Κρατούσε στην αγκαλιά τον ενός έτους εγγονό της και κοιτούσε απέναντί της, τον φωτογραφικό φακό που είχε στα χέρια της η νύφη της, απαθανατίζοντας τις στιγμές. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα χαμογελούσε, θα έλαμπαν τα μάτια της από ευτυχία, αλλά αντιθέτως, στεκόταν εκεί με κενό βλέμμα, παρόλο που η αγκαλιά της ήταν γεμάτη από το μεγαλύτερο δώρο της ζωής, το δύο φορές παιδί της.
Οι αναμνήσεις στριμώχνονταν στο μυαλό της. Πριν τριάντα ακριβώς χρόνια, 3 Δεκεμβρίου, στο ίδιο ακριβώς σημείο, η αγκαλιά της ήταν γεμάτη με τον γιο της, στην ίδια ακριβώς ηλικία που ήταν τώρα ο εγγονός της και κρατούσε σφιχτά στα χέρια του το καραβάκι από φελιζόλ που του είχε φτιάξει με περισσή αγάπη και μεράκι ο άντρας της. Θα συμμετείχαν για πρώτη φορά στην παράδοση του τόπου τους, στη ρίψη των αυτοσχέδιων καραβιών, στο ωραιότερο σημείο της πόλης, στις πηγές του πάρκου της Αγίας Βαρβάρας, πολιούχου της Δράμας, παραμονή της γιορτής της.
Μέρες άκουγε ο γιος της για το έθιμο και παρακολουθούσε εκστασιασμένος την διαδικασία κατασκευής του φελιζολένιου καραβιού του και περίμενε πώς και πώς να συμβούν όλα εκείνα που του περιέγραφε η ίδια. Δεν το άφηνε από τα χέρια του ο Θωμάς της, περίμενε να του πουν πότε ήταν η πολυπόθητη στιγμή.
Η Βάλια δεν χόρταινε να τραβάει φωτογραφίες τους δύο άντρες της ζωής της, στην κεντρική λίμνη του πάρκου. Ο μικρός όμως ανυπομονούσε να το ρίξει και φώναζε “Μαμά! Καάβι!”.
Κρατώντας τον σφιχτά ο μπαμπάς του, τον έφερε πολύ κοντά στο νερό κι εκείνος άνοιξε την χούφτα του και άφησε το καραβάκι με το όνομά του γραμμένο με μεγάλα γράμματα πάνω στο φελιζόλ, “Θ Ω Μ Α Σ” κι ένα κεράκι τοποθετημένο και αναμμένο, όπως όριζε το έθιμο. Εκείνο ξεκίνησε το ταξίδι του προς τα ερείπια της εκκλησίας που βρίσκονται στον πυθμένα της λίμνης και ο μικρούλης δεν το έχανε από τα μάτια του, παρακολουθώντας το να επιπλέει με χαρά αλλά και αγωνία, μη τυχόν και βυθιστεί, δίπλα στα χιλιάδες άλλα καραβάκια, μικρά, μεγάλα, από διάφορα υλικά, φελιζόλ, κουτιά από γάλα, από καλαμιές, από καπάκια, από φελλούς κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κάποιος και να δημιουργήσει.
Η λίμνη είχε γεμίσει καραβάκια με ονόματα και αναμμένα κεράκια, με την ευχή του καθενός, προς τιμήν της Αγίας Βαρβάρας για το θαύμα που έκανε, όταν οι Τούρκοι γκρέμισαν το εκκλησάκι που υπήρχε σε εκείνο το μέρος, θέλοντας να φτιάξουν τζαμί και η Αγία, πλημμύρισε την περιοχή, αποτρέποντάς το.
Χωρίς να το επιδιώξει, οι μνήμες την πλημμύριζαν, η εικόνα του Θωμά της από εκείνα τα χρόνια, σαν μικρό παιδί που λάτρευε το έθιμο με τα καραβάκια, ζωντάνευε στα μάτια, στο μυαλό, στην ψυχή της και της μάγκωνε την ευτυχία του τώρα, από την εικόνα του εγγονού της, του Σταύρου της. Αυτόν τους άφησε ο Θωμάς της, τον ανεκτίμητο αυτόν θησαυρό, κομμάτι από την σάρκα του, από το αίμα μου, από την καρδιά του και πέταξε στους ουρανούς, αφήνοντας τους ταυτόχρονα τον μεγαλύτερο πόνο στη ζωή ενός γονιού.
Απορροφημένη στις θύμησες του παρελθόντος, με το βλέμμα κολλημένο στα καραβάκια, τρόμαξε όταν αισθάνθηκε το χεράκι του εγγονού να της τραβάει το μπουφάν και να της φωνάζει “Γιαγιά, κοίτα!”. Καθώς δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυά της, με θολά μάτια, του χαμογέλασε και του είπε “Μπράβο, μπράβο, Θωμά μου”. Το παιδί απόρησε, η νύφη της δαγκώθηκε, ο άντρας της την κοιτούσε βουρκωμένος και με στοργή της ψιθύρισε στο αυτί “Βάλια μου, ο Σταυράκης μας είναι, όχι ο Θωμάς μας”.
Έπεσε στην αγκαλιά του και έκλαιγε με λυγμούς. Ο άντρας της την έσφιγγε δυνατά, σα να ήθελε να πάρει από πάνω της τον πόνο, να τον μεταγγίσει σε κείνον, δεν άντεχε να την βλέπει πέντε μήνες τώρα να υποφέρει, από τον χαμό του γιού τους. Κι εκείνος υπέφερε, αλλά ήξερε ότι ο πόνος της μάνας δεν συγκρίνεται με κανενός άλλου.
“Μητέρα, σε παρακαλώ, ας προσπαθήσουμε να συγκρατηθούμε, για χάρη του παιδιού”, παρακλητικά και συνάμα πονεμένα της ζήτησε η νύφη της. Βιαστικά, σκούπισε τα δάκρυά της, προσπάθησε να σχηματίσει ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη της, έσφιξε το χέρι της νύφης της και με ένα καταφατικό νεύμα, σα να ζητούσε συγνώμη προσπάθησε να σταματήσει τις μνήμες του παρελθόντος, να τις αφήσει να ταξιδέψουν μαζί με το έθιμο των καραβιών, στα ερείπια της παλιάς εκκλησίας της πολιούχου τους, με τις προσευχές της ακουμπισμένες στο κεράκι, να της δίνει δύναμη η Αγία Βαρβάρα τους. Έπρεπε να δείχνει δυνατή, για εκείνο το κομμάτι του γιου της που ήταν ζωντανό, τον εγγονό της. Έπρεπε…
Συνέχισαν την βόλτα τους και πιο κάτω από τη λίμνη, στο υπόλοιπο πάρκο, να δουν τα καραβάκια στα πολλά και διαφορετικά σημεία των νερών. Το θέαμα μοναδικό, συγκινητικό για τους ντόπιους Δραμινούς, πάντα προκαλεί μια γλυκιά ανατριχίλα κατάνυξης. Περπατώντας στο γρασίδι, στους πέτρινους διαδρόμους και στα γεφυράκια, το βλέμμα χανόταν στο φως των κεριών, ανάμεσα από τα ψηλά δέντρα, στα διάφορα σημεία του νερού. Παντού κόσμος που έδειχνε την αγάπη του στο έθιμο και στην Αγία του πυροβολικού. Ήταν το αγαπημένο μέρος του Θωμά της από παιδί, που τάιζαν μαζί τις πάπιες, αργότερα και μόνος του, με ένα βιβλίο στο χέρι απολάμβανε το τοπίο, ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα και τον ήχο των τρεχούμενων νερών. Μάτωνε η ψυχή της φέρνοντάς τον στο νου της, μα δεν άφησε να φανεί τίποτα αυτή τη φορά. Έπρεπε να χαμογελάει… Έπρεπε…
Φεύγοντας, περπατώντας στη γέφυρα πάνω από το νερό, οι τελευταίες φωτογραφίες μπροστά στο ιστορικό νησάκι, το εστιατόριο, στο πιο όμορφο μέρος της πόλης, με τους κύκνους και τις πάπιες να κολυμπούν και να καλωσορίζουν ντόπιους και τουρίστες.
Η συνέχεια στον δημοτικό κήπο της Δράμας, προκαθορισμένη, χρόνια τώρα. Για τον Σταυράκη της θα ήταν η πρώτη φορά, αλλά ο νους της Βάλιας που δεν μπορούσε να τον ελέγξει, έτρεχε πάλι στον Θωμά της, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα ανυπομονούσε για την επίσκεψή τους στην έναρξη της Ονειρούπολης, στο φημισμένο πανελλαδικά, χωριό του Άη Βασίλη και δικό του αγαπημένο μέρος, το μέρος που μικροί και μεγάλοι ζουν την Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, επί ένα μήνα κάθε χρόνο στους μαγικούς ρυθμούς της μικρής τους πόλης. Και την ζωή της θα έδινε να ήταν εκεί μαζί της, να θυμόντουσαν τα κατορθώματά του, να τα επαναλάμβανε τώρα πια με το δικό του παιδί κι εκείνη να καμάρωνε. Αντί αυτού, έπρεπε να χαμογελάει ενώ μέσα της μάτωνε… Έπρεπε…
Έβαλαν στο καρότσι τον Σταυράκη, γιατί από την πολυκοσμία θα ήταν δύσκολο να τον κρατάνε από το χέρι και ανακατεύτηκαν μέσα στο πλήθος. Περπατούσαν ανάμεσα στα ψηλά πλατάνια και τα άλλα δέντρα, στα γεφυράκια πάνω από τα νερά, γύρω γύρω από το σιντριβάνι με τους πολύχρωμους φωτισμούς, στο γρασίδι και τα κηπάκια με την χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Αλλού ένας πανέμορφος μονόκερος, αλλού μια παραμυθένια άμαξα, χιονάνθρωποι, αγιοβασίληδες, ένα τεράστιο καράβι φωτισμένο με λαμπάκια, πάντα σύμβολο της πόλης, φωτάκια πολύχρωμα παντού και το σήμα κατατεθέν της Ονειρούπολης, τα ξύλινα σπιτάκια δραστηριοτήτων, με εθελοντές που υποδέχονταν τον κόσμο με χαμόγελο και γιορτινή διάθεση. Θεματικά σπιτάκια που φιλοξενούν δράσεις προστασίας των ζώων, του περιβάλλοντος, των ατόμων με αναπηρία, σπιτάκι ζαχαροπλαστικής, αφήγησης παραμυθιών, χειροτεχνιών, μουσικών οργάνων, ζωγραφικής προσώπου, γραφής γραμμάτων για τον Άη Βασίλη, ταχυδρομείο με ξωτικά, για να φτάσουν τα γράμματα στον Άγιο των παιδιών και φυσικά το σπίτι του, με τον ίδιο να υποδέχεται όλο τα παιδιά, όλο τον κόσμο, που θέλει να του μιλήσει, να του ζητήσει κάτι, να φωτογραφηθεί μαζί του.
Ενδιάμεσα, περνούσαν από τα σπιτάκια της αγοράς, που μπορείς να βρεις σουβενίρ, κοσμήματα, παιχνίδια, ξηρούς καρπούς, καραμέλες, λουκουμάδες, χαλβά, κρέπες, κάστανα, μαλλί της γριάς, σάντουιτς, χοτ ντογκ, αχνιστό κρασί κι ό,τι άλλο τραβάει η όρεξη σου. Ο Σταυράκης με την παιδική του αθωότητα τα έβρισκε όλα φανταστικά κι άπλωνε το χέρι του, έδειχνε κι έλεγε “μαμά κοίτα”, “γιαγιά κοίτα”, “παππού κοίτα”.
Στο κομμάτι του λούνα παρκ, ξετρελάθηκε. Τα ματάκια του κοιτούσαν με ολοφάνερη χαρά. Η πελώρια μπαλαρίνα, το ταψί, τα συγκρουόμενα, η κάμπια, τα ιπτάμενα ελεφαντάκια, το καρουζέλ, σε όλα ήθελε να ανέβει. Από την κεντρική σκηνή της Ονειρούπουλης, ακουγόταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια και σε όλη την έκταση του κήπου, κυκλοφορούσαν οι μασκότ, πρόθυμες να σε αγκαλιάσουν, να χορέψουν μαζί σου, να φωτογραφηθούν μαζί σου. Πάνω από το καρότσι που καθόταν ο Σταυράκης έσκυψε και τον χαιρέτησε ο χιονάνθρωπος κι ο μικρούλης κουνούσε χέρια πόδια και του έστελνε φιλιά.
Συνέχισαν και λίγα μέτρα πιο πάνω, στην κεντρική πλατεία της πόλης, να θαυμάσουν το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, την φάτνη και το παγοδρόμιο, που έσφυζε από κόσμο. Άλλοι έμπειροι, έκαναν φιγούρες πάνω στον πάγο κι άλλοι κρατούσαν τον ξύλινο φράχτη γύρω γύρω και προσπαθούσαν να σταθούν. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι όλοι, περνούσαν καλά! Η Βάλια όμως έπρεπε να περνάει καλά, για χάρη όλων.
Είχε περάσει η ώρα, η βόλτα έφτασε στο τέλος της. Είχαν συλλέξει στιγμές, φωτογραφίες πολλές, αγκαλιές και φιλιά άπειρα και συγκίνηση αναπόφευκτη. Όλα θα είχαν άλλο νόημα, άλλη αξία αν τα μοιράζονταν με τον Θωμά τους. Σε όλους έλειπε τόσο πολύ η παρουσία του, το γέλιο του, το χάδι του. Η Βάλια σε κάθε βήμα τους τον είχε δίπλα της, μπροστά της, μέσα της, οι μνήμες μιας ζωής ξεπηδούσαν κάθε λεπτό. Έπρεπε όμως να σταθεί όρθια κι ας ένιωθε μέσα της πέντε μήνες τώρα, ούτε καν μισή. Νεκρή, άδεια, ήταν πια, αλλά έπρεπε….
Έπρεπε…για τον Σταυράκη της, για την συντήρηση της μνήμης του γιου της, για να μάθει ο εγγονός της τι υπέροχος πατέρας τον έφερε στον κόσμο, αλλά δεν πρόλαβε να τον μεγαλώσει, να του διδάξει τις αξίες που είχε. Έπρεπε, για να βοηθήσει και την νύφη της που κι εκείνη είχε χάσει το στήριγμά της, τον εφηβικό της έρωτα που έγινε ο άντρας της ζωής της κι έμεινε ξαφνικά τόσο μόνη. Έπρεπε και για τον άντρα της, που κι εκείνος μαράζωνε από τον καημό της απώλειας του παιδιού τους, αλλά και από την θλίψη του που έβλεπε εκείνη διαλυμένη.
Η πιο αγαπημένη οικογενειακή τους συνήθεια όλη τους τη ζωή, αυτήν την χρονιά ήταν πολύ διαφορετική. Όλα τα αγαπημένα του γιου τους, τα έκαναν χωρίς εκείνον, τα μοιράστηκαν με την συνέχειά του, με τον εγγονό τους, αλλά η γεύση που άφησε στη Βάλια ήταν γλυκόπικρη. Δεν ήταν ότι δεν χαιρόταν με την παρουσία του εγγονού της, κάθε άλλο. Τον λάτρευε. Ήταν που έπρεπε να μη δείχνει τον πόνο της και ήταν οδυνηρό να χαμογελάει, ενώ οι μνήμες την διέλυαν. Έπρεπε όμως…
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
