Μάρω

Στην κηδεία της Μάρως δεν πήγε κανείς. Άνθρωπος δεν πάτησε το πόδι του. Γιατί άλλωστε; Λίγα τους είχε κάνει;

Ο παπάς μοναχός του ήταν. Ούτε ψάλτης, ούτε νεωκόρος πήγε. Όσο έψελνε ο ιερέας, τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμια από τα μάτια του. Τα έβαζε με τον εαυτό του που δεν κατάφερε να σώσει αυτήν τη ψυχή. Χιλιάδες φορές είχε κάτσει να της μιλήσει πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Δεν κατάφερε ποτέ να την μεταπείσει.

Πάντα πίστευε η Μάρω πως τα λεφτά ήταν η απάντηση στις προσευχές της. Φτωχικά μεγάλωσε και ονειρευόταν την στιγμή που θα κολυμπούσε στο χρήμα. Σιχαινόταν την φτώχεια που την περιτριγύριζε από μικρή και είχε βάλει σκοπό να αλλάξει την ζωή της. Με κάθε κόστος. Ακόμα και αν έπρεπε να πατήσει πάνω σε άλλους ανθρώπους. Ακόμα κι αν αυτοί ήταν οι συγχωριανοί της.

Έφυγε με τη πρώτη ευκαιρία από το χωριό και κατέβηκε στην πόλη. Εκεί έζησε για πολλά χρόνια και έκανε πολυτελή ζωή. Κανείς δεν ήξερε τι δουλειά έκανε, πού έμενε, με ποιους συναναστρεφόταν. Μόνο μία μέρα, σε μεγάλη πια ηλικία, τα παράτησε όλα και γύρισε πάλι στο χωριό. Με δυσκολία μπήκε ξανά στην μικρή κοινωνία του χωριού καθώς την έβλεπαν καχύποπτα οι χωριανοί. Αυτή για να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους άρχισε να δίνει χάρες. Ουρά έκαναν έξω από το σπίτι της για να πάρουν την βοήθειά της. Πάντα σε ένα φάκελο κλειστό έβαζε τα χρήματα. Για να μην ξέρει κανείς πόσα έδινε. Και τι δεν τους έταζε για να δανειστούν από τα χέρια της. Τους έλεγε ότι δεν θα τα ζητήσει σύντομα, ότι θα καταφέρουν να κάνουν το σπίτι τους μεγάλο, το μαγαζί διπλάσιο, την ζωή τους εύκολη.

Ψέματα ήταν φυσικά γιατί δεν πέρασε πολύς καιρός και άρχισε να τα ζητά πίσω με τόκο. Μάγκωσε μερικούς στην αρχή για να φοβηθούν οι υπόλοιποι. Πήρε τα πρώτα χωράφια. Μετά δύο μαγαζιά. Όταν πήρε το πρώτο σπίτι έπεσε κεραμίδα πάνω στα