Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το σπίτι της Λοβίνα

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Το σπίτι της Λοβίνα

Ανώνυμης
(Τεύχος Απριλίου, 1900, σελ. 10-15)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Το ακόλουθο κείμενο ήταν ανυπόγραφο έπειτα από παράκληση της συγγραφέως που μας το απέστειλε. Δεν ήθελε να φαίνονται το ονοματεπώνυμο και τα λοιπά στοιχεία της. Ήταν μια επιθυμία που θεωρήσαμε ότι έπρεπε να σεβαστούμε.
Όπως θα διαπιστώσεις, αγαπητέ αναγνώστη, το διήγημα είναι λιτά γραμμένο, που αφήνει μεν αναπάντητα ερωτήματα, αλλά πρώτον, οι ερωτήσεις αυτές δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για τη φαντασία μας, και δεύτερον, η ιστορία εμπίπτει στις αρχές του περιοδικού μας. Είναι μια ιστορία μυθοπλασίας, που ασχολείται με θέματα τα οποία πρέπει να μας απασχολούν.
Σε προσωπικό επίπεδο, το διήγημα μού άρεσε πολύ, «δέθηκα» με την αφηγήτρια και θα ήθελα διακαώς να γνωρίσω κι εγώ μια γυναίκα σαν τη Λοβίνα, ή, ακόμα καλύτερα, να γίνω σαν αυτή: ένας άγγελος για τις γυναίκες, ή, γιατί όχι, μια μάγισσα για τους σατράπηδες αυτού του κόσμου.
Μίνα Έιμς

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ όταν ανακάλυψα ότι όλα αυτά τα χρόνια είχα δίπλα μου έναν θηλυκό άγγελο, ή, για πολλούς, μια μάγισσα, που μπορούσε να μου προσφέρει έναν κόσμο θαυμάτων, μια απόδραση από τους τυράννους που με καταδίωκαν. Ήταν το σπίτι πλησίον της πολυκατοικίας που έμενα. Το φαινομενικά φτωχικό σπίτι της Λοβίνα, μιας μοναχικής γυναίκας κοντά στα πενήντα, που όλοι στην γειτονιά την απέφευγαν και πετούσαν βρομιές προς το μέρος της, ξεροκόμματα και παλιοπάπουτσα στον γεμάτο λουλούδια και δέντρα κήπο της, ή ύβρεις για τις οποίες θα ντρεπόταν και ο ίδιος ο Θεός. Λες και ζούσαμε στο Μεσαίωνα ή στο Σάλεμ του 17ου αιώνα, αντιμετώπιζαν τη Λοβίνα σαν να ήταν δούλη του Διαβόλου. Κάποιοι έλεγαν πως η εν λόγω γυναίκα είχε παραπλανήσει το μυαλό γυναικών που είχαν χαθεί στη γειτονιά ανά τα χρόνια, πως τις είχε σκοτώσει ή φάει ή θυσιάσει στον αφέντη της. Μου φαίνονταν υπερβολικές αυτές οι φήμες, αλλά σίγουρα με είχαν επηρεάσει κάπως.

Τότε ήξερα τη Λοβίνα περίπου όσο καλά ήξερα και τους πλανόδιους γυρολόγους: ουσιαστικά καθόλου. Την έβλεπα να κυκλοφορεί με τα γκριζαρισμένα μαλλιά της ξέπλεκα και με κάποιο από τα μακριά μαύρα φορέματα που προτιμούσε, κρατώντας συνήθως κάποιο καλάθι γεμάτο πράγματα διαφόρων ειδών και χρωμάτων. Πολλές φορές, το φόρτωνε ξερά φύλλα ή φρούτα ή λουλούδια από τον κήπο της. Συχνά, επιδίωκε να τα μοιραστεί με τις γυναίκες της γειτονιάς, χωρίς να τα καταφέρνει, μιας και οι άλλες την αποφεύγαμε ή κάποιες την απόπαιρναν κιόλας. Αλλά εκείνη συνέχιζε τις προσπάθειες, τουλάχιστον μέχρι το βράδυ που αναγκάστηκα να καταφύγω στο σπίτι της με τη μεγάλη καμινάδα του, για να σωθώ από τους νεαρούς άντρες που με κυνηγούσαν γελώντας και κραδαίνοντας τα ραβδιά τους, αδιαφορώντας για τη φασαρία που έκαναν και μην τυχόν πέφτανε πάνω σε κάποιον αστυφύλακα, μιας και ήξεραν ότι, χάρη στις γνωριμίες των γονιών τους, θα ξέμπλεκαν γρήγορα και αναίμακτα, εν αντιθέσει με εμένα, που στα τριάντα μου ζούσα μόνη, πράγμα ανεπίτρεπτο για τους άλλους ενοίκους και τους γείτονες και τις άλλες εργάτριες στο εργοστάσιο βάμβακος που δούλευα. Είχα κι εγώ μια σχετικά κακή φήμη, σαν την επίσης ανύπαντρη, μακαρίτισσα μητέρα μου, αν και όχι τόσο κακή όσο είχε η Λοβίνα, η οποία ήταν απορίας άξιο πώς είχε καταφέρει να επιζήσει τόσα χρόνια ανάμεσα σε ανθρώπους που την μισούσαν. Ειδικά από τη στιγμή που θα μπορούσε τόσο εύκολα να καταφύγει στον δικό της κόσμο και να μείνει για πάντα εκεί…

Τους άντρες αυτούς που με κυνήγησαν εκείνο το βράδυ τους είχα ξαναδεί, φυσικά. Ζούσαν μακριά, σχεδόν στην άλλη άκρη της πόλης, όμως έρχονταν κάποιες βραδιές προς τις φτωχογειτονιές σαν και τη δική μου, προς αναζήτηση απολαύσεων για τις οποίες δεν θα ήθελα να ξέρω, αν και υπέθετα περί τίνος επρόκειτο (δεν ήταν δα και κάτι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς). Όπως και άλλες γυναίκες στη γειτονιά, έτσι κι εγώ είχα λάβει ενημέρωση για τη συχνή παρουσία αυτών των νεαρών σατράπηδων, οπότε, όσο μπορούσα, απέφευγα να κυκλοφορώ τις νύχτες, ειδικά από τη στιγμή που τις περισσότερες φορές ήμουν μόνη. Και, όπως είχα ακούσει να συζητιέται από παρέες γυναικών, φοβούνταν μην τυχόν αυτοί οι άντρες ήταν υπαίτιοι για τις εξαφανίσεις των γυναικών που ακούγαμε κατά καιρούς να συμβαίνουν.

Όμως, εκείνο το βράδυ είχα αργήσει να επιστρέψω στο διαμέρισμα, μιας και είχα ξεμείνει από χρήματα και αναγκάστηκα να περπατήσω στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής από το εργοστάσιο, κάτι που ήταν και επίπονο, και κουραστικό, και χρονοβόρο, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελα. Η ανησυχία μου ήταν μεγάλη και, δυστυχώς, δεν είχα άδικο: μες στη σκοτεινιά που επικρατούσε, παρά το ευχάριστο αεράκι, άκουσα τα γέλια και τα φριχτά σχόλιά τους, τις φωνές τους, τις αναίσχυντες υποσχέσεις τους, μερικά τετράγωνα πριν την πολυκατοικία μου. Ήξερα ότι απευθύνονται σε εμένα, γιατί, με μια γρήγορη ματιά, διαπίστωσα πως δεν κυκλοφορούσε άλλη γυναίκα στα πέριξ. Δυσανασχέτησα και φοβήθηκα. Ήμουν ήδη αρκετά κουρασμένη και έτρεμα μην τυχόν και έπεφτα στα χέρια τους.

Κι έτσι έτρεξα. Χωρίς προειδοποίηση, δίχως να περιμένω να πλησιάσουν. Άρχισα να τρέχω, με το φόρεμά μου να ανεμίζει και τον ιδρώτα να μουλιάζει το δέρμα και τα ρούχα μου. Δεν ούρλιαξα, ούτε κάλεσα βοήθεια. Δεν ήθελα να σπαταλήσω τις όποιες δυνάμεις μού είχαν απομείνει με φωνές. Κι ήταν σοφή η επιλογή μου.

Εκείνοι με ακολούθησαν κατά πόδας, γελώντας, ουρλιάζοντας σαν άγρια ζώα που κυνηγούσαν το θήραμά τους. Άκουγα το τρεχαλητό τους, τα παπούτσια τους και τα ραβδιά τους να κοπανάνε το έδαφος, κι ήξερα ότι με πλησίαζαν, αλλά ταυτόχρονα κρατούσαν και κάποια απόσταση, γιατί τους άρεσε να με βλέπουν να ταλαιπωρούμαι, να αγωνιώ να τους ξεφύγω. Δε βιάζονταν, δεν είχαν κανένα λόγο να το κάνουν. Ακόμα και να πρόφταινα να μπω στην πολυκατοικία, θα ορμούσαν μέσα, ήμουν σίγουρη. Δεν θα δίσταζαν. Ήμουν ένα σίγουρο θύμα τους, γιατί να επισπεύσουν ό,τι θα μου έκαναν;

Αλλά τους έδωσα λόγο να το μετανιώσουν. Με τη βοήθεια της Λοβίνα. Μαζί τους τιμωρήσαμε.

Έφτασα στη γειτονιά μου, στρίβοντας στη γωνία, και παραλίγο να πέσω. Κρατήθηκα από μια κολόνα από χυτοσίδηρο που φώτιζε το δρόμο και απέφυγα την πτώση μου. Κόπηκε η αναπνοή μου, βέβαια, και έχασα την μικρή τσάντα μου, αλλά οι ζητωκραυγές των κυνηγών μου δεν μου άφησαν περιθώρια να σκύψω και να τη μαζέψω. Οπότε όρμησα μπροστά, δίχως να ελέγξω μην ερχόταν κάποιος περαστικός ή καμιά διερχόμενη άμαξα ή κάποιο ποδήλατο.

Δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια μου, καθώς τα πόδια μου με πονούσαν και ένιωθα τα παπούτσια μου να έχουν σκιστεί, αλλά έπρεπε να συνεχίσω, κι αυτό έκανα, όσο κι αν το σώμα μου διαμαρτυρόταν.

Αντί, όμως, να πάω στην πολυκατοικία μου, μια φωνή με απέτρεψε και με καθοδήγησε αλλού, με κάλεσε προς το μέρος της. Είδα μια σκιερή φιγούρα να ξεπροβάλλει από ένα καλύβι, κρατώντας ένα αναμμένο φανάρι. Μαλλιά σαν μικρές κουρτίνες κάλυπταν το κεφάλι της μορφής, που μες στο σκοτάδι της πόλης έμοιαζε να ξεπετάγεται σαν φάντασμα, μια μυστηριώδης οπτασία που ήθελε να ζυγώσω κοντά της.

Καθώς μου έλεγε να έρθω στο σπίτι της, η Λοβίνα έσπευσε να ανοίξει και την πόρτα του κήπου της, κι εγώ, αγνοώντας όλα εκείνα τα λόγια που είχαν πει για αυτή τη γυναίκα, έπραξα ό,τι μου ζήτησε. Πέρασα το κατώφλι και βρέθηκα στο εσωτερικό του κόσμου της Λοβίνα. Βρέθηκα σε ένα σπίτι καμωμένο από πέτρες, όπου μια χύτρα ήταν αφημένη στο πάτωμα και έβραζε κάποιο ζουμί. Η σκεπή δεν ήταν από σχιστόλιθο ή κεραμίδια, αλλά από άχυρα. Παράθυρα δεν υπήρχαν, μήτε καμινάδα, κι όμως το μέρος ήταν ζεστό. Είδα γάτες να αναπαύονται κοντά στη χύτρα, αλλά, απ’ όσο ήξερα, η Λοβίνα δεν είχε κανένα ζώο στο σπίτι της.

Δεν ήξερα τι έβλεπα, αλλά μπόρεσα να πάρω μερικές βαθιές ανάσες.
Όμως, η αναπνοή μου κόπηκε όταν διαπίστωσα ότι η Λοβίνα δεν είχε κλείσει ούτε την πόρτα του κήπου, ούτε του σπιτιού της, παρά περίμενε εντός της κατοικίας της, ελάχιστα μακριά από την είσοδο. Αντί γα φανάρι, κρατούσε ένα ξύλο που η κορυφή του καιγόταν. Κοιτούσε προς τα έξω και, όπως και εγώ, είδε τους τρεις άντρες να κοιτάζουν για λίγο προς εμάς, χαμογελώντας σαρδόνια. Παρά το ότι έμεναν μακριά, τους άκουσα να επαναλαμβάνουν μερικές από τις ύβρεις που έλεγαν οι γείτονες για τη Λοβίνα. Ο τρόμος μου έγινε χειρότερος, όταν άκουσα την ίδια τη Λοβίνα να τους προσκαλεί να μπουν στο σπίτι. Προσπάθησα να την αποτρέψω, κι όταν δεν με άκουσε, έκανα να σηκωθώ, αλλά τα πόδια μου δεν με βαστούσαν. Οπότε μπουσούλισα σαν μωρό, με τα γόνατά μου να τρίζουν.

