Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο καθρέφτης του Λύκου

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]*Ο καθρέφτης του Λύκου

της Ρούνα Ρόντεμπεργκ

(Τεύχος Φεβρουαρίου, 1901, σελ. 8-12)

«Το βράδυ που θα έρθει ο Λύκος
Ένα πράγμα πρέπει να κάνεις
Στον καθρέφτη πήγαινέ τον
Τον εαυτό του να δει αίφνης.

Πριν τραφεί από εσένα
Μια ευκαιρία θα έχεις
Σπάσε τον καθρέφτη
Την ψυχή του για να γιάνεις!»

Η νύχτα ήταν κρύα και ο αέρας δριμύς, ενώ η βροχή έλουζε μέρες τώρα το χωριό της κοπέλας που έτρεχε αλαφιασμένη, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω της, προς τον νεαρό και πολύ όμορφο άντρα που την ακολουθούσε με σταθερό και σχετικά αργό βήμα, χωρίς να βιάζεται. Η Φίνια, όμως, επειγόταν να του ξεφύγει, γιατί πλέον ήξερε την αλήθεια για αυτόν, κι είχε κάνει το λάθος να σταθεί απέναντί του, ανάμεσα σε ένα πλήθος γνωστών και αγνώστων που είχαν μαζευτεί για τον ετήσιο χορό, και να του πει ότι είχε μάθει τι ήταν: ένα τέρας, ένας Werwolf, ένας λυκάνθρωπος που κρυβόταν ανάμεσα σε αθώους, φορώντας το ανθρώπινο τομάρι του για να τους παραπλανεί, κι έπειτα, όταν τους ξεμονάχιαζε, πετούσε από μέσα του και από πάνω του κάθε ανθρωπιά, άφηνε ελεύθερο τον Λύκο που ο Διάβολος είχε ενσταλάξει στην ψυχή του και κατασπάραζε τα θύματά του, και το μόνο που απέμενε το πρωί ήταν αίματα, κόκαλα, σκισμένα ρούχα και οδυρμοί μητέρων, πατεράδων, αδερφών, τέκνων.

Οι άλλοι μες στην στολισμένη και κατάφωτη αίθουσα είχαν παρακολουθήσει βουβοί τα ουρλιαχτά και τις κατηγόριες της Φίνια προς τον νεαρό, τον Νίκλας, ο οποίος στεκόταν ευθυτενής και χαμογελαστός, κρατώντας την ντάμα του και κοιτούσε τη Φίνια με τα βρεγμένα ρούχα και τα λασπωμένα ξανθά μαλλιά, και μόνο τη Φίνια που έπαιρνε βαθιές ανάσες, χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια ή δίχως να προσπαθήσει να δικαιολογήσει τον εαυτό του ή να προσπαθήσει να ηρεμήσει την μαινόμενη κοπέλα. Την άφηνε να μιλάει για εκείνον σαν να ήταν δούλος του Διαβόλου, ένας προδότης του Θεού, των ανθρώπων, της πλάσης ολάκερης, που ευχαρίστως είχε συνάψει συμφωνία με τον Αφέντη του, ώστε να του προσδώσει δαιμονικές δυνάμεις, με αντάλλαγμα όχι μόνο τη δική του ψυχή μα και των άλλων που θα έπεφταν στα λυκίσια χέρια του.

Η κοπέλα είχε προσπαθήσει να εξηγήσει σε όλους τους άλλους τι επικίνδυνο τέρας βρισκόταν ανάμεσά τους και ότι θα έπρεπε να του επιτεθούν αμέσως. Επικαλέστηκε όλες τις πρόσφατες απαγωγές και τους φριχτούς θανάτους που είχαν βρει αθώους και αθώες από το χωριό της και πολλά άλλα κοντινά σε αυτό, όμως γρήγορα κατάλαβε πόσο μάταιο ήταν να προσπαθήσει να αφυπνίσει τους άλλους: την κοιτούσαν σαν να ήταν τρελή, σαν να την είχε κυριεύσει η θλίψη και ο πόνος λόγω του ότι οι γονείς της είχαν πεθάνει πριν από λίγες ημέρες με παρόμοιο φοβερό τρόπο όπως τόσοι άλλοι.

Καθώς παρατηρούσε τους παρευρισκόμενους, η Φίνια αναλογίστηκε ότι από στιγμή σε στιγμή θα την πλεύριζαν και θα την έδιωχναν, κι είχε δίκιο. Όπως είχε δίκιο και για κάτι ακόμα ότι: ότι εντέλει ο λυκάνθρωπος, ο Νίκλας, που για χάρη του δεκάδες νεαρές κυρίες (ή και μεγαλύτερες) θα ξυλοκοπούσαν η μία την άλλη, έδρασε μόνο όταν οι πιο… ψύχραιμοι και πιο ευκατάστατοι αποφάσισαν να επέμβουν και να συνοδέψουν τη Φίνια εκτός της αίθουσας.

Αυτό που έκανε ο Νίκλας ήταν να αφήσει την συνοδό του (προς μεγάλη της απογοήτευση) και να προτείνει να μιλήσει ο ίδιος στην ωρυόμενη Φίνια, κάτι που μερικοί προσπάθησαν να αποτρέψουν, μα εντέλει όλοι συμφώνησαν όταν έτσι έπρεπε να γίνει, αδιαφορώντας ή μη προσέχοντας πως ο Νίκλας είχε σοβαρέψει πλέον και η ομορφιά του χανόταν, δίνοντας σιγά-σιγά τη θέση της σε κάτι άλλο, σε κάτι άσχημο και εχθρικό.

Η Φίνια απεγκλωβίστηκε ρίχνοντας κάτω τους άντρες που την είχαν πιάσει για να τη συνοδέψουν έξω (και οι οποίοι δεν περίμεναν τέτοια δύναμη από μια μικρόσωμη γυναίκα) και έτρεξε μακριά, ξέροντας ότι θα είχε να διανύσει μια μεγάλη απόσταση μέχρι το σπίτι της, ενώ θα την κυνηγούσε ένα τέρας που μπορούσε να την προλάβει σε μια στιγμή. Αλλά έπρεπε να φτάσει πρώτη, γιατί θα είχε μόνο μία ευκαιρία απέναντί του. Εφόσον οι άλλοι δεν πίστευαν τα λεγόμενά της και δεν θα έκαναν τίποτα, έπρεπε η ίδια να αντιμετωπίσει το τέρας, κατά τον τρόπο που είχε μάθει από το παλιό ποίημα που έλεγε η μητέρα της, με τίτλο Ο καθρέφτης του Λύκου: αν έσπαγε τον καθρέφτη στον οποίο στεκόταν μπροστά ο λυκάνθρωπος, τότε το τέρας θα αντίκριζε την μορφή με την οποία είχε γεννηθεί κατ’ εικόνα του Θεού και έπειτα θα σκοτωνόταν εξαιτίας της κατάρας που του είχε δωρίσει ο Διάβολος.

Δεν υπάρχει σωτηρία για αυτά τα πλάσματα, Φίνια, έλεγε η μητέρα της. Ειδικά αν κατάντησαν έτσι από δική τους επίκληση προς τον Διάβολο. Αν όχι… τότε ίσως και να μη χαθεί κάθε ίχνος ανθρωπιάς μέσα τους.

Ενώ έτρεχε, ανάμεσα στους ανήσυχους ήχους που έβγαζαν τα ζωντανά των συγχωριανών της (τα οποία, αντίθετα με τους ιδιοκτήτες τους, ήξεραν ότι κινδύνευαν), άκουσε τις φωνές του, ήρεμα λόγια, πατρικά ή αδερφικά, σχεδόν καταπραϋντικά, που δεν έκρυβαν θυμό, μα η Φίνια ήξερε ότι μέσα τους υπήρχε δόλος και σκέψεις γεμάτες αίμα και σάρκα που αφαιρείται από το κορμί. Δεν έδωσε σημασία σε όσα της έλεγε, στα καλοπιάσματα, στις κολακείες και τις υποσχέσεις του, γιατί εκείνη, αντίθετα από τις άλλες γυναίκες που είχαν μαγευτεί από δαύτον, ήξερε τι μοίρα περίμενε όποιον ή όποια συντρόφευε τον Λύκο. Την καλούσε να λογικευτεί, να φανεί γενναία και να έρθει κοντά του, γιατί μπορούσε να της προσφέρει μια ζωή γεμάτη απολαύσεις, μια ζωή αθάνατη, μακριά από ανούσιες έγνοιες και συναισθήματα μοιρολατρικά. Κι όσο περισσότερο μιλούσε, τόσο πιο πολύ άλλαζε η φωνή του, γινόταν πιο βραχνή, σαν να είχε κρυολογήσει ή σαν να είχε κάψει το λαιμό του ένα δυνατό πιοτό. Άκουσε τα γέλια του, που έμοιαζαν με κρωξίματα πουλιών ή γαβγίσματα αλεπούδων. Μα, σε αντίθεση με τη Φίνια (που πλέον είχε κουραστεί από το κρύο, τα μουλιασμένα ρούχα και το τρέξιμο), ο άτιμος, ο αχρείος δαίμονας, παρέμενε ατάραχος, αφού συνέχιζε να κινείται με τον ίδιο ρυθμό που είχε επιλέξει.

Κάποια στιγμή, είδε το σπίτι της, που με τόσο κόπο το είχαν χτίσει οι πρόγονοί της και που οι γονείς της το είχαν πάντα καθαρό (αχ, ο καλός μου ο πατέρας και η γλυκιά μου η μητέρα… σκεφτόταν), και τότε οι φωνές του τέρατος έπαψαν και τα βήματά του σαν να σταμάτησαν. Η Φίνια έφτασε και άγγιξε το πόμολο της ξύλινης πόρτας και το γύρισε λίγο, μα δεν μπήκε αμέσως στο σπίτι, παρά αποτόλμησε να κοιτάξει πίσω της. Έκανε στην άκρη τα φωτεινά, βρεγμένα μαλλιά της και παρατήρησε μες στο σκοτάδι και το όποιο φως παρείχαν οι ελάχιστες λάμπες τα σπίτια, τις αυλές, τα δέντρα, τους στάβλους… Αναζήτησε κάποια ένδειξη για το πού ήταν ο Νίκλας, αν την ακολουθούσε ακόμα ή αν τα είχε παρατήσει, όμως δεν τον είδε πουθενά.

Τότε, πάνω από το κεφάλι της, από τη σκεπή, άκουσε ένα γρατσούνισμα και ένα «Έι, μικρούλα μου εσύ!» Κοίταξε και τον είδε να κρέμεται από τον τοίχο. Τα ρούχα του, πολύ όμορφα και ακριβά, είχαν γίνει κουρέλια, αφού το σώμα του είχε διογκωθεί. Τρίχες κάλυπταν κάθε σημείο του, ενώ στα πόδια και τα χέρια είχε μαύρα γαμψά νύχια, τα οποία είχε καρφώσει στον τοίχο. Το πρόσωπό του ήταν το χειρότερο: είχε μακρόστενο πηγούνι, καταπράσινα μάτια, τριγωνικά αυτιά και πολύ μυτερά λευκά δόντια. Χαμογελούσε σαρδόνια στη Φίνια, ή έτσι νόμιζε εκείνη. «Έλα, όμορφη μικρούλα, έλα να γίνεις η ερωμένη μου σε μια αγκαλιά πόνου και θανάτου!»

Η Φίνια δεν θα περίμενε από εκείνον να κατέβει: άνοιξε διάπλατα την πόρτα και πήδησε στο εσωτερικό, στιγμές πριν προσγειωθεί ο Νίκλας στο κατώφλι. Μήτε γύρισε ξανά να τον ατενίσει, παρά έσπευσε στο δωμάτιο όπου είχαν τον καθρέφτη.

Εκείνος την ακολούθησε, αλλά αυτή τη φορά, παραδομένος πλήρως στο κτήνος που ζούσε στην ψυχή του, και μάλιστα, προς κακή της τύχη, πρόλαβε να την αρπάξει, να σκίσει το πανωφόρι της στο ύψος του ώμου της και να τη ρίξει στο δάπεδο. Βρέθηκε γονατιστός κοντά της, να περπατάει στα τέσσερα γύρω της, μυρίζοντάς την, βγάζοντας ρουθουνίσματα ικανοποίησης. Η Φίνια ένιωσε το σώμα της αδύναμο να κουνηθεί, και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν όταν ο Νίκλας πήρε στα τριχωτά χέρια του το πρόσωπό της. Ήξερε ότι το τέλος της ήταν κοντά πια, κι έτσι, λίγο πριν εκείνος μπήξει τα δόντια του στο δέρμα της, η Φίνια βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Όταν ξύπνησε, δεν κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε αλλάξει μέσα της, κυρίως γιατί πλέον η ψυχή της είχε διαφθαρεί. Ανασηκώθηκε και είδε πρώτα τον Νίκλας, ως λυκάνθρωπο ακόμα, να στέκεται παράμερα και να την κοιτάζει χαμογελαστός, ικανοποιημένος, ξέροντας αυτό που εκείνη συνειδητοποιούσε: δεν θα ήταν μόνος του, αλλά θα είχε και ερωμένη, τη δική του νύφη, να τον συντροφεύει στην αθάνατη ζωή τους και στο κυνήγι. Η Φίνια ήταν σαν αυτόν πια, ένα τέρας, μια υπήκοος του Διαβόλου, έστω κι αν αυτό είχε συμβεί παρά την θέλησή της. Ο Νίκλας την είχε καταραστεί με το δηλητηριασμένο φιλί του. Δεν την σκότωσε, αλλά, για τους δικούς του σκοπούς, είχε αποφασίσει να την κάνει δική του.

Είμαι δική του. Ένας δαίμονας, ένα τέρας. Ένας Λύκος. Είμαστε δύο Λύκοι πλέον.

Ο Νίκλας την περιεργάστηκε κι άλλο, και έπειτα την πλησίασε και άρχισε να της μιλάει με τη σκέψη του, προβάλλοντάς της εικόνες που, παλιότερα, θα της είχαν προκαλέσει εφιάλτες και εμετό, αλλά τώρα της διέγειραν την όρεξη για τροφή και για να ζήσει αιωνίως και να αφαιρεί άλλες ζωές, σαν… σαν του ζευγαριού που κάποτε ζούσε σε τούτο το σπίτι, και που κάτι σήμαινε για εκείνη, κάτι μάλλον σημαντικό, κάτι που την έκανε να νιώθει ένα μίασμα, ένα βδέλυγμα, λερωμένη από ακαθαρσίες σατανικών ανθρώπων… Και κάποια λόγια ήρθαν στον νου της, κάποια παράξενα και δυσοίωνα λόγια, που τα εξέφραζε μια γυναικεία φωνή που ήταν τόσο γλυκιά, αλλά τα λόγια εκείνα φαίνονταν απειλητικά, μα και κάπως λυτρωτικά…

Κι η λυκάνθρωπος Φίνια, καθώς ένιωσε το άγγιγμα του χεριού του άλλου λυκανθρώπου, του Νίκλας, αφέθηκε σε εκείνη την εσωτερική φωνή της γυναίκας που από κάπου την ήξερε, και, δίχως να ελέγχει τον εαυτό της, άρπαξε το χέρι του άλλου, του φονιά της ψυχής της, του προδότη που είχε συνάψει συμφωνία με τον Διάβολο, και, παρότι εκείνος δεν κατάλαβε τις προθέσεις της, τον έσυρε ως το δωμάτιο που κάποτε μοιραζόταν το ζευγάρι που είχε φονευθεί από εκείνον, και εκεί βρέθηκαν να κοιτάζονται σε έναν καθρέφτη, η μία δίπλα στον άλλο, και μόνο τότε ο Νίκλας αντιλήφθηκε τι επρόκειτο να συμβεί, αλλά η παλιά Φίνια που κάπως είχε επιβιώσει μέσα στο τέρας που είχε πάρει τη θέση της πέταξε μπροστά το άλλο χέρι και τα γαμψά νύχια διέλυσαν τον καθρέφτη. Και στα κομμάτια που έπεσαν στο δάπεδο οι μορφές των Λύκων έγιναν πρώτα ξανά ανθρώπινες, κι ύστερα πέθαναν δίπλα-δίπλα, καταραμένοι από το άγγιγμα του Διαβόλου.

«Το βράδυ που θα έρθει ο Λύκος
Ένα πράγμα πρέπει να κάνεις
Στον καθρέφτη πήγαινέ τον
Τον εαυτό του να δει αίφνης.

Πριν τραφεί από εσένα
Μια ευκαιρία θα έχεις
Σπάσε τον καθρέφτη
Την ψυχή του για να γιάνεις!»

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Ρούνα Ρόντεμπεργκ γεννήθηκε το 1871 στο Βερολίνο, όπου ζει με τους γονείς της και εργάζεται στο μαγαζί που διατηρούν. Της αρέσουν πολύ οι ιστορίες που έγραφαν ο Γκαίτε, ο φον Κλάιστ και ο Χόφμαν.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Τα βρήκαν ποτέ με τα πρόβατα οι λύκοι;

Είμαι Καλά (Και Άλλα Ψέματα)

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading