“Είσαι τρελή!”, ορυόταν θυμωμένος, με κατακόκκινα τα στρουμπουλά του μάγουλα, όπως έβγαινε απ’ τη μικρή αυλή. Η μία απ’ τις τιράντες που φορούσε, είχε ξελυθεί απ’ το παντελόνι του κι ανέμιζε όπως περπατούσε με γρήγορα βήματα. Το ριγέ πουκάμισό του έδειχνε τσαλακωμένο, σαν να είχε εμπλακεί σε μάχη σώμα με σώμα με αγριεμένα σκυλιά και τα γυαλιά του ακουμπούσαν άτσαλα πάνω στην πλακουτσωτή του μύτη. “Είσαι τρελή!”, είπε ξανά και μπήκε γρήγορα στο μικρό αυτοκίνητο που είχε παρκαρισμένο μπροστά στην παλιά μονοκατοικία.
– Ου να μου χαθείς, αρζάνη! είπε με δυνατή, αλλά σταθερή φωνή η κυρά Δέσπω και στάθηκε στα σκαλιά γελώντας
Ο άντρας έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο, που μούγκρισε έντονα όταν ξεκίνησε.
Η κυρά Δέσπω, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε. Ήταν μεταλλική και λευκή, με σκαλιστή πλάτη. Τρεις ίδιες καρέκλες κι ένα λευκό τραπεζάκι στο ίδιο μοτίβο, βρίσκονταν εδώ και πολλά χρόνια στα δεξιά της εξώπορτας του σπιτιού, λίγα βήματα μακριά απ’ την λευκή καγκελόπορτα της αυλής, που έστεκε στολισμένη με αναρριχητικά φυτά σε διάφορα σημεία. Και τριγύρω δεκάδες γλάστρες με λουλούδια σε όλα τα χρώματα.
Τα λουλούδια της ήταν το καμάρι της, ασχολιόταν ώρες μ’ αυτά η κυρά Δέσπω. Τα λάτρευε! Μα το πιο αγαπημένο της, ήταν εκείνη η τριανταφυλλιά φυτεμένη στη δεξιά πλευρά της αυλής, στη γωνία, που έβγαζε τα πιο κόκκινα, τα πιο ευωδιαστά τριαντάφυλλα.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που έβλεπε περαστικούς να κλέβουν τα μπουμπούκια της κι εκείνη έβγαινε τρέχοντας -αεικίνητη, παρά τα ογδόντα της χρόνια- και τους φώναζε να φύγουν. Μια φορά μάλιστα είχε πετάξει έναν ολόκληρο κουβά με νερό σε κάποιον, γιατί δεν του έφτανε το ένα, μα έκοβε κι έκοβε κι όσο του φώναζε, εκείνος έκανε ότι δεν άκουγε. Όταν έφαγε το νερό πάνω στα ρούχα σταμάτησε. (Κι όταν έφαγε και τον κουβά, άδειο πια, δεν ξαναφάνηκε στη γειτονιά).
Η κυρά Δέσπω, ζούσε σ’ εκείνο το σπίτι, από… πάντα! Ακόμη κι οι παλιότεροι κάτοικοι εκείνης της μικρής γειτονιάς στην Καλαμαριά, στην ανατολική Θεσσαλονίκη, τη θυμούνταν εκεί όταν πρωτοπήγαν. Σ’ εκείνη τη μικρή, παλιά, μα προσεγμένη μονοκατοικία, με τα πολλά λουλούδια, τα λευκά κάγκελα στην αυλή και τους πέτρινους τοίχους. Σ’ εκείνη την μονοκατοικία, που παρότι όμορφη και γραφική, έμοιαζε παράταιρη δίπλα στις ψηλές, μοντέρνες πολυκατοικίες με τα μοντέρνα μπαλκόνια και τις κλειστές θέσεις πάρκινγκ στο ισόγειό τους.
Η γειτονιά είχε από χρόνια “εκμοντερνιστεί”. Τα παλιά, φτωχικά, προσφυγικά σπίτια, είχαν δώσει τη θέση τους σε θηριώδη φανταχτερά κτίρια, που προσπαθούσαν να συντονιστούν με την αίγλη που ήθελε πια να έχει ο δήμος Καλαμαριάς. Κι όμως, κάποτε εκεί δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα. Ήταν κυρίως χωράφια, ώσπου το 1922 έφτασαν πάνω από 100.000 πρόσφυγες, κυρίως απ’ την Σμύρνη και τον Πόντο.
Με κατεβασμένα τα κεφάλια είχαν δεχτεί κάποιοι να εγκατασταθούν εκεί, “μας πέταξαν στα τσαΐρια!” έλεγαν. Η Καλαμαριά βρισκόταν μακριά απ’ το κέντρο της πόλης, υπήρχαν ελάχιστες υποδομές, δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου νερό, ενώ η περιοχή ήταν γεμάτη έλη και κουνούπια.
Και κοίτα πώς κατάφεραν μέσα σε κακουχίες, αρρώστιες και φτώχια, να φτιάξουν απ’ την αρχή, σχεδόν με τα ίδια τους τα χέρια, την περιοχή! Και φτιάχτηκαν μαγαζιά και σχολεία και εκκλησίες και πήρε ζωή ένας τόπος που ως τότε είχε μάλλον ελάχιστη αξία. Είκοσι χρόνια αργότερα έγινε και δήμος.
Τότε είχε φτάσει στην περιοχή κι η κυρά Δέσπω. Όχι η ίδια, οι γονείς της. Που κυνηγημένοι απ’ την πατρίδα τους, έφτασαν εκεί και βάλθηκαν να στήσουν τη ζωή τους απ’ την αρχή.
Σαράντα ήταν ο πατέρας της και σαράντα τρία η μάνα της όταν γεννήθηκε. Θαύμα έλεγαν πως έγινε, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν ήταν συχνό να γεννούν οι γυναίκες σε τέτοια ηλικία. Και την είχαν μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι. Και σαν πριγκίπισσα τη μεγάλωσαν, παρά τη φτώχια της εποχής.
Ο πατέρας της ήταν σπουδαίος μάστορας, με τα ίδια του τα χέρια έχτισε αυτή τη μικρή μονοκατοικία, που έμοιαζε στολίδι δίπλα στα τσίγκινα σπίτια των άλλων. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί πήγε σχολείο. Εκεί παντρεύτηκε, εκεί χήρεψε λίγα χρόνια αργότερα, χωρίς να καταφέρει να κάνει ένα παιδί που τόσο λαχταρούσε.
“Ό,τι γράφει καθενός το κιτάπι”, έλεγε συχνά. Το δικό της… κιτάπι, μάλλον έλεγε πως θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της μοναχή, στο μικρό της σπιτάκι, παρέα με τα λουλούδια της…
Πήρε στα χέρια της το λευκό φλιτζανάκι που ήταν γυρισμένο πάνω στο πιατάκι και κοίταξε το ξεραμένο πια κατακάθι. “Μου χάλασε και τον καΐφέ ο αχαΐρευτος!”, είπε φωναχτά κι ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι. Μιάμιση ώρα τον είχε στην αυλή της να της πιπιλάει το μυαλό με το πόσα έχει να κερδίσει αν δώσει αντιπαροχή την μονοκατοικία. Τρία διαμερίσματα της έταξε και το ένα στο ρετιρέ! Σπουδαία ευκαιρία! “Και δύο πάρκινγκ στο ισόγειο!”, της είχε τονίσει. “Και τι να τα κάμω τα πάρκινγκ βρε ζευγέκη; Να παρκάρω τ’ αλόγατα που δεν έχω;”, του είχε ανταπαντήσει, κάνοντας τα ήδη κόκκινα μάγουλά του, να κοκκινήσουν περισσότερο.
“Δεν το δώνω!”, του είπε στο τέλος, αφού εκείνος είχε εξαντλήσει κάθε επιχείρημα που είχε για να της αλλάξει γνώμη. “Δεν το δώνω σε λέω! Άματις φύγω απ’ τη ζωή, έλα να το πάρεις απ’ τους κληρονόμους μου! Αλλά σε λέω… μούντζα θα σου πατήξουν κι αυτοί!”, του είχε πει με τα χέρια στη μέση.
Έξαλλος είχε φύγει ο… στρουμπουλός κυριούλης, όπως όλοι οι εργολάβοι κι οι μεσίτες που είχαν περάσει το κατώφλι της. Κι όλοι έφευγαν άπραγοι – οι περισσότεροι και εκνευρισμένοι απ’ το θράσος και την αγένεια αυτής της μικροκαμωμένης Σμυρνιάς, που όσο μπόι της έλειπε, τόση γλώσσα είχε!
Η κυρά Δέσπω γύρισε το βλέμμα της πίσω, στους πέτρινους τοίχους του σπιτιού. “Με τα χέρια το έχτισα, πέτρα πέτρα…”, θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της. “Αυτό το σπίτι έγινε η πατρίδα που χάσαμε…”, θυμήθηκε τα λόγια της μάνας της.
Αναστέναξε δυνατά. “Τρία διαμερίσματα, ένα στο ρετιρέ. Δύο πάρκινγκ… Ουρσούζηδες! Τον κόπο του πατέρα μου, την ψυχή της μάνας μου…”, ψιθύρισε και γύρισε το βλέμμα στην τριανταφυλλιά στην άκρη της αυλής. “Όχι! Δεν το δώνω!”.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Κάπου στην Καλαμαριά…”
[…] Κάπου στην Καλαμαριά… Κάπου στου Ζωγράφου… […]
[…] Κάπου στην Καλαμαριά… Κάπου στον Άλιμο… […]