Είδα τους άντρες να έρχονται προς εμάς. Πέρασαν μέσα στον κήπο, ανεμίζοντας τα ραβδιά τους.
Ούρλιαξα και κόπιασα παραπάνω, μήπως προλάβω και σφραγίσω την πόρτα.

Πριν φτάσω, όμως, η Λοβίνα γονάτισε και με σταμάτησε. Χάιδεψε τα μαλλιά μου και μου είπε να μην ανησυχώ. Γύρισα και την κοίταξα. Μου χαμογελούσε μητρικά. Ύστερα, στράφηκε προς τους άντρες και το χαμόγελό της άλλαξε σε κάτι διαφορετικό, κάτι μοχθηρό, εκδικητικό.
Μου είπε να κοιτάξω μπροστά και το έκανα.
Είδα τους νεαρούς να περνάνε το κατώφλι της, έχοντας χαραγμένη στα πρόσωπά τους την ικανοποίηση που θα λάμβαναν σε λίγο, όταν θα με άρπαζαν, όταν θα άρπαζαν και τη Λοβίνα.

Κι έπειτα, άκουσα γρυλίσματα θηρίων και ένιωσα να περνάνε δίπλα μου και να πηδάνε από πάνω μου τεράστια ζώα. Είδα τίγρεις και λιοντάρια να εφορμούν προς τους άντρες, οι οποίοι δεν πρόφτασαν να γυρίσουν και να φύγουν. Αλλά πρόλαβαν να ουρλιάξουν.

Απέστρεψα το βλέμμα μου και έκλεισα τα αυτιά μου. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, αλλά, όταν η Λοβίνα μου είπε ότι δε χρειαζόταν να ανησυχώ πια, συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει τις αισθήσεις μου και πως ξύπνησα σε ένα χαμηλό κρεβάτι, που αργότερα διαπίστωσα ότι ήταν ένας σάκος γεμισμένος με άχυρο και φύλλα. Η Λοβίνα μου είπε ότι ήμουν ασφαλής. Μου έδωσε να φάω χυλό και μαύρο ψωμί που είχε φτιάξει, καθώς και να πιω κάποιο φάρμακο που θα με έκανε να νιώσω καλύτερα, πράγμα που συνέβη.

Ύστερα, όταν μπόρεσα να σταθώ στα πόδια μου, βγήκαμε από το καλύβι της και βρεθήκαμε σε μια καταπράσινη πεδιάδα που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι κάποτε θα γινόταν μια γκρίζα πόλη. Είδα μεγάλα, πανέμορφα ζώα να κυκλοφορούν, ενώ η πλάση ήταν ανθισμένη. Πουθενά πεταμένα σκουπίδια ή οτιδήποτε ήξερα και έβλεπα καθημερινά στην γειτονιά μου.

Έμαθα για τον κόσμο της Λοβίνα το ίδιο βράδυ, κι όχι μόνο από την ίδια. Ανακάλυψα όλες εκείνες τις γυναίκες που είχαν εξαφανιστεί. Ήταν εκεί, σε αυτό το μεσαιωνικό μέρος που είχε πλάσει η Λοβίνα, για να σώζει γυναίκες που τις βασάνιζαν σατράπηδες άντρες, συγγενείς ή μη. Έμεναν σε απλά σπιτάκια που έχτιζαν οι ίδιες. Μου είπαν και μου απέδειξαν πόσο ευτυχισμένες ήταν πια. Δεν υπήρχαν κίνδυνοι σε αυτόν τον κόσμο, κι ο χρόνος έμοιαζε ασήμαντος. Ήταν ένας Παράδεισος, καμωμένος από έναν άγγελο (ή από μια μάγισσα, αν προτιμάτε), τον οποίο δεν θα έβρισκαν οι διάβολοι. Κι αν τον ανακάλυπταν ποτέ, οι άγριες γάτες της Λοβίνα θα τους τιμωρούσαν.

Όταν η Λοβίνα μου έθεσε την ερώτηση που έκανε σε όλες τις γυναίκες που έφερνε εδώ, η απάντησή μου ήταν καταφατική. Φυσικά και θα έμενα.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Δεν κοινοποιούνται έπειτα από παράκληση της ιδίας.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις:
Η ιστορία προέρχεται από ανάθεση της Κικής Γιοβανοπούλου.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Το σπίτι της Λοβίνα”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading