Ο Λευτέρης ένα όνειρο είχε από τα μικρά του χρόνια. Να γίνει κτηνοτρόφος. Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ πώς προέκυψε αυτή του η επιθυμία. Ίσως γιατί στα λίγα χρόνια ζωής που μέτραγε μέχρι τότε, να είχε ακούσει τόσες ιστορίες για τα ζώα, κυρίως για τα προβατάκια, τα κατσικάκια και τα κουνελάκια και να του αναπτύχθηκε ένα έντονο αίσθημα συμπάθειας για αυτά.
-Εγώ θα βόσκω πρόβατα!, έλεγε και ξανάλεγε στους δικούς του από τα πέντε του χρόνια.
Το ‘λεγε και το πίστευε. Ο πατέρας του γέλαγε στο άκουσμα αυτών των δηλώσεων. Πολλές φορές ο μικρός ανέβαινε στην καρέκλα της κουζίνας μετά το φαγητό, σήκωνε τα χεράκια του, γούρλωνε τα καστανά του μάτια και άρχιζε τις δηλώσεις σαν να αγορεύει στο δικαστήριο.
-Και πού θα βρεις τα βοσκοτόπια, καλέ; τον ρώταγε ο πατέρας του προσπαθώντας να μην αφήσει το γέλιο να σκάσει από τα χείλια του. Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με τα βουνά και τα λαγκάδια, είμαστε αστοί. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι εκτός από αυτό το σπίτι που μένουμε, δεν έχουμε κάτι άλλο. Ούτε ένα χωραφάκι, ούτε καν αγροτεμάχιο. Καλά θα είναι να στρωθείς στο διάβασμα από νωρίς, να πάρεις κανένα δίπλωμα της προκοπής και να αφήσεις τα πρόβατα ήσυχα.
Ο μικρός κατέβαζε το κεφάλι με ύφος τόσο θλιμμένο, που ήταν να τον λυπάσαι. Σε δευτερόλεπτα το σήκωνε πάλι και συνέχιζε τις δηλώσεις του “ναι, αλλά εγώ θα τα αγοράσω από εκεί που πουλάνε κρέας, αλλά όχι το ψόφιο, το ζωντανό που μιλάει κιόλας και θα φύγω για τα βουνά”. Κατέβαινε από την καρέκλα, πήγαινε στον μπουφέ, εκεί που η μάνα του έκρυβε τις σοκολάτες, σαν να ήταν θησαυρός μεγάλης αξίας, έπαιρνε μία στα κρυφά και πήγαινε στο δωμάτιό του. Έβγαζε τα μπλοκ της ζωγραφικής και άρχιζε τα σχέδια. Προβατάκια, κατσικάκια, βουνά από πίσω, χορτάρι, ήλιος και εκείνος στην μέση της ζωγραφιάς παρέα με έναν σκύλο. Τα χρωμάτιζε με τα πιο ωραία και φωτεινά χρώματα και στο τέλος έβαζε ένα σημάδι, το αρχικό του από το όνομά του, που ήταν το μόνο που ήξερε να γράφει.
Ο Λευτέρης είχε γεμίσει το δωμάτιό του με τα σχέδιά του. Με αυτόν τον τρόπο ζούσε την ζωή που ονειρευόταν. Μία ζωή μακριά από το καυσαέριο, κοντά στην φύση. “Εκεί μάλιστα, έχω χώρο να παίζω με την ψυχή μου. Να κυνηγάω την μπάλα μου χωρίς να φοβάμαι μην περάσει κανένα αυτοκίνητο και μας κόψει στην μέση!”. Αυτά σκεφτόταν και τον έπαιρνε ένας γλυκός ύπνος ειδικά τα μεσημέρια. Άλλα παιδιά δυσανασχετούσαν όταν η μάνα τους τα έβαζε για ύπνο με το ζόρι, πώς να αφήσουν το παιχνίδι στην μέση; Και είχαν δίκιο, ο Λευτεράκης όμως δεν έφερνε καμία αντίρρηση. Έκλεινε τα μάτια αμέσως, να δει η μάνα ότι τον είχε πάρει ο ύπνος και αφού έφευγε σιγά σιγά από το δωμάτιο, εκείνος έπαιρνε τα μπλοκ του και ξεφύλλιζε μία μία σελίδα. Ήταν τόσο άρτια σχηματισμένα στο χαρτί τα ζώα, που νόμιζες ότι θα σου μιλούσαν. Εκείνος σήκωνε τα δαχτυλάκια του και τα χάιδευε με στοργή σαν να ήταν ζωντανά.
Μία κατσικούλα ήταν η αγαπημένη του. Την είχε φανταστεί να βόσκει μονάχη της ανάμεσα στα χόρτα, τις παπαρούνες και τις μαργαρίτες. Το τρίχωμά της ήταν λευκό σαν το μπαμπάκι, σγουρό και απαλό. Ο Λευτέρης της είχε δώσει και όνομα: “βαφτίζεται η δούλη… κατσικούλα… το όνομα…”, έπειτα πήρε ένα κομμάτι από την σοκολάτα την κρυμμένη βαθιά στα συρτάρια του μπουφέ, κάτω από τα λευκά τραπεζομάντηλα, άνοιξε το παράθυρο και τους κάλεσε έναν έναν.
-Ελάτε, πάρτε σοκολάτα, κερνάω για την φίλη μου.
-Και ποιος είναι ο καινούριος σου φίλος και δεν τον ξέρουμε εμείς; Και είναι και κορίτσι! Α, δεν μας τα λες καλά, που κάνεις παρέα και με κορίτσια τώρα! τον ρώτησαν με απορία τα αγόρια
-Ααα, δεν είναι σαν και μας. Έχει τέσσερα πόδια, ουρά και μία μουσούδα όλο γλύκα. Την λένε Χιονούλα γιατί είναι κάτασπρη σαν το χιόνι.
-Τι εννοείς ότι έχει τέσσερα πόδια; Γιατί όχι δύο; Μην και είναι κανένα τέρας;
-Όχι βέβαια! Είναι μία από τις ζωγραφιές μου. Αυτές μου κάνουν την πιο καλή παρέα. Δεν λέω κι εσείς καλοί είστε, αλλά εκείνες με ηρεμούν κυρίως τα βράδια που πέφτει το σκοτάδι. Φοβάμαι τα σκοτάδια να το ξέρετε. Η Χιονούλα είναι η αγαπημένη μου, αχ και να ήταν αληθινή! Θα την είχα αγκαλιά όλη την ώρα!
-Ωραία λοιπόν, ας γιορτάσουμε την βάφτισή της με ένα γλύκισμα. Να κάνεις πολλές βαφτίσεις Λευτέρη, να τρώμε και κανένα γλυκάκι, του είπαν χαριτολογώντας.
Τι ευχή ήταν αυτή που έκανε το αγόρι μας! Καμιά φορά οι πιο απίθανες επιθυμίες μας παίρνουν σάρκα και οστά. Τον πήρε ο ύπνος το βράδυ αγκαλιά με την ζωγραφιά της Χιονούλας. Θα πρέπει να ήταν η ώρα λίγο πριν να ανατείλει ο ήλιος. Είναι η στιγμή που ο καθένας μας βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Το ίδιο και ο φίλος μας. Σαν να άκουσε ψίθυρους στα αυτάκια του ή μάλλον βέλασμα. “Μπεεε, μπεεε… ε, ξύπνα υπναρά μου!”. Ο Λευτέρης μισάνοιξε τα βλέφαρά του, “μα τι στο καλό! Ποιος με ξυπνάει τόσο πρωί! Αφού δεν έχω σχολείο σήμερα, τι θέλει και αυτή η μάνα μου από τα χαράματα!”. Στο λεπτό αισθάνθηκε μία υγρή μουσούδα να τον κουνάει από το κρεβάτι, το χέρι του απλώθηκε ενστικτωδώς στην πλάτη της κατσικούλας αρχίζοντας τα χάδια. Πέρα δώθε πήγαινε η μικρή παλάμη από μόνη της. Όταν άγγιξε το σγουρό τρίχωμά της άνοιξε τελείως τα μάτια του.
-Χιονούλα μου, εσύ; Μα πώς βρέθηκες εδώ; την ρώτησε με ένα νυσταγμένο ύφος.
-Όταν αγαπάς κάποιον μόνο κοντά του θες να είσαι, να τον νιώθεις, να τον ακούς, να τον αφουγκράζεσαι, να τον ακουμπάς. Κι αν η αγάπη έχει ανταπόκριση, τότε δεν αφήνεις τις ευκαιρίες να πάνε χαμένες. Κι εσύ είσαι ο καλός μου φίλος ο Λευτέρης και θέλω να είμαστε συνέχεια μαζί. Έλα να παίξουμε, σήκω να βγούμε έξω.
-Αχ κάνει κρύο ακόμη… αλλά τι πειράζει; Περίμενε να ντυθώ και πάμε.
Σε λίγο βγήκαν έξω στο πρωινό αγιάζι και άρχισαν να τρέχουν. Πού όμως; Που αλλού, στον πεζόδρομο. Πού να βρεθεί χορτάρι και άπλα για παιχνίδι!
Πάνω, κάτω όλο χαρά ήταν τα πουλάκια μου. Ο Λευτέρης έλαμπε ολόκληρος, η κατσικούλα μες την τρελή χαρά κι αυτή.
-Κάτσε ένα λεπτό να ξεκουραστώ, δεν έχω πιει και το γάλα μου.
-Φίλε μου, ένα έχω να σου πω. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στην αγκαλιά της φύσης, όλα αλλάζουν. Από την σωματική του υγεία, μα περισσότερο την ψυχική του. Δεν βλέπεις πόσο δυστυχισμένος είναι ο κόσμος; Και πώς κάνουν οι άνθρωποι όταν πάνε μία εκδρομή στο βουνό; Μοιάζουν με παιδιά που τα έχεις κλεισμένα στο σπίτι όλον το χειμώνα και όταν έρχεται το καλοκαίρι και τα αμολήσεις έξω, τότε δεν τα κρατάει κανείς. Η επιθυμία σου να γίνεις κτηνοτρόφος, θα γίνει. Το καλύτερο είναι να σπουδάσεις κιόλας, τι λες για κτηνίατρος; Θα τα καταφέρεις γιατί αγαπάς τα ζώα. Πρόσεχε μόνο μην αρχίσεις τις κατακρίσεις, τις κλεψιές και τα συναφή! Τα χρήματα που θα βγάζεις θα είναι με κόπο βγαλμένα αλλά η χαρά σου θα είναι διπλή και τριπλή. Να μας προσέχεις εμάς τα μικρά κατσικάκια, να φροντίζεις για την υγεία μας, να μας κοιτάς συχνά μην πάθουμε κανένα πυρετό και μετά αλίμονό μας. Ααα ξέχασα, τώρα που θα έρθει το Πάσχα, μην με δώσεις να με κατακρεουργήσουν, γιατί θα στοιχειώσω και θα έρχομαι στον ύπνο σου σαν φάντασμα. Θα φορέσω και κανένα σεντόνι και θα σηκώνω την ουρά και θα τρέχεις από τον φόβο σου. Κάθε χρόνο οι φίλοι μου κι εγώ ζούμε μέσα στο άγχος μην και βρεθούμε ξάπλα σε κανένα ταψί ή το χειρότερο καρφωμένα σε καμία σούβλα! Θα είναι η σειρά μου τώρα; Αυτά είναι τα λόγια που ακούς από τα στόματά μας τέτοιες μέρες. Αχ αυτές οι γιορτές, δεν γίνεται να την περάσουν οι άνθρωποι με πατάτες τηγανιτές που είναι και ωραίες και τραγανιστές;
Ο Λευτεράκης σε μια στιγμή φαντάστηκε να κρατάει με το ένα χέρι την πετσούλα από το καλοψημένο κρέας και να την κόβει με τα δοντάκια του και με το άλλο χέρι να κρατάει ένα καλοψημένο παιδάκι, μετά είπε με αποφασιστικότητα: “Όχι δεν μπορώ να το κάνω αυτό στην φίλη μου! Όχι, όχι!”, άρχισε να φωνάζει δυνατά, “Δεν θα την φάω, πάρτε την μακριά!”. Η μητέρα του άκουσε τις φωνές του μικρού, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε προς το μέρος του.
-Τι σου συμβαίνει, αγάπη μου; Μάλλον εφιάλτη έβλεπες. Δεν είναι τίποτα, θα περάσει… και άπλωσε το απαλό της χέρι και άρχισε να τον χαϊδεύει στο κούτελο που είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα
-Μα πού είναι η Χιονούλα; Έφυγε, την τρόμαξες για αυτό κρύφτηκε.
-Πάλι την κατσικούλα σου έβλεπες στον ύπνο σου; Μα δεν είναι κανείς στο δωμάτιο, μόνο εσύ κι εγώ.
Ο μικρός σηκώθηκε ελαφρά, ξεροκατάπιε και ρώτησε την μάνα του:
-Σε πόσες μέρες έχουμε Πάσχα, μαμά;
-Γιατί ρωτάς; Σε λίγες μέρες. Α, μήπως γιατί περιμένεις την νονά και τα δώρα σου; Της έχω πει να σου φέρει το πιο όμορφο και μεγάλο σοκολατένιο αυγό, δεν θα το κρύψω αυτό, θα είναι όλο δικό σου, εντάξει;
-Ναι, καλά όλα αυτά. Αλλά να ξέρεις στο λέω για να μην με ρωτήσεις όταν έρθει η ώρα. Εγώ το Πάσχα θα φάω τηγανητές πατάτες, που είναι ωραίες και τραγανές. Εντάξει; Και κάτι άλλο… Όταν μεγαλώσω θα γίνω κτηνίατρος, θα αγοράσω ένα μεγάλο κτήμα, δεν ξέρω πού θα είναι αυτό, για να βάλω μέσα τα πρόβατα που θα αγοράσω, και τα κατσίκια, και τον σκύλο. Και θα έχει στην άκρη και ένα σπίτι που θα το έχω κτίσει με τα χέρια μου, θα έχει τέσσερις κρεβατοκάμαρες και μεγάλη αυλή.
-Καλά όλα αυτά, αλλά γιατί τέσσερις κρεβατοκάμαρες; ρώτησε η μάνα με απορία.
-Μία για μένα και την γυναίκα μου, μία για τα παιδιά που θα κάνω, μία για σας όταν θα έρχεστε να μας βλέπετε και η τέταρτη που θα είναι η πιο μικρή, για την φιλενάδα μου, την Χιονούλα. Αυτήν θα την έχω μέσα να μην κρυώνει και μου αρρωστήσει, γιατί θα έχει μεγαλώσει κι αυτή και θα χρειάζεται την φροντίδα μου.
Η μάνα σαστισμένη με την αφέλεια του μικρού κούνησε το κεφάλι και ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
-Στο εύχομαι γιέ μου, να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Όταν κάποιος θέλει κάτι τόσο πολύ, μέσα από την ψυχή του το σύμπαν τον οδηγεί στον δρόμο της καρδιάς, αρκεί να είναι αγαθή και ειλικρινής. Άντε σήκω τώρα να πιείς το γάλα σου και να μου δείξεις τις ωραίες σου ζωγραφιές. Να γνωρίσω κι εγώ αυτή την καινούρια σου φίλη καλύτερα. Δεν έχουμε συστηθεί ακόμη κι αν είναι να συγκατοικήσουμε καλό θα είναι να γνωριζόμαστε.
Ο Λευτέρης μεγάλωσε, σπούδασε κτηνιατρική, έκανε σεμινάρια γεωπονίας στην Γαλλία και ύστερα από μερικά χρόνια σκληρής δουλειάς, αγόρασε ένα μεγάλο κτήμα στα βόρεια της Εύβοιας. Αγόρασε αρκετά ζώα για αρχή, έκτισε και ένα μεγάλο οίκημα, όπως το ονειρευόταν από μικρός, παντρεύτηκε μία γυναίκα που αγαπούσε και αυτή την φύση και έκαναν δύο παιδιά που είχαν την τύχη να ζήσουν μακριά από την ζούγκλα της πόλης. Μακάριοι οι άνθρωποι που πραγματοποιούν τα όνειρά τους, το σίγουρο είναι ότι μέσα στην απλότητα βρίσκει κανείς μεγαλεία που δεν συναντάς ούτε στα παλάτια.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
Ο Μπαρμπαλιάς και η Φώτω του
Ο τσιφλικάς
