Έχω χρόνια να νιώσω ευτυχισμένη. Κι ίσως αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουν οι άνθρωποι που σκέφτονται πολύ. Που αναλύουν πολύ.
Θεσσαλονίκη, 25/5/2026
Ακούμπησε το στυλό πάνω στο μικρό, καφέ τραπεζάκι κι έκλεισε το σημειωματάριό της. Έτριψε τα μάτια της κι έριξε μια τελευταία ματιά απ’ το παράθυρο, έξω στον βρεγμένο δρόμο. Έκλεισε το λαμπατέρ και σηκώθηκε. Έλεγξε την εξώπορτα και τις μπαλκονόπορτες. Κλειστά. Έσπρωξε απαλά την πόρτα του παιδικού δωματίου. Ακούμπησε το βλέμμα της δυο δευτερόλεπτα σε καθένα απ’ τα τρία κρεβάτια. Τα παιδιά κοιμόντουσαν γαλήνια. Έσυρε τα βήματά της στο σκοτάδι και χωρίς ν’ ανάψει το φως, ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Ρύθμισε το ξυπνητήρι στις έξι και είκοσι το πρωί κι έκλεισε τα μάτια.
Αυτή ήταν η ρουτίνα της, χρόνια τώρα. Κάθε βράδυ, δυο σκέψεις στο σημειωματάριό της, ένας γρήγορος έλεγχος του σπιτιού, ένας ακόμη των παιδιών και μετά ύπνο. Άλλες φορές στη μία, άλλες αργότερα. Και το πρωί, το ξυπνητήρι άκαρδα να χτυπά στην ώρα του. Φτιάχνοντας καφέ να ετοιμάζει τα ρούχα, πίνοντας την πρώτη γουλιά να ετοιμάζει τα ταπεράκια και τις τσάντες τους. Να ντύνεται βιαστικά και μετά ν’ ανοίγει το παντζούρι του παιδικού δωματίου κι άλλοτε με χάδια κι άλλοτε με φωνές, να ξυπνάει τα μικρά της για να ετοιμαστούν.
Έπειτα, έμπαιναν όλοι μαζί στο παλιό αυτοκινητάκι της, άφηνε τα δίδυμα στο δημοτικό και με την ψυχή στο στόμα να αφήσει και τον Φωτάκο στον παιδικό, πριν ξεκινήσει για τη δουλειά της.
Οριακά προλάβαινε να φτάσει στο σχολείο των μεγάλων την ώρα που τελείωνε το ολοήμερο. Και μετά βουρ στον παιδικό σταθμό να πάρουν τον Φώτη και να επιστρέψουν στο σπίτι. Να φάνε, να συζητήσουν για τη μέρα τους, να ξεκινήσουν διάβασμα και στο ενδιάμεσο να τους πηγαινοφέρνει στο φροντιστήριο των αγγλικών, στο μπάσκετ του Ανδρέα ή στην ενόργανη της Σταματίνας. “Να δω όταν ξεκινήσει κι ο Φώτης δραστηριότητες, πώς θα προλαβαίνω…”, σκεφτόταν συχνά, μα τις σκέψεις της διέκοπτε (όπως πάντα), κάποιο “Μαμά, πεινάω!” ή “Μαμά, ο Φώτης μ’ ενοχλεί!” ή “Μαμά, πού είναι η κίτρινη μπλούζα μου;”. Το βράδυ, αργά, όταν τα παιδιά είχαν πια αποκοιμηθεί, ήταν η ώρα της. Η ώρα που άφηνε το μυαλό της να τρέξει σε κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα. Σε κάθε μικρή ή μεγάλη δυσκολία. Σε κάθε μικρό ή μεγάλο “πρέπει”. Κι ήταν πολλά… Το μόνο που την γαλήνευε, ήταν όταν αποφάσιζε πως είχε έρθει η ώρα να κοιμηθεί, να γράφει μια μικρή φράση στο μικρό της σημειωματάριο. Μια σκέψη της. Κάτι που την πονούσε ή την ηρεμούσε. Μόνο που τελευταία, όλες οι σκέψεις ήταν θλιμμένες, συννεφιασμένες…
Σε τρεις μέρες έκλεινε τα σαράντα δύο η Σοφία. Σαράντα δύο χρόνια εν ζωή. Δέκα χρόνια μαμά. Τέσσερα χρόνια χωρισμένη.
Τέσσερα χρόνια πριν, λίγες μέρες μετά τα γενέθλιά της, είδε τον άντρα της, αυτόν που νόμιζε πως θα περνούσε ολόκληρη τη ζωή της μαζί του, να πετάει δυο ρούχα μέσα σε μια βαλίτσα.
– Τι κάνεις; Πώς μπορείς; του ούρλιαζε, κρατώντας τον ούτε ενός έτους Φώτη στην αγκαλιά της
– Σοφία, στο ξαναείπα, νιώθω θαμμένος εδώ μέσα! Θέλω να ζήσω! Δεν πάει άλλο!
– Μα τι είναι αυτά που λες; Θα διαλύσεις το σπίτι μας, έτσι απλά;
– Δεν υπάρχει σπίτι, Σοφία! Υπάρχει ένας παιδικός σταθμός που δεν κλείνει ποτέ! 24 στα 7 ακούω φωνές και κλάματα! Δεν μπορώ να βρω ησυχία!
– Στάθη, σύνελθε! Για τα παιδιά σου μιλάς! Είναι μικρά τώρα κι είναι λογικό να…
– Ξέρω, Σοφία, το έχουμε ξαναπεί! Θα μεγαλώσουν και θα ηρεμήσουμε! Και μόλις είπα λίγο μεγάλωσαν τα δίδυμα, τσουπ… αυτό!
– Αυτό; Αυτό είναι το παιδί μας! η Σοφία έσφιξε στην αγκαλιά της τον μικρό Φώτη που έκλαιγε γοερά.
– Δεν ήθελα τρίτο παιδί, στο είχα πει!
– Κι εγώ σου είχα πει να προσέχουμε, Στάθη!
Ο Στάθης της είχε ρίξει ένα υποτιμητικό βλέμμα κι είχε τραβήξει δυνατά το φερμουάρ της βαλίτσας, κατεβάζοντάς την απ’ το κρεβάτι.
– Σου είπα να μην το κρατήσεις… σχεδόν ψιθύρισε όπως περνούσε απ’ το πλάι της, σέρνοντας την γκρι βαλίτσα
– Για να έχεις περισσότερο χρόνο με τη γκομενίτσα. είπε η Σοφία χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει κι η φωνή της δεν έκρυβε καθόλου ερώτηση μέσα
Ο Στάθης σταμάτησε απότομα κι έσφιξε το χερούλι της βαλίτσας που κρατούσε.
– Θα σε πάρει τηλέφωνο ο δικηγόρος μου να κανονίσουμε τη διατροφή.
Η Σοφία είχε μείνει εκεί ακίνητη, με τον Φώτη που απ’ το πολύ κλάμα είχε αποκοιμηθεί μέσα στα χέρια της. Να κοιτάει την μισάνοιχτη και μισοάδεια πια ντουλάπα.
Τα βήματα του Στάθη ακούγονταν όλο και πιο αχνά, μέχρι που το δυνατό κλείσιμο της πόρτας, επισφράγισε τη φυγή του. Είχε κοιτάξει το ρολόι στον τοίχο. Κόντευε δώδεκα. Ακούμπησε απαλά το μωρό στο κρεβάτι κι αφού έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, ντύθηκε βιαστικά, έβαλε τον μικρό στο καρότσι κι έφυγε για τον παιδικό σταθμό, να πάρει τα δίδυμα. Σχολούσαν σε λίγο.
Φοβάμαι. Μα φοβάμαι σιωπηλά. Γιατί αν τα παιδιά νιώσουν πως φοβάμαι κι εγώ όπως εκείνα, δεν θα έχουν από πού να κρατηθούν…
Θεσσαλονίκη, 30/5/2019
Αυτό είχε γράψει σ’ ένα σημειωματάριο που βρήκε ξεχασμένο στο συρτάρι του Στάθη την ίδια εκείνη μέρα. Διαφημιστικό ήταν, μπλε, με κάτι λευκά σκαλισμένα γράμματα. Κι έκτοτε κάθε βράδυ, όσο κουρασμένη κι αν ήταν, έγραφε μια μικρούλα φράση. Σαν να ήταν αυτό η αποσυμπίεσή της μετά από κάθε δύσκολη μέρα.
Δυο χρόνια μετά το χωρισμό, ο Στάθης είπε στα παιδιά πως θα έπρεπε να φύγει στο εξωτερικό. Τον έστελναν εκεί για τη δουλειά. “Θα παίρνω πολλά χρήματα και θα σας στέλνω!”, τους είχε πει περιχαρής. Κι εκείνα δεν είχαν απαντήσει. Μόνο στη Σοφία είχε πει κάποια στιγμή ο Ανδρέας: “Ναι, αλλά εμείς δεν θα τον βλέπουμε…”. Κι εκείνη, που δεν ήξερε τι να του απαντήσει, τον είχε πάρει αγκαλιά και τον είχε σφίξει πάνω της. Γιατί ήξερε πως είχε δίκιο ο γιος της. Ήξερε πως ο Στάθης έφευγε μόνιμα στο εξωτερικό με την σύντροφό του, που διένυε ήδη τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης της. Το είχαν ανακοινώσει στα σόσιαλ, με μια φωτογραφία. Την είχε κοιτάξει η Σοφία, πώς έλαμπε στο πλάι του πρώην συζύγου της. Ήταν όμορφη, νέα, φωτεινή. Κάπως έτσι ήταν κι η ίδια όταν τον είχε γνωρίσει. Κοίταξε τον καθρέφτη της και κατέβασε το βλέμμα. Πού είχε πάει το φως της;
Πάντα έλεγα πως το φως είναι μέσα μας. Μα πόσο φως μπορεί να υπάρχει μέσα στο κενό;Θεσσαλονίκη, 14/7/2021
Αυτό είχε γράψει στο σημειωματάριό της, εκείνη τη μέρα.
Μια καλοκουρδισμένη μηχανή, αυτό ένιωθε. Αυτό ήταν. Διεκπεραίωνε τα πάντα στην ώρα τους. Φρόντιζε για όλα. Τα κατάφερνε όλα. “Ηρωίδα!”, την έλεγε η Όλγα, η συνάδελφός της απ’ το διπλανό γραφείο. Μόνο που εκείνη είχε από χρόνια πάψει να νιώθει έτσι. “Πάει κι αυτή η μέρα…”, αυτή ήταν η τελευταία της σκέψη πριν κλείσει τα μάτια της κάθε βράδυ. Σαν να ξυπνούσε κάθε πρωί μόνο και μόνο για να εκτελεί εντολές και το βράδυ πατούσε το off. “Όνειρα, ελπίδες, χαρά”, λέξεις που είχαν πάψει από καιρό να υπάρχουν στο λεξιλόγιό της. “Να βγει ο μήνας”. “Να πληρώσω το ρεύμα”. “Να πάω στη γιορτή του Φώτη στον παιδικό”. “Να βγάλω τα δίδυμα στο πάρκο το απόγευμα”. “Την Δευτέρα γράφουν μαθηματικά, να κάνουμε επανάληψη”. “Ο Φωτάκος χρειάζεται καινούρια παπούτσια”… Αυτές οι φράσεις γέμιζαν τον σκληρό του μυαλού της, μη αφήνοντάς του χώρο για οτιδήποτε άλλο. Κάθε μέρα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια το ίδιο. Ξανά και ξανά.
Χρειαζόταν κι αυτή μια αγκαλιά, ένα βράδυ στο σινεμά με ένα χέρι να κρατάει το δικό της. Χρειαζόταν ένα “μη φοβάσαι” κι ένα χάδι στα μαλλιά. Μα το “χρειάζομαι” ήταν ένα ρήμα που είχε ξεχάσει πως έχει και α’ ενικό.
– Άνοιξε ένας φίλος ένα μπαράκι στο κέντρο και την Πέμπτη κάνει τα εγκαίνια. Θες να πάμε; την ρώτησε η Όλγα, η συνάδελφός της
– Την Πέμπτη είναι τα γενέθλιά μου! χαμογέλασε η Σοφία
– Τέλεια! Άρα, ναι; η φωνή της έκρυβε προσμονή
– Δεν μπορώ, βρε Όλγα μου… Δεν έχω ν’ αφήσω τα παιδιά, το ξέρεις!
– Η γειτόνισσά σου που στα κρατάει καμιά φορά;
Η Σοφία σήκωσε το βλέμμα της και την κοίταξε. Η Όλγα, η γλυκιά της Όλγα, που τόσα χρόνια είχε ζήσει από κοντά τα άγχη και τις αγωνίες της μετά το χωρισμό της. Που της είχε σκουπίσει δάκρυα απόγνωσης, αλλά και περηφάνειας. Που της είχε σφίξει το χέρι σε κάθε μικρή και μεγάλη νίκη. Που την είχε αγκαλιάσει σε κάθε μικρό ή μεγάλο πρόβλημα. Ένα κορίτσι, σχεδόν δέκα χρόνια μικρότερό της, που της στάθηκε βράχος όταν όλοι οι άλλοι λάκισαν…
– Εντάξει; χαμογέλασε η Όλγα
– Εντάξει. χαμογέλασε η Σοφία
Τελικά η ευτυχία είναι στιγμές. Η αγκαλιά των παιδιών, τα χαμόγελα κι οι πλάκες τους… Μα η ευτυχία είναι και σ’ ένα “ναι” που μπορεί να πεις, εκεί που δεν πιστεύεις ότι μπορείς…
Θεσσαλονίκη, 26/5/2026
Είχε γράψει εκείνο το βράδυ στο σημειωματάριό της.
****
– Χαμογέλα και λίγο… της ψιθύρισε η Όλγα
Η Σοφία σήκωσε τα μάτια απ’ το κινητό της και την κοίταξε.
– Κοιμήθηκαν τα παιδιά. Μόλις μου έστειλε μήνυμα η κυρία Ελένη.
– Τα παιδιά είναι μια χαρά. Σειρά σου τώρα! της χαμογέλασε η Όλγα
Ήπιαν, γέλασαν, στο τέλος χόρεψαν κιόλας! Η Σοφία, χωρίς καν να το καταλάβει, έγινε ένα με την παρέα της Όλγας, άντρες και γυναίκες, που διασκέδαζαν και μιλούσαν δυνατά, πειράζοντας ο ένας τον άλλον.
– Θα ήθελα να σε ξαναδώ… της είχε πει ο Πέτρος, ένας φίλος της Όλγας, την ώρα που εκείνη έβαζε το παλτό της για να φύγει
Σήκωσε το βλέμμα ξαφνιασμένη και τον κοίταξε. Ήταν δεν ήταν τριάντα πέντε. Είχε όμορφα, γελαστά μάτια κι έκανε λακκάκια στα μάγουλά του όταν μιλούσε.
– Εγώ… έχω τρία παιδιά! του είπε σχεδόν σοκαρισμένη
– Σίγουρα θα είναι όμορφα σαν κι εσένα. της χαμογέλασε
– Εγώ δεν… σταμάτησε για λίγο και τον κοίταξε. Σ’ ευχαριστώ. Καληνύχτα. του χαμογέλασε και με αργά και σταθερά βήματα βγήκε απ’ την πόρτα
Ναι, η ευτυχία είναι στιγμές… Και τελικά, εκτός απ’ το να επιβιώνεις, μπορείς και να ζεις…
Θεσσαλονίκη, 28/5/2026
Αυτό είχε γράψει το ίδιο εκείνο βράδυ στο σημειωματάριό της.
Κική Γιοβανοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
