Η Ελίνα όταν ήταν μικρούλα και άκουγε τα τραγούδια που έβαζε η μαμά της, είχε μια αγαπημένη συνήθεια: φορούσε τα τακούνια της μαμάς και χόρευε. Τις πρώτες φορές, φοβόταν η μαμά της μη πέσει με τα τακούνια, την μάλωνε, της ζητούσε να τα βγάλει, να συνεχίσει ξυπόλητη, μα η απάντηση ήταν η ίδια και καθηλωτική: “Μα, τι χορεύτρια είμαι αν δεν κάνουν θόρυβο τα τακούνια στο πάτωμα;”. Έτσι, το πήρε απόφαση, την άφηνε και παρατούσε ό,τι κι αν έκανε και την χάζευε.
Πόσο εντύπωση της έκανε ότι έπιανε τον κάθε ρυθμό και ανάλογα κουνούσε τον μικροσκοπικό κορμό της, τα χεράκια, τα ποδαράκια της. Μεγαλώνοντας, την έγραψε σε σχολή χορού και έδειχνε τόσο ευτυχισμένη στην αίθουσα διδασκαλίας. Ο χορός έγινε το πάθος της. Όταν χρόνια μετά, προετοιμαζόταν για τις πανελλαδικές εξετάσεις και το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο με διάβασμα, ο χορός έγινε η διέξοδος, η αποφόρτιση, το γέμισμα των άδειων μπαταριών σώματος και ψυχής. Ακόμα και σαν φοιτήτρια, έψαξε και εντάχθηκε σε ένα τμήμα latin.
Ένα βράδυ, τελειώνοντας από τον χορό, έβρεχε, βιαστικά πήγε να περάσει τον δρόμο, αλλά πριν προλάβει να φτάσει στην άλλη πλευρά, την χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Έμεινε ανάπηρη. Έχασε κάθε όρεξη για ζωή. Οι προσπάθειες των δικών της ανθρώπων να τις θυμίζουν καθημερινά, πως όλα μπορούσαν να γίνουν, αρκεί να το ήθελε, έπεφταν στο κενό. Με χίλια ζόρια, ένα χρόνο μετά, κατάφεραν να την πείσουν να μη παρατήσει το πανεπιστήμιο. Περισσότερο για να γλυτώσει από την πίεσή τους, το συνέχισε και το τελείωσε. Η μαμά της την παρακαλούσε να ξανά γίνει μέρος της χορευτικής ομάδας. Δεν ήθελε καν να το συζητάει, δεν σήκωνε κουβέντα. Τίποτα όμως δεν μπορεί να σταματήσει μια μάνα που παλεύει για το καλό του παιδιού της, ούτε καν τα επανωτά “όχι” και ο θυμός του ίδιου της του παιδιού. Την έπεισε. Η χοροδιδάσκαλος στο βλέμμα της συγκέντρωσε οίκτο, λύπηση, θλίψη, για το θέαμα απέναντί της και η Ελίνα το εξέλαβε. Το “μα πώς να την εντάξω στην ομάδα;” που άκουσε, σε συνδυασμό με την εικόνα που έβλεπε απέναντί της, στους τεράστιους καθρέφτες της αίθουσας, την ίδια στο αναπηρικό αμαξίδιο, την έκαναν να σκύψει το κεφάλι και δεν έβγαινε μιλιά. Η μαμά της όμως δεν θα το άφηνε έτσι, ούτε θα έσκυβε το κεφάλι.
****
Η Τατιάνα, όταν ήταν μικρούλα και άκουγε τα τραγούδια που έβαζε η γιαγιά της, που την κρατούσε τις ώρες που δούλευαν οι γονείς της, έβαζε τις γόβες της μαμάς της και χόρευε. Πόσο απολάμβανε η γιαγιά αυτές τις στιγμές. Χτυπούσε παλαμάκια και ενθάρρυνε την εγγονή της. Την γράψανε σε μπαλέτο και καμάρωνε που έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη με το κορμάκι, την τουτού, το καλσόν και τις πουέντ! Πώς και πώς περίμενε τις ώρες του μαθήματος. Αργότερα, αναζήτησε σχολή σύγχρονου, μοντέρνου χορού. Δεν ήθελε να διαβάζει, ούτε να σπουδάσει. Όνειρό της ήταν να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον χορό, να ταξιδέψει στο εξωτερικό, να διευρύνει τους ορίζοντές της.
Όταν τελείωσε το λύκειο, έβαλε πλώρη για τις ειδικές εξετάσεις και πιστοποιήσεις, αλλά την πρόλαβε η μηνιγγίτιδα.
Οι γιατροί στο νοσοκομείο την έθεσαν σε καταστολή, θέλοντας να προστατέψουν τον εγκέφαλο από εγκεφαλικό επεισόδιο και για να αντέξει την διασωλήνωση. Την έβλεπε η μαμά της ακίνητη, με τους ορούς και τα καλώδια, με τον ήχο του μπιπ μπιπ από το μόνιτορ των παλμών και γινόταν κομμάτια η καρδιά της. Στην αίθουσα αναμονής η υπόλοιπη οικογένεια αγωνιούσε και προσευχόταν. Την τέταρτη μέρα, αφού τα αντιβιοτικά καταπολέμησαν το μικρόβιο και υποχώρησε η φλεγμονή, κούνησε τα χέρια της, έκανε προσπάθεια να μιλήσει αλλά δεν μπορούσε με τον σωλήνα στο στόμα και την έπιασε βήχας. Ο γιατρός της ζήτησε να πάρει μια βαθιά ανάσα και τράβηξε τον σωλήνα. Άνοιξε τα μάτια της και όλα ήταν μαύρα. Με βραχνή, ψιθυριστή φωνή, τους ζήτησε να ανάψουν τα φώτα. Η μαμά της αστραπιαία κοίταξε τον γιατρό, έντρομη.
– Τατιάνα, κοντεύει μεσημέρι, από τα παράθυρα μπαίνει άπλετο φως.
Η νεαρή κοπέλα, από τον ήχο της φωνής του, γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του, αλλά τα μάτια της έμειναν σταθερά.
– Ποιο άπλετο φως; Εγώ δεν βλέπω τίποτα. Όλα μαύρα. Δεν σας βλέπω γιατρέ, γιατί δεν σας βλέπω;, ρωτούσε με αγωνία η Τατιάνα κι ανοιγόκλεινε μανιωδώς τα βλέφαρα, παλεύοντας να αλλάξει την κατάσταση.
Οι παλμοί στο μόνιτορ ανέβαιναν, το μπιπ μπιπ ακουγόταν επίμονα και τα αναφιλητά από το κλάμα της, δυσχέραιναν το έργο του γιατρού. Με έναν φακό – στυλό, φώτισε τα μάτια της. Οι κόρες, αντανακλαστικά μίκρυναν, αλλά δεν αντέδρασαν στη λάμψη. Της ζήτησε να κοιτάξει το δάχτυλό του και να ακολουθήσει την πορεία του με τα μάτια της, αλλά εκείνα, παρέμεναν σταθερά ενώ το δάχτυλό του κινούνταν.
Για ένα χρόνο, ζούσε μέσα στην κατάθλιψη. Κάποια στιγμή, αποφάσισε πως ο χορός ήταν πάνω κι από την τύφλωσή της. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στις δασκάλες του γκρουπ που πήγαινε μέχρι τελευταία, δεν χρειαζόταν την όρασή της για να δει την λύπη τους που δεν μπορούσαν να την δεχτούν, την άκουγε στον αέρα, την ένιωθε στο δέρμα της. Η δικαιολογία τους ήταν ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την χορογραφία, θα σκόνταφτε πάνω στους άλλους. Έφυγε και κλείστηκε στον εαυτό της. Ο χορός, είχε τελειώσει για εκείνη.
****
Η Χριστίνα όταν ήταν μικρούλα, λάτρευε να φοράει τα ψηλοτάκουνα της μαμάς της και να χορεύει. Πήγαινε μπροστά της και με καμάρι έλεγε: “μαμά, κοίτα με, είμαι μια νεράιδα που χορεύει!”. Εκείνη, βλέποντας την κλίση της, την έγραψε πολύ γρήγορα σε σχολή ευρωπαϊκών χορών. Η Χριστίνα πετούσε, δεν χόρευε. Η δασκάλα της, την έβαζε πάντα σε παραστάσεις και την έστελνε σε διαγωνισμούς. Ήταν το καμάρι της σχολής της. Της ζητούσε να κάνει πρόβες πολλές ώρες την ημέρα, με αποτέλεσμα να μην έχει χρόνο για διάβασμα και ξενυχτούσε για να είναι συνεπής και στο σχολείο. Ένιωθε τόσο πιεσμένη, είχε τόσο άγχος καθημερινά να τα προλάβει όλα, συν το ότι δεν κοιμόταν ούτε τις μισές από τις ώρες που έπρεπε, άρχισε τα βράδια να τσιμπολογάει και κυρίως γλυκά. Έτσι, νόμιζε ότι έπαιρνε ενέργεια για να αντέχει. Στα πρώτα 4-5 κιλά η δασκάλα της έκανε παρατήρηση και της επέστησε την προσοχή. Στα 10 κιλά, την έκοψε από τους διαγωνισμούς και στα 15 κιλά, την έκοψε κι από τις παραστάσεις. Η Χριστίνα ένιωθε σαν νεράιδα με κομμένα φτερά. Ήταν τόσο στεναχωρημένη, έκανε τα γλυκά παρέα της, φίλη της, χαρά της. Στα συν 20 κιλά, η δασκάλα της την χαρακτήρισε “κακό παράδειγμα για τα υπόλοιπα παιδιά” και της ζήτησε να φύγει από την σχολή της.
Ο περίγυρός της την κορόιδευε, σχόλια όπως: “κάποτε χόρευε ο τόφαλος, τώρα ούτε το πόδι της δεν μπορεί να κουνήσει”, την πλήγωναν. Κάποτε ένιωθε νεράιδα και τώρα… ήταν μια φάλαινα.
Στο σχολείο πήγαινε με το ζόρι. Ανυπομονούσε να τελειώσει, να μη ξαναβγεί από το σπίτι. Κι αυτό έκανε. Τελείωσε το λύκειο, χωρίς καν να δοκιμάσει τις δυνάμεις της για εισαγωγή σε πανεπιστήμιο. Δεν έβρισκε νόημα πουθενά. Μόνο στο φαγητό. Εκείνο, δεν την έκρινε όπως έκαναν οι άνθρωποι. Πόσο σκληροί μπορούμε να γίνουμε οι άνθρωποι.
****
Η Κωνσταντίνα όταν ήταν μικρούλα, σε κάθε ευκαιρία που έπαιζε το ραδιόφωνο, κουνούσε το σώμα της στον ρυθμό του τραγουδιού. Έτρεχε γρήγορα γρήγορα, φορούσε τα τακούνια της μαμάς της και συνέχιζε παριστάνοντας την μεγάλη. Μια μέρα, φορώντας τις αγαπημένες της κόκκινες γόβες, μπουρδουκλώθηκε. Έπεσε και χτύπησε. Μέρες μετά, το σημάδι εκείνο στον αγκώνα δεν έφευγε. Η μαμά της, που δεν άφηνε ποτέ τίποτα στην τύχη του, την πήγε στον παιδίατρο κι εκεί, άκουσαν μια λέξη που τους ανησύχησε. “Λεύκη”.
Μέσα στο επόμενο διάστημα, δόθηκε η διάγνωση του αυτοάνοσου νοσήματος του δέρματος, “γενικευμένη λεύκη” και γέμισε το μικρό κορμάκι της εξάχρονης Χριστίνας λευκές κηλίδες στα γόνατα, στα μπράτσα, στους αγκώνες, στα χείλη, γύρω από το στόμα, στα μάτια. Ακόμα και τα βλέφαρα και τα φρύδια, μέχρι τη μέση ήταν άσπρα και τα υπόλοιπα στο κανονικό χρώμα. Στο μελαχρινό δέρμα της Κωνσταντίνας, η διαφορά αυτή την έκανε να μοιάζει περίεργη στα μάτια των άλλων παιδιών. Η Κωνσταντίνα δεν ήθελε να είναι διαφορετική. Το μόνο που ήθελε ήταν να παίζει χωρίς να την κοιτάνε περίεργα και να πάει χορό. Δυστυχώς όμως, κάθε μέρα γινόταν στόχος χλευασμού. Την φώναζαν αγελάδα λόγω της διχρωμίας της, γριά, λόγω της λευκοτριχίας και δεν την ήθελαν κοντά τους, από φόβο έλεγαν, μήπως κολλήσουν. Έκλαιγε συνέχεια και δεν ήθελε να πηγαίνει στο σχολείο. Λίγο διάστημα μετά, άρχισαν να εμφανίζονται “τρύπες” στο τριχωτό της κεφαλής. Σημεία, που δεν είχε καθόλου μαλλάκια, που φαινόταν σαν μπαλώματα. Άλλη μια διάγνωση περίεργη τους μαύρισε την ψυχή. Γυροειδής αλωπεκία σε ένα τόσο δα μικρό κοριτσάκι. Η μαμά της, δεν άντεχε να βλέπει τόσο θλιμμένη την κόρη της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν στο σύλλογο μοντέρνων χορών. Αυτό που δεν περίμεναν με τίποτα ήταν η αντίδραση των ανθρώπων εκεί. Θα ήταν πρόβλημα η συμμετοχή της Κωνσταντίνας, αφού το παρουσιαστικό της θα αποσπούσε την προσοχή των υπολοίπων παιδιών και στις εκδηλώσεις, στις παραστάσεις, στους διαγωνισμούς χορού, θα ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα, δεν θα ταίριαζε με την ομάδα. Η ψυχούλα της δεν χωρούσε άλλο πόνο, άλλη προδοσία από το ανθρώπινο είδος.
Κι όμως, ήταν ακόμα στην αρχή. Μεγάλωνε και ταυτόχρονα μεγάλωνε και η κακία του κόσμου. Στο μεταξύ, είχαν πέσει όλα τα μαλλιά της και το φαλακρό κεφάλι της την έφερνε κάθε μέρα σε δύσκολη θέση. Σε ένα πράγμα ήταν τυχερή. Στο ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να ψάξει για δουλειά, αφού ήταν σίγουρη ότι κανείς δεν θα την έπαιρνε. Δούλευε στην οικογενειακή επιχείρηση ταχυμεταφορών. Η αγάπη της για τον χορό, όχι μόνο δεν σταμάτησε ποτέ, αλλά την έφερνε μπροστά στον καθρέφτη όπου έκανε φιγούρες ολομόναχη.
****
Η μαμά της Ελίνας, νοίκιαζε σε ένα ζευγάρι ένα μαγαζί που είχε κληρονομήσει από τους γονείς της, στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης. Το ζευγάρι το λειτουργούσε σαν μαγαζί με παπούτσια και το τριετές συμβόλαιο έληγε. Μήνες πριν, της είχαν πει ότι δεν είχε δουλειά και σκέφτονταν να το κλείσουν. Τότε της μπήκε η ιδέα. Αρχικά, με δική της προσωπική δουλειά και του άντρα της, άδειασαν το μαγαζί και το έβαψαν. Γύρω γύρω, έβαλαν καθρέφτες και τοποθέτησαν επαγγελματικά συστήματα ήχου. Χρησιμοποίησε τα κοινωνικά δίκτυα με ψευδώνυμο, όχι γιατί ντρεπόταν, αλλά για να μην μαθευτεί τι ήθελε να κάνει, αφού παρέμενε έκπληξη. Έβαλε αγγελία για εθελοντική εργασία, εξηγώντας τι ήθελε. “Αν θέλεις να διδάξεις χορό σε άτομο που κάποιοι άλλοι απέκλεισαν λόγω αναπηρικού αμαξιδίου, είσαι ο άνθρωπός μου. Ξέρω πως δεν είναι εύκολο να πας κόντρα στο ρεύμα, αλλά κάποιοι, γεννηθήκαμε για τα δύσκολα”.
Σκέφτηκε πως μόνο με εθελοντή που θα το κάνει από αγάπη θα γινόταν σωστά κι όχι με επαγγελματία επί πληρωμή, που θα είχε διεκπεραιωτικό ρόλο και φυσικά, ήταν και μια λύση ανέξοδη, γιατί ήδη είχε ξεφύγει από τον προϋπολογισμό τους. Δεν είχε πολλές προτάσεις, αλλά αυτές οι τρεις που είχε, ταίριαζαν με το παραπάνω στο σχέδιό της. Μάζεψε πολλά σχόλια από κόσμο, τους γνωστούς κριτές του πληκτρολογίου, τύπου “πάνε να πλύνεις καλύτερα κανένα πιάτο”, “κάτσε στο καροτσάκι σου, πού να τρέχεις τώρα;”, “τι χορό μου θέλεις ανάπηρη γυναίκα;” και άλλα πολλά, θυμίζοντάς της πόσο σκληρά χρόνια ζούμε, αλλά δεν θα το έβαζε κάτω. Σε μια συνάντηση και με τις τρεις, εξήγησε ότι της ήταν εξαιρετικά συμπαθείς όλες και δεν ήξερε ποια να διαλέξει. Τότε η μια από αυτές, πρότεινε να μείνουν όλες, σε διαφορετικό ωράριο και μέρες. Ένιωθε τόσο ευγνώμων. Τις τύλιξε και τις τρεις στην αγκαλιά της κι αφέθηκε σε ένα βουβό κλάμα χαράς αυτή τη φορά, μετά από πολύ καιρό.
Λίγες μέρες μετά, άλλη μια συνάντηση ορίστηκε. Αυτή τη φορά, θα παρευρίσκονταν και η Ελίνα, που δεν είχε ιδέα. Ο χώρος είχε στολιστεί κατάλληλα για πάρτι κι όλα ήταν έτοιμα. Το πρόβλημα ήταν στο να πείσουν την Ελίνα να βγει από το σπίτι για οποιαδήποτε λόγο.
– Πάμε κοριτσάκι μου μια βόλτα στο πάρκο, να πάρουμε ένα παγωτό, να ταΐσουμε τις πάπιες, να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
– Άσε με ρε μαμά. Δεν έχω διάθεση.
– Κάντο για μένα! Σε παρακαλώ.
– Ουφ, με έπρηξες. Καλά.
Παίρνοντας τον δρόμο για τον σταθμό, απόρησε.
– Μπαμπά, πού πας;
– Θα δεις, είπε εκείνος κρυφογελώντας.
– Τι ετοιμάζετε; Ύποπτοι φαίνεστε.
Δεν απάντησε κανείς τους. Τα μάτια τους που γελούσαν, φανέρωναν την χαρά τους.
Φτάσανε έξω από το μαγαζί τους και είδε καφέ χαρτιά στην τζαμαρία, όπως όταν γίνεται ανακαίνιση.
– Τι γίνεται; Το έκλεισαν το μαγαζί η Χρύσα;
– Ναι, έχει μέρες.
– Και γιατί ήρθαμε;
Και πάλι δεν απάντησε κανείς. Άνοιξαν την πόρτα και από μέσα άρχισαν οι μουσικές, τα φωτορυθμικά, κομφετί να γεμίζουν τον αέρα, επιφωνήματα χαράς και χειροκροτήματα από πολύ κόσμο που ήταν μαζεμένος. Φυσικά ανάμεσα τους οι φίλες και η οικογένειά της, αλλά και πρόσωπα άγνωστα. Δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί ποιοι να ήταν αυτοί που έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της, αφού είχε σαστίσει, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα, με όσα συνέβαιναν μπροστά της. Οι γονείς της τράβηξαν τα χαρτιά από την τζαμαρία και την πλησίασαν.
– Λοιπόν;, την ρώτησε η μαμά της, χαϊδεύοντάς την.
– Τι κάνετε εδώ όλοι; Τι γιορτάζουμε;
– Την νεοσύστατη σχολή χορού μας! και με το χέρι της έδειχνε την τζαμαρία που είχε γραμμένο με καλλιτεχνικά γράμματα “χορός αισθήσεων”. Από δω, οι τρεις δασκάλες μας. Η Θωμαή.
– Χαίρομαι Ελίνα που θα χορεύουμε παρέα.
– Η Ζωή.
– Ελίνα μου, θα κάνουμε φανταστικά πράγματα όλοι μαζί.
– Και η Κάτια.
– Τι λες να ξεκινήσουμε ευθύς αμέσως;
Την πήρε από το χέρι κι έκανε δύο στροφές η Κάτια, παρασύροντας και το αμαξίδιο. Η Ελίνα γελούσε ενώ όλοι χειροκροτούσαν και τους ενθάρρυναν. Όταν τελείωσε η φιγούρα, η μαμά της Ελίνας πήρε πάλι τον λόγο.
– Κάπου εδώ, πρέπει να σου συστήσω και τρία άλλα άτομα. Για ελάτε κορίτσια μου όμορφα.
Πίσω από το πλήθος, ξεπρόβαλλαν η Τατιάνα, η Χριστίνα και η Κωνσταντίνα. Η κάθε μία πήρε τον λόγο και διηγήθηκε περιληπτικά την ζωή της, το πάθος της για τον χορό, τον ρατσισμό που δέχτηκε με το θέμα που αντιμετώπισε με την υγεία και το σώμα της. Καταχειροκροτήθηκαν από όλους, ενώ τα μάτια όλων ήταν βουρκωμένα. Η Ελίνα βρήκε στα λόγια τους, κομμάτια του εαυτού της και τις κοιτούσε σα να είχε απέναντι της καθρέφτη.
Η μαμά της Ελίνας, τις αγκάλιασε μία μία και πήρε τον λόγο.
-Όταν έβαλα την αγγελία στο διαδίκτυο, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα προκύψει αυτό εδώ που ζούμε σήμερα. Ανάμεσα στα κακόβουλα σχόλια που είχα δεχτεί, βρέθηκαν αυτά τα τρία λουλουδοκόριτσα, που απευθείας, δέχτηκαν με περισσή αγάπη να αναλάβουν εθελοντικά. Το ευχαριστώ είναι τόσο λίγο πλάσματα μου όμορφα. Ο Θεός να σας τα επιστρέφει διπλά. Και στις μανούλες σας που δακρύζουν εκεί πίσω, έχω να πω ότι κάνατε πολύ καλή δουλειά με τα παιδιά σας, να τις καμαρώνετε! Σας ευχαριστούμε πολύ. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα σχόλια, διάβασα και άλλα τρία, που με συγκλόνισαν. Τις ιστορίες των άλλων τριών κοριτσιών μου, που μου θύμισαν όσα ζήσαμε εμείς με την Ελίνα μου. Όχι, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να ψαλιδίζει τα όνειρά σας, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σας απορρίπτει, να σας λέει ότι δεν μπορείτε να χορέψετε. Εμείς, δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα σε κανέναν. Απλά θα τους πούμε “κοιτάξτε μας”. Ο χορός δεν χρειάζεται να τελείται από αρτιμελή σώματα, από αψεγάδιαστα σώματα, από υγιή μάτια, από κεφάλια με περίτεχνους κότσους ή όμορφες μπούκλες. Ο χορός δεν πρέπει να βασίζεται στην τέλεια εικόνα, αλλά στο πάθος, στην ψυχή. Κι εσείς κορίτσια μου, αγάπες μου, τα έχετε σε περίσσεια. Είπα πολλά, σας κούρασα. Λοιπόν… χορεύουμε;;;”.
Το χειροκρότημα και τα δάκρυα γέμισαν το χώρο.
Οι τρεις δασκάλες και οι τέσσερις χορεύτριες, που για πολλά χρόνια είχαν θάψει το πάθος τους, άρχισαν να χορεύουν ανά δύο, ανά τρεις, όλες μαζί, επτά γυναίκες που μόλις είχαν γνωριστεί, και σαν αερικά, κινούνταν η μια δίπλα στην άλλη, σα να υπήρχε χορογραφία, σα να έκαναν πολλές πρόβες, σα να χόρευαν χρόνια μαζί, εναρμονίστηκαν τόσο τέλεια. Οι αισθήσεις χόρευαν, η χαρά χόρευε, η αγάπη χόρευε, η ενότητα χόρευε. Η αντανάκλαση στους καθρέφτες, επτά τόσο διαφορετικών οπτικά γυναικών, έδειχνε εφτά τόσο όμοιες τελικά γυναίκες. Μοιραζόντουσαν το ίδιο χαμόγελο, τα ίδια βρεγμένα μάτια, την ίδια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που ζούσαν.
Η σχολή έγινε γνωστή από στόμα σε στόμα, από βιντεάκια που κυκλοφορούσαν. Κι άλλα άτομα με αναπηρίες, με προβλήματα, μπήκαν στην παρέα. Άνθρωποι που εκεί μέσα, ήταν οι εαυτοί τους και ήταν αποδεχτοί. Δεν ντρέπονταν για το σώμα τους, για τις αναπηρίες τους, δεν κρύβονταν. Μόνο έκαναν αυτό που είχαν ανάγκη, χόρευαν και βρήκαν μια ανοιχτή αγκαλιά.
Τα τέσσερα κορίτσια, έγιναν φίλες, περνούσαν πολύ χρόνο μαζί και χόρευαν. Χόρευαν πολύ. Οι δασκάλες τους, ήταν αποφασισμένες να τις βάλουν σε διαγωνισμό χορού. Αυτό ήθελε λίγο χρόνο ακόμα για να τις πείσουν. Είχαν έντονα τα σημάδια της απόρριψης στην ψυχή τους. Εκείνες όμως θα επέμεναν. Μία γυναίκα σε αμαξίδιο, μία τυφλή, μία με περισσότερα κιλά και μία χωρίς μαλλιά και κηλίδες στο δέρμα, σε διαγωνισμό χορού. Όχι για να διεκδικήσουν διακρίσεις. Για να διεκδικήσουν τα όνειρά τους και την θέση που ανήκει η καθεμία, σε τούτο τον κόσμο.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
