πέτρο»

«Αν μάθεις να σου λείπει η μουσική, θα μάθεις να σου λείπουν πολλά περισσότερα»

Της είχε μάθει να ακούει μουσική, την ίδια που άκουγε και αυτός. Και να χορεύουν μαζί ακόμα κι αν ήταν χώρια.

Το αεροπλάνο είχε αναταράξεις και η διάθεσή της δεν βελτιώθηκε όταν πάτησε στα ελληνικά χώματα. Μπήκε στην έπαυλη και η κυρία Φράνσις την υποδέχτηκε κλαίγοντας από χαρά. Ήταν μαζί της άλλωστε από τότε που ήταν μωρό και δεν είχε συνηθίσει να την αποχωρίζεται για τόσο καιρό.

Μάζεψαν τα πράγματα σε κούτες που θα έφευγαν για Ιταλία ώστε να είναι εκεί όταν θα φτάσουν και εκείνες. Ο κήπος ήταν άδειος από ξαπλώστρες και ομπρέλες που τέτοια εποχή χαλάρωνε με τα κορίτσια μιλώντας για τον έρωτα.

Μπροστά της περνούσαν εικόνες από τα πάρτι δίπλα στην πισίνα, τα γέλια, τα κοκτέιλ, τις ατελείωτες συζητήσεις με τον Πέτρο. Τη στιγμή που ο ταχυδρόμος φώναξε το όνομά της και τον άκουσε να ρωτάει για το γράμμα του. Όταν εμφανίστηκε απρόσμενα στο γεύμα με τους συναδέλφους της κρατώντας εκείνο το γυάλινο μπολ. Το κατακόκκινο απόγευμα που συμφιλιώθηκαν μετά τον καυγά τους στο πάρτι γενεθλίων της στην έπαυλη της Φραντσέσκας.

Ο Ρομπέρτο άνοιξε την πόρτα της λιμουζίνας και εκείνη σήκωσε το μακρύ λευκό φόρεμα της για να μπει. Δεν την άφησε να ασχοληθεί με τίποτα που να αφορούσε την δεξίωση. Όχι ότι είχε και την διάθεση να το κάνει. Τα είχε αναλάβει όλα εκείνος και χρέωσε τα έξοδα στον Όμιλο.

Οι φίλες της έτρεξαν να την υποδεχτούν και τσίριξαν σαν αγέλη άγριων πουλιών. Η Αέλια τις έκλεισε όλες στην αγκαλιά της, αλλά δεν κατάφερε να τις πείσει με το παγωμένο της χαμόγελο. Ήταν το αξεσουάρ της εκείνο το βράδυ επισκιάζοντας ακόμα και το πράσινο σμαράγδι στο λαιμό της. Ο Πέτρος εμφανίστηκε φορώντας γκρι κοστούμι και έκατσε απέναντί της στο τραπέζι μαζί με την νέα του συνοδό.

Κοιτάχτηκαν και τα βλέμματα τους ούρλιαξαν.
Με ξέχασες. Με έχασες.

Η προσποιητή της ευτυχία ήταν το θέμα συζήτησης ανάμεσα στις φίλες της που προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει.

«Μπορεί να τσακώθηκαν στον δρόμο», υπέθεσε η Στέλλα παίρνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια από το δίσκο του σερβιτόρου.

«Ίσως είναι παρεξήγηση», είπε η Κική και έβαλε πίσω από τους ώμους τις μακριές της μπούκλες.

«Τι τσακωμούς και παρεξηγήσεις, βρε κορίτσια. Σας φαίνεται εσάς αυτή για μέλλουσα νύφη; Πάω να βρω τον Τόνι μήπως μάθω τίποτα», είπε αποφασιστικά η Αναστασία.

Ο Τόνι βρισκόταν στην βεράντα του ξενοδοχείου και κάπνιζε με τον Πέτρο και την καινούργια του κοπέλα. Σέρνοντας στα πόδια της την μακριά τουαλέτα της, η Αναστασία ζήτησε συγγνώμη και τράβηξε τον Τόνι από το χέρι σε μία άκρη.

«Τι ξέρεις για αυτόν τον Ρομπέρτο;», ρώτησε και έπιασε τον φουσκωτό του ώμο που φαινόταν κάτω από το τεντωμένο πουκάμισο.

«Ξεκάθαρη όπως πάντα σε βρίσκω. Ούτε εμένα μου γεμίζει το μάτι ο τύπος. Η δικιά σου είναι σαν τη χήρα απόψε. Παρεμπιπτόντως σου πάει πολύ αυτό το φόρεμα»

«Σε μια ώρα εδώ να μου πεις τι έμαθες», είπε και τον αποχαιρέτισε ισιώνοντας το σώμα της και περπάτησε αργά μέχρι μέσα για να παρατηρήσει καλύτερα την καινούργια του Πέτρου.

«Καταγωγή από Συρακούσες, φαίνεται μόνιμος κάτοικος Ελβετίας, σαράντα ετών και δηλώνει επιχειρηματίας. Μοναχοπαίδι, οι γονείς του εμπορεύονται σκάφη, γιοτ και τα συναφή. Ασχολείται με την ορειβασία, το μποξ, υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις και ήταν στενός φίλος με τον διοικητή της ιταλικής αστυνομίας»

«Κάτι άλλο;»

«Ναι. Φωτογραφίες που διέρρευσαν και τον δείχνουν να διασκεδάζει σε οικογενειακό σκάφος με έναν πρώην βουλευτή και ανήλικα κορίτσια. Ένα σκάνδαλο που ξεχάστηκε για διακίνηση όπλων και φήμες για εμπόριο λευκής σαρκός»

«Μάλιστα. Πιθανόν η οικογένειά του να μην εμπορεύεται μόνο πολυτελή σκάφη. Θέλω αυτές τις φωτογραφίες στα χέρια μου… Ίσως κάποιος να μπορεί…»

«Κατά φωνή», την διέκοψε ο Τόνι και την τράβηξε πίσω από μια γλάστρα με κυπαρίσσι.

Ο Ρομπέρτο πλησίασε τον Πέτρο, φίλησε το χέρι της κοπέλας του και εκείνη απομακρύνθηκε προς τον μπουφέ. Είχε το ένα χέρι στην τσέπη του και ο Πέτρος το δικό του στο στόμα ρουφώντας το τσιγάρο του.

«Δεν ακούω τίποτα, πάμε πιο κοντά», είπε η Αναστασία και με αθόρυβα βήματα μπήκαν από την δεξιά πόρτα ξανά μέσα στην αίθουσα και πέρασαν ανάμεσα από τους καλεσμένους για να βγουν από την άλλη πλευρά.

Η Αέλια που στεκόταν μαζί με την μητέρα της, τους παρακολουθούσε με το βλέμμα της να μπαίνουν μέσα και να βγαίνουν ξανά από την άλλη πόρτα και απόρησε.

Ο Τόνι και η Αναστασία προσποιήθηκαν ότι κοιτούσαν τα αστέρια βρίσκοντας διάφορες ανύπαρκτες ονομασίες για αυτά και τέντωσαν τα αυτιά τους για να ακούσουν καλύτερα.

«Άνοιξη προτιμά η Αέλια να γίνει ο γάμος, για να στολίσει με φρέσκα άνθη την εκκλησία», είπε πειστικά ο Ρομπέρτο. «Εσύ πώς τα πας, Πέτρο; Αντέχεις στο τιμόνι του Ομίλου; Έμαθα ότι τα μελλοντικά πεθερικά μου σε έχουν αφήσει ολομόναχο εκεί, όμως είναι λογικό αφού ετοιμάζουν τον γάμο της κόρης τους»

«Αντέχω πολλά περισσότερα από ό,τι φαίνεται»

«Μπα, δεν νομίζω», γέλασε ο Ρομπέρτο. «Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να αποσυρθείς σιγά σιγά και να πάτε με την καλή σου να μείνετε στο Κάιρο. Μακριά από όλους και ειδικά από την Αέλια»

«Δεν έχω σκοπό να το κάνω αυτό», απάντησε ο Πέτρος και πλησίασε ένα βήμα πιο κοντά του.

«Εντελώς τυχαία έχω μαζί μου δύο εισιτήρια για Αίγυπτο. Και τα δύο χωρίς επιστροφή»

«Τι του δίνει; Τι του δίνει;»

«Κάτι χαρτιά, βρε Αναστασία, αλλά δεν βλέπω καλά από εδώ. Έπρεπε να μείνουμε στο κυπαρίσσι»

«Μήπως είναι φάκελοι;»

«Όχι, όχι. Δύο εισιτήρια είναι!»

«Τα πήρε;»

«Όχι! Τα πέταξε από την βεράντα»

Ο Πέτρος κατάπιε την επιθυμία να τον ξεμπροστιάσει μπροστά σε όλους και του ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να φύγει.

«Ή θα φύγεις ή θα σπάσεις»

«Με απειλείς;»

«Οδηγείς Πέτρο;»

«Ναι»

«Να προσέχεις στον δρόμο. Μην είσαι απρόσεκτος σαν τον πατέρα σου»

«Τον πατέρα μου…», μούγκρισε και σήκωσε το χέρι του.

«Ο Πέτρος κάνει κίνηση να τον χτυπήσει! Όχι, βγήκε η Αέλια και έκανε πίσω»

«Αμάν, βρε Τόνι, η καρδιά μου με έπιασε. Τι κάνουν τώρα;»

«Μιλάνε»

«Και;»

«Ο λόρδος έχει αγκαλιά την δικιά σου, αυτή είναι ακίνητη σαν παγοκολόνα και ο Πέτρος ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Και μετά λέει εμένα φουγάρο. Ωχ!»

«Τι; Πες, βρε Τόνι!»

«Βγήκε και η άλλη πάλι έξω και πάει κοντά στον Πέτρο. Χαμογελάει στην Αέλια. Σκούντησέ και τον Ρομπέρτο στο πόδι. Αυτοί οι τέσσερις κάτι μας κρύβουν, Αναστασία, να μου το θυμηθείς»

Ο Πέτρος βγήκε φουριόζος από το ξενοδοχείο με την κοπέλα του να τον ακολουθεί. Εκείνη σταμάτησε στα σκαλιά για να σφίξει το λουράκι της γόβας της και είδε κάτω ένα μικρό χρυσό σταυρουδάκι να λαμπυρίζει, τόσο μικρό που δεν κατάλαβε τι ήταν.

«Αυτό είναι από το κούμπωμα της Αέλιας», είπε ο Πέτρος όταν την είδε να το κρατάει.

«Πώς το αναγνώρισες εσύ τόσο μικρό;»

«Ερωτήσεις που κάνεις, βρε Τάνια. Πρέπει να της έπεσε από το κολιέ της, δώσε μου το», είπε και τέντωσε το χέρι του για να το πάρει.

«Από το κολιέ με την πράσινη πέτρα; Εκεί το είχε; Για φτηνιάρικο μοιάζει», είπε και τίναξε τις μπούκλες της με καμάρι.

«Ασυναρτησίες λες απόψε. Η Αέλια δεν φοράει φτηνιάρικα»

«Σου την θίξαμε και κάνεις έτσι; Ορίστε πάρε το. Εμένα δεν μου φαίνονται για ακριβά αυτά, οπότε γιατί να το κρατήσω;»

«Είναι ακριβό και πολύ μάλιστα»

Το κράτησε στην παλάμη του και θυμήθηκε την δημοπρασία, την ιδέα του να το αγοράσει και την έκπληξη της Αέλιας όταν άνοιξε το κουτί στο δωμάτιό της. Το έριξε στο πέτο του σακακιού του ανάμεσα στο μαντήλι του και πήγε προς το αυτοκίνητο.

«Και πού το ξέρεις εσύ, έγινες ειδικός και στις πέτρες τώρα, Πέτρο;»

«Εγώ το αγόρασα και ξέρω την αξία του», απάντησε και έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου.

«Αν είναι έτσι θα το κρατήσω αφού εγώ το βρήκα», είπε η Τάνια που ξαφνικά άλλαξε γνώμη.

«Ξέχασέ το, θα της το επιστρέψω»

«Ώστε έτσι, Πέτρο; Εμένα τόσους μήνες δεν μου έχεις κάνει δώρο ένα κόσμημα και τώρα δεν με αφήνεις να κρατήσω ούτε αυτό που βρήκα πεταμένο;», άρχισε να φωνάζει αλλά ο Πέτρος ανέβασε την ένταση της μουσικής.

«Μπες μέσα, Τάνια»

«Δεν ακούς τι σου λέω! Χαμήλωσε το αυτό το πράγμα, με κούρασε πια αυτή η μουσική, όλη μέρα αυτά ακούς. Αλλά περισσότερο με κουράζει να ανταγωνίζομαι άλλες γυναίκες. Τι είναι αυτή να της αγοράσεις κόσμημα; Τι είναι;»

Αέλια σημαίνει ήλιος. Αυτό ήταν. Ένας ήλιος που έκαψε τα σκοτάδια του για να βρει χώρο να περάσει. Έκατσε μέσα του και ζέστανε τα σωθικά του. Η ψυχή του ζητούσε αυτό το φως, γιατί χωρίς αυτό ήταν τυφλός. Έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και βγήκε στον δρόμο μόνος του. Η απάντησή του φυσικά δεν της άρεσε και έφυγε. Μα πώς να κρύψει πόσο σημαντική ήταν στην ζωή του;

Η Αέλια ήταν μια γυναίκα που καμιά δεν της έμοιαζε. Όταν τον άγγιζε ανατρίχιαζε ολόκληρος. Είχε αυτή τη μυστική ικανότητα να τρυπώνει στο μυαλό του και να ανακατεύει τις σκέψεις του. Και η φωνή της ήταν μαγική, και αυτή τρύπωνε συχνά κουβαλώντας μελωδίες στις χορδές της. Την είχε συνηθίσει αυτή τη μουσική, του άρεσε. Αυτό που δεν μπορούσε να συνηθίσει ήταν εκείνο το τσίμπημα στην καρδιά, σαν γαργαλητό. Λες και είχε αποφασίσει να την εντυπωσιάσει με τους δυνατούς της χτύπους. Περισσότερο όμως παραπονιόταν το σώμα του. Από τότε που την γνώρισε δεν ευχαριστήθηκε άλλο χάδι. Δεν αναζητούσε άλλο φιλί. Δεν ανυπομονούσε για άλλη αγκαλιά. Για αυτό όταν την έβλεπε φλεγόταν από μέσα μέχρι έξω.

«Το άλλο σου μισό θα σε κάνει να καίγεσαι ολόκληρος», θυμήθηκε τα λόγια της. Άναψε τσιγάρο. Τα έβαλε σε σειρά. Τα έχασε. Ξαναπροσπάθησε. Φώναζαν όλα μέσα του, αλλά δεν τα άκουγε. Αν μακριά της ήταν φωτιά, τότε κοντά της θα ήταν στάχτες. Φοβόταν. Δεν μπορούσε να το ομολογήσει ούτε στον εαυτό του. «Εκείνη δεν χρειάζεται να μάθει τίποτα», έλεγε και τα μάτια του στάζανε δάκρυα καυτά πάνω στην άδεια του αγκαλιά. Τι πιο σκληρό από μια ομολογία στον εαυτό σου; «Όχι! Πρέπει να ξέρει!», αποφάσισε ξαφνικά να γυρίσει πίσω να την βρει. Τράβηξε χειρόφρενο και έκανε αναστροφή.

«Αέλια… Σήκωσέ το…», το τηλέφωνό χτυπούσε ασταμάτητα.

Βούτηξε στην κατηφόρα. Τα φρένα δεν λειτούργησαν και του έφυγε το τιμόνι πάνω στην επόμενη στροφή.

«Ναι, Πέτρο; Με ακούς;»

Το αυτοκίνητο αναποδογύρισε και το κατάπιε ο γκρεμός. Τα κατάφερε τελικά ο Ρομπέρτο…

«Θέλω να τον δω!»

Ο Ρομπέρτο έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε την Αέλια από το χέρι και την πέταξε στον καναπέ. Της έκλεισε το στόμα με την τραχιά του παλάμη και την κοίταξε απειλητικά στα μάτια.

«Ειδοποίησες για βοήθεια. Φτάνει! Σου απαγορεύω να πας! Σταμάτα να φωνάζεις, θα σε ακούσει ο κόσμος!»

«Να με ακούσουν, θα τα πω όλα!»

«Αν πεις το παραμικρό… Θες να πάρεις και άλλον στον λαιμό σου, ανόητη;»

«Αν μάθω ότι το έκανες εσύ…», μούγκρισε και κάρφωσε τα νύχια της στον καναπέ.

«Γιατί τι θα κάνεις; Άντε να το αποδείξεις!»

«Είσαι ανισόρροπος! Δεν φοβάσαι;»

«Ποιον και τι να φοβηθώ; Εσύ πρέπει να φοβάσαι. Θυμάσαι που σου είχα πει ότι μπορείς να βλέπεις όποιον θες αρκεί να μην σας δουν μαζί; Είναι ολοφάνερο τι συμβαίνει μεταξύ σας! Αυτός ο έρωτας είναι επικίνδυνος για τα σχέδιά μου!»

«Εσύ είσαι επικίνδυνος! Για ποιον έρωτα μιλάς; Ο Πέτρος είναι ο καλύτερός μου φίλος. Πώς μπορείς και το κάνεις αυτό;»

«Μπορώ και καλύτερα, μικρή. Πίστεψέ με. Ηρέμησε τώρα και πήγαινε κάτω να μιλήσεις πάλι στον πατέρα σου για την περιουσία του. Αύριο πετάμε για Παλέρμο και θέλω να έχω τα συμβόλαια»

«Νομίζεις ότι δεν θα έχουν μάθει για τον Πέτρο; Πώς θα πάω να του μιλήσω για τα συμβόλαια τέτοια στιγμή;», σηκώθηκε και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο.

«Θα βρεις εσύ τον τρόπο!», της φώναξε από απόσταση.

Ο Ρομπέρτο στάθηκε ικανοποιημένος. Τα είχε καταφέρει καλά. Είχε πάρει στα χέρια του αυτήν την δυναμική γυναίκα και την είχε μεταμορφώσει σε ένα φοβισμένο κοριτσάκι. Της ρουφούσε κάθε μέρα λίγη λίγη την δύναμή της μέχρι να την αφήσει μια άψυχη μαριονέτα που έπαιζε στο δικό του παιχνίδι. Γιατί ήξερε αυτό που δεν έπρεπε να μάθει ποτέ κανείς. Και πλέον όλα ήταν εναντίον της.

CC

Συνεχίζεται…

One response to “Αέλια – Μέρος 6ο”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading