Είχε συμπληρώσει τα προσωπικά του στοιχεία, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του και έμενε αναπάντητη η τελευταία ερώτηση, την οποία διάβαζε και ξανά διάβαζε: “Γιατί αξίζεις μία θέση στην ακαδημία;”. “Γιατί το τραγούδι είναι ο τρόπος να σκέφτομαι, να εκφράζομαι, να νιώθω”, συμπλήρωσε στην αίτηση και πάτησε υποβολή.
Είκοσι μέρες μετά, τον κάλεσαν από το τηλεοπτικό κανάλι και του είπαν ότι θα πάει στο σπίτι του κάμερα, για να δημιουργήσουν ένα βιντεάκι γνωριμίας με το κοινό. Τραβήχτηκαν πλάνα από το δωμάτιό του, την γειτονιά, το λύκειο που τελείωσε, τον εργασιακό του χώρο και από στιγμές του χαλάρωσής με την κιθάρα στα χέρια του να τραγουδάει. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Επιτέλους έκανε το βήμα που δεν τολμούσε τόσα χρόνια. Δυστυχώς, μόνο το ταλέντο δεν έφτανε πια, το ήξερε καλά. Συγκρούστηκε ξανά και ξανά με τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και με τους γονείς του γι’ αυτό το εγχείρημα. Τα λόγια του μπαμπά του δεν θα έφευγαν ποτέ από το μυαλό και την ψυχή του: “Δεν σε φτάσαμε είκοσι οχτώ χρονών παλικάρι με τόσες στερήσεις και αγάπη, για να γίνεις βορά του κάθε πικραμένου, του κάθε κομπλεξικού και του κάθε ζηλόφθονου, στο κλουβί του εγκλεισμού με τους τρελούς”, εννοώντας το ριάλιτι τραγουδιού. Η μαμά του, με περισσότερη ηρεμία προσπάθησε να τον αποτρέψει, θυμίζοντάς του τον προηγούμενο, τον πρώτο κύκλο του ριάλιτι, πόση κριτική δέχτηκε σαν πρόγραμμα, πόσες εντάσεις είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους παίκτες, πόσα σκληρά σχόλια της κριτικής επιτροπής, που ακόμα και ο ίδιος του καταδίκασε σαν θεατής κι αν τελικά η ξαφνική αναγνωρισιμότητα είναι το ζητούμενο.
Τα σκέφτηκε όλα αυτά πολλές φορές. Στο τέλος όμως νίκησε η λαχτάρα του να βρει βήμα να δείξει το ταλέντο και την αγάπη του για το τραγούδι. Η αναμονή πάνω από το τηλέφωνο για να δει αν θα ήταν ένας από τους είκοσι που θα εισχωρούσε στο μουσικό ριάλιτι τραγουδιού, ήταν το πιο δύσκολο για τον Ορφέα. Θαρρείς και η απόφαση αυτή καθόριζε ποιος ήταν. Όταν χτύπησε το κινητό του και είδε το νούμερο του υπεύθυνου παραγωγής, η καρδιά του βγήκε από τη θέση της.
– Παρακαλώ;, ίσα που ακούστηκε η φωνή του.
– Καλημέρα Ορφέα. Έχω καλά νέα. Μπαίνεις στην ακαδημία.
Δεν θυμάται αν απάντησε, τι είπε, τίποτα. Θυμάται μόνο να χοροπηδάει σαν πεντάχρονο που του έδωσαν για δώρο το αγαπημένο του παιχνίδι. Λίγες μέρες μετά, με μια βαλίτσα στο χέρι, αποχαιρετούσε τους γονείς του βουρκωμένος. Ο μπαμπάς του τον αγκάλιασε, του ευχήθηκε να το απολαύσει και του είπε ότι, είτε φύγει πρώτος είτε νικήσει, για εκείνον η αξία του είναι δεδομένη. Η μαμά του, τον αγκάλιασε και του ευχήθηκε να μη χάσει τον εαυτό του εκεί μέσα, να συνεχίσει να είναι ο Ορφέας της.
Στην θέα της βίλας, έμεινε χωρίς μιλιά. Άλλο να βλέπεις από την τηλεόραση αυτήν την πολυτέλεια κι άλλο να είσαι εκεί. Οι υπόλοιποι δεκαεννέα, εκ πρώτης όψεως, νέοι με τα ίδια όνειρα και άνθρωποι που θα μπορούσε να συμβιώσει. Διάλεξε δωμάτιο με δύο κουκέτες. Μοναχοπαίδι όλη του τη ζωή, δεν ήξερε να μοιράζεται τον χώρο ή τα πράγματά του. Είχε έρθει η ώρα να δοκιμαστεί σε πολλά επίπεδα. Έβαλε τα πράγματά του στην κάτω κουκέτα και από πάνω, ο Φοίβος, ο μεγαλύτερος, ο τριαντάρης του παιχνιδιού και μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον ίδιο, σχεδόν συνομήλικοι. Οι υπόλοιποι ήταν αρκετά νεότεροι, με την μικρότερη, την Όλγα, να είναι μόλις δεκαοχτώ χρονών.
Οι δύο πρώτες μέρες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Είκοσι άνθρωποι με διαφορετικούς χαρακτήρες και συνήθειες που έπρεπε να εναρμονιστούν. Μπορεί ο ενθουσιασμός όλων να ήταν το κυρίαρχο συστατικό, αλλά η συγκατοίκηση ποτέ δεν είναι εύκολη. Επικρατούσε μια οχλαγωγία, μια αναστάτωση, που σαν άντρας ήπιων τόνων που ήταν, του προκαλούσε ένταση. Αυτό που περίμενε πώς και πώς κατά τη διάρκεια της ημέρας, ήταν τα μαθήματα φωνητικής, οι πρόβες των τραγουδιών που σαν πρώτη φορά επέλεξαν οι ίδιοι και οι πρόβες του χορευτικού, με τον χορογράφο.
Το να βρίσκεται ανάμεσα σε τόσο γνωστούς μουσικούς, που του έδειχναν τον τρόπο να γίνεται καλύτερος, ήταν ένα όνειρο για κείνον. Όταν έφτασε η ώρα για το πρώτο live πρόγραμμα, που θα τραγουδούσε ζωντανά μπροστά σε κοινό και την κριτική επιτροπή, ένιωσε πως δεν θα τα κατάφερνε. Το άγχος του υπέρμετρο, αισθανόταν πως θα λιποθυμούσε με το που θα πατούσε στη σκηνή. Όλα αυτά, σε υπερθετικό βαθμό, μέχρι που τα δάχτυλά του άγγιξαν τις χορδές της κιθάρας του. Με τις πρώτες νότες του τραγουδιού “ποια νύχτα σ’ έκλεψε”, που λάτρευε και που επέλεξε να ερμηνεύσει, μεταφέρθηκε νοερά στο σαλόνι του σπιτιού του. Εκεί που από μικρός, όταν έβλεπαν ελληνικές ταινίες οι γονείς του και εμφανιζόταν εκείνος ο σοβαρός νεαρός με τα γαλάζια μάτια και την μελωδική φωνή, κρατώντας την κιθάρα του, ο Ορφέας σταματούσε ό,τι κι αν έκανε και απλά κολλούσε το πρόσωπό του στην οθόνη, να ακούσει καλύτερα. Ένιωθε ένα χάδι σε όλο του το κορμί με το άκουσμα της φωνής του. Με τα χρόνια, ζητούσε από τους γονείς του τους δίσκους του Γιάννη Πουλόπουλου. Έπαιρνε ένα κουτάλι και έχοντάς το για μικρόφωνο, με τον δίσκο να παίζει, τραγουδούσε μαζί του. Πρώτη η μαμά του εντόπισε πως ο γιος της είχε ωραία φωνή. Αργότερα και στα σχολεία τον είχαν πάντα στη χορωδία, προτρέποντάς τον να λέει και μόνος του τα τραγούδια της εκάστοτε γιορτής.
Ο Ορφέας καθισμένος σε ένα σκαμπό, με τα μάτια κλειστά την περισσότερη ώρα και όταν ήταν ανοιχτά, με την μελαγχολία που άρμοζε στους στίχους, μάγευε με την φωνή και την δωρική σκηνική του παρουσία κι από πίσω του μια κοπέλα που χόρευε μέσα στη νύχτα που την έκλεψε, με τις κινήσεις των χεριών και την έκφραση του προσώπου της, μαγνήτιζαν το κοινό. Έτσι απλά, λιτά, ατμοσφαιρικά, το χειροκρότημα στο τέλος ήταν δυνατό και η κριτική των τεσσάρων γνωστών καλλιτεχνών ήταν διθυραμβική. Ο Ορφέας ζούσε το όνειρο της αναγνώρισης του ταλέντου του και ήταν ευτυχισμένος.
Η ευτυχία του είχε βαρύ τίμημα. Μετά από το τρίτο live και τις τρεις πρώτες αποχωρήσεις, η απήχηση που είχε στον κόσμο και τους κριτές, τον έθεσαν απευθείας στο στόχαστρο. Ο ανταγωνισμός σε ένα ριάλιτι ταλέντου, με έπαθλο δισκογραφία και χρηματικό ποσό, παραμέριζαν την αντικειμενικότητα, την ευγένεια, το ευ αγωνίζεσθαι. Όσο πιο δύσκολα τραγούδια επέλεγαν για τον Ορφέα από την παραγωγή, τόσο οι ερμηνείες του τους εντυπωσίαζαν. Όσο πιο πολύ μελετούσε και υπάκουε στους καθηγητές, τόσο κάποιοι συμπαίκτες του γκρίνιαζαν, αμφισβητούσαν εκτός από τις ικανότητές του και την αντικειμενικότητα των καθηγητών, των χορογράφων, των κριτών, που τον εκθείαζαν και σιγά σιγά σχεδίαζαν την αποκαθήλωσή του με ειρωνικά, συκοφαντικά και υποτιμητικά σχόλια, παρουσιάζοντας κάτι άλλο από την εικόνα που έδειχνε εκείνος, κάτι τόσο διαφορετικό από την πραγματικότητα. Όλα αυτά, κυρίως πίσω από τις κάμερες, στα πηγαδάκια όπου και γινόταν αγαπημένο θέμα προς συζήτηση. Όταν εκείνος μελετούσε, κάποιοι περιφέρονταν και τεμπέλιαζαν, κάποιοι άλλοι φλέρταραν και κάποιοι μελετούσαν σχέδια ψυχολογικής εξόντωσής του. Όταν όμως έδιναν μίνι συνεντεύξεις στον ειδικά προσαρμοσμένο χώρο, που ο καθένας απαντούσε σε ερωτήσεις της παραγωγής, όλοι μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια για τον Ορφέα και πόσο φίλοι του ήταν, σα να ήταν άλλοι άνθρωποι, σα να ξεχνούσαν πως οι κάμερες κατέγραφαν τα πάντα. Η διπροσωπία, φίλη τους καλή.
Ο Ορφέας όλο αυτό το διάστημα έκανε απλά αυτό που αγαπούσε, έβαζε την ψυχή του στα τραγούδια. Μέλημά του ήταν να γίνεται κάθε εβδομάδα και καλύτερος, χωρίς έπαρση. Άλλωστε αυτό το χαρακτηριστικό δεν υπήρχε στην προσωπικότητά του. Ήταν πρόθυμος να βοηθήσει τους πάντες, παρόλο που έβλεπε, ένιωθε την αλλαγή στη συμπεριφορά τους, κάτι που τον έθλιβε. Δυστυχώς τα χτυπήματα άρχισαν να γίνονται φανερά πια, πιο έντονα και κάποια, κάτω από την μέση, παρουσιάζοντάς τον κόλακα, που επιβιώνει παρασιτικά, άνθρωπο που θα έκανε τα πάντα για την διασημότητα, με αποκορύφωμα σχόλια που έφτασαν στα αυτιά του, ότι θα έπρεπε να ντρέπεται κι ότι σίγουρα η μάνα του δεν θα ήταν καθόλου περήφανη για εκείνον. Δύο τρεις φορές ζήτησε εξηγήσεις, από ποιον ξεκίνησε αυτό το γαϊτανάκι αναληθών χαρακτηρισμών και κατέληξαν να καυγαδίζουν, κατηγορώντας τον μάλιστα για αλαζονική στάση απέναντι στους υπόλοιπους.
Πέρασε λίγος καιρός ακόμα και στο δωμάτιο έμειναν μόνο ο Φοίβος κι ο Ορφέας, αφού οι άλλοι δύο είχαν αποχωρήσει από την ακαδημία. Ο Φοίβος, που τον έβλεπε με όλα αυτά να χάνει την χαρά και το κέφι που είχε τον πρώτο καιρό, τον πλησίασε φιλικά.
– Τα καρποφόρα δέντρα πετροβολούν, δεν το ξέρεις;
– Όλοι έχουμε καρπούς ρε Φοίβο, αλλιώς δεν θα ήμασταν εδώ.
– Να, αυτό δεν αντέχουν. Που είσαι και φωνάρα και ψυχάρα, γι’ αυτό θέλουν να σε φάνε. Ρε μ@λ@κα μη τσιμπάς. Μη τους κάνεις την χάρη. Δεν τους βλέπεις; Θρασύδειλοι, άλλα μπροστά σου, άλλα από πίσω σου, αλλά όλα ψέματα. Αφού δεν μπορούν να σε συναγωνιστούν σε ταλέντο και χαρακτήρα, σε χτυπούν όπως ξέρουν, σύμφωνα με τους δικούς τους χαρακτήρες.
– Γιατί όμως ρε φίλε; Τους πείραξα; Γιατί τόση λάσπη;
– Είπαμε ρε! Γιατί είσαι απειλή! Γιατί δεν μπορούν να σε φτάσουν, οπότε πρέπει να σε γκρεμίσουν. Γιατί αυτοί είμαστε, οι αθάνατοι Ελληνάρες. Δεν παλεύουμε να γίνουμε καλύτεροι, είναι πιο δύσκολο, θέλει αυταπάρνηση, θέλει δουλειά. Βάζουμε εμπόδια σε αυτόν που προηγείται, να πέσει, να σωριαστεί, να χτυπήσει. Μόνο έτσι θα τον φτάσουμε και με λίγη λάσπη παραπάνω θα τον βουλιάξουμε και θα φανούμε εμείς.
– Θλιβερό… λυπηρό ρε φίλε, κρίμα. Εγώ δε μπορώ έτσι… δεν το αντέχω. Σε ευχαριστώ Φοίβο, αλήθεια ευχαριστώ.
Ο Ορφέας, το βράδυ πριν το έκτο live, δεν έκλεισε μάτι. Έφερνε στο μυαλό του την κριτική επιτροπή. Δεν έβλεπαν τον πόλεμο που του έστηναν; Αλλά και τι να έκαναν; Εκείνοι είχαν άλλο ρόλο, όχι να παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους. Σε ό,τι αφορούσε το ερμηνευτικό κομμάτι και τον σκοπό του ριάλιτι, ήταν πάντα υποστηρικτικοί και με το παραπάνω. Σκεφτόταν και τους γονείς του και τα λόγια τους πριν φύγει από το σπίτι. “Πόσο δίκιο είχαν και οι δύο. Άραγε πώς να νιώθουν που βλέπουν όλο αυτό; Με παρουσιάζουν σαν ένα εγωκεντρικό τέρας χωρίς ηθικούς φραγμούς, με μοναδικό σκοπό να φανώ, να νικήσω. Έχει γούστο να έχουν στείλει κάμερες στο σπίτι μας. Θα πεθάνουν από την ντροπή τους”. Οι σκέψεις αυτές τον βασάνιζαν και το επόμενο βράδυ, στο live, μετά από μια συγκλονιστική ερμηνεία, σε τραγούδι του Δημήτρη Μητροπάνου, με τους τέσσερις κριτές να χειροκροτούν όρθιοι. Όταν του έδωσαν τον λόγο, χαμήλωσε το βλέμμα, πήρε μια βαθιά ανάσα και με σιγουριά τους είπε: “σήμερα ήταν το τελευταίο μου live, για μένα αυτό το ταξίδι τελειώνει εδώ”. Ακολούθησε αναστάτωση, μη ξέροντας οι περισσότεροι πώς να αντιδράσουν. Ο έμπειρος παρουσιαστής πήρε τον λόγο πολύ γρήγορα και του είπε με υποτιθέμενο χιούμορ: “πώς ήξερες ότι θα σου αναθέσουμε για την επόμενη Κυριακή το ‘το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ’”; Κανείς δεν γέλασε, για την ακρίβεια κανείς δεν τον άκουσε. Σε κάποιους συμπαίκτες του έβλεπε μια χαρά, καμουφλαρισμένη με ψεύτικη έκπληξη, στον Φοίβο έβλεπε την απογοήτευση, αφού τελικά τους έκανε την χάρη, στην κριτική επιτροπή επικρατούσε μια θλίψη και το κοινό, έδειχνε την αντίθεσή του με αυτή την απόφαση, φωνάζοντας το όνομά του ρυθμικά με παλαμάκια. Ο Ορφέας πήρε λίγο χρόνο, να επανέλθει η ανάσα του και συνέχισε αυτό που είχε αρχίσει: “Την ημέρα που έφυγα από το σπίτι μου, η μαμά μου με συμβούλεψε να μη χάσω τον εαυτό μου. Όσο κι αν αγαπώ το τραγούδι και το όνειρό μου είναι να το κάνω επαγγελματικά, δεν θα επέτρεπα να χαθώ σε ίντριγκες, μαχαιρώματα πίσω από την πλάτη, ψεύτικα προσωπεία, λυκοφιλίες, συμπεριφορές που δεν ταιριάζουν με αυτό που πρεσβεύει η μουσική και κάτ’ επέκταση ούτε εμένα μου ταιριάζει αυτός ο κόσμος. Επιλέγω να παραμείνω ο Ορφέας. Σας ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου για την ευκαιρία που μου δώσατε να ζήσω το όνειρο που είχα από παιδάκι, σας ζητώ συγγνώμη αν σας απογοητεύω, αλλά προέχει να μην απογοητεύσω τον εαυτό μου”.
Δεν άφησε περιθώριο να τον μεταπείσουν. Αυτό όμως που δεν περίμενε, ήταν η αγάπη που έλαβε. Ένας ένας οι κριτές, εγκατέλειπαν τις καρέκλες τους και ανέβαιναν στη σκηνή, να τον αγκαλιάσουν και να του πουν πόσο περήφανοι ήταν όλοι για εκείνον. Ο κόσμος παραλυρούσε, χειροκροτούσε και του ζητούσε να τους πει ξανά το τραγούδι της βραδιάς. Ταπεινά, διακριτικά, τους ευχαρίστησε όλους, γύρισε προς τον κόσμο, έκανε μια βαθιά υπόκλιση και έφυγε.
Το έπαθλο το κέρδισε ένας από αυτούς που του έκαναν ψυχολογικό πόλεμο. Το ίδιο κοινό, που λάτρεψε τον Ορφέα, ψήφισε για νικητή έναν εικοσιδυάχρονο νεαρό, με μια καλή φωνή, που όμως στο ριάλιτι έδειξε έναν κακό χαρακτήρα. Η πλειοψηφία του κόσμου ταυτίστηκε μαζί του κι αυτό ήταν ανησυχητικά θλιβερό. Λίγο μόνο καιρό μετά, είχε την πρώτη δίκη του δισκογραφία. Δεν είχε όμως και την αναμενόμενη απήχηση. Τελικά ο κόσμος του γύρισε την πλάτη, με το αλάθητο κριτήριό του. Όπως εμφανίστηκε στον χώρο της μουσικής σαν διάττοντας αστέρας, έτσι και χάθηκε. Μετά από καιρό και τις επόμενες φουρνιές του μουσικού διαγωνισμού, ξεχάστηκε εντελώς. Κανείς δεν θυμόταν τον νικητή του δεύτερου κύκλου.
Ο Ορφέας από την άλλη, ενώ του έγινε πρόταση από δισκογραφική εταιρεία, έμεινε σταθερός στην επιλογή του να απέχει από το κύκλωμα. Προτίμησε να συνεχίσει στην διαφημιστική εταιρεία που δούλευε και να τραγουδάει σαν διέξοδο, σαν έκφραση, δύο φορές την εβδομάδα στο μπαράκι της γειτονιάς του, που του έκανε την πρόταση μετά την συγκινητική αποχώρηση του από το ριάλιτι. Εκεί ένιωθε ασφάλεια, εκεί ένιωθε ότι θα ήταν ο εαυτός του. Σε αντίθεση με το κυνήγι που δεχόταν από κάμερες, δημοσιογράφους, που του ζητούσαν να βγει σε εκπομπές και ραδιόφωνα. Δεν τον ήθελαν όμως με την ιδιότητα του τραγουδιστή, να μιλήσουν για όνειρα, σχέδια, μουσική και τραγούδια. Ήθελαν να αναπαραγάγουν τις ίντριγκες και τα όσα έγιναν στην βίλα. Αυτό το κομμάτι για τον Ορφέα είχε τελειώσει οριστικά. Θα κρατούσε μόνο τα καλά που πήρε από κει μέσα και θα συνέχιζε όπως πριν λίγο καιρό, μοναχικά και αυθεντικά. Τώρα πια ήξερε ότι, τα λαμπερά φώτα της δημοσιότητας, πολλές φορές κρύβουν σκοτάδια και ασχήμιες που σίγουρα δεν ταιριάζουν σε όλους.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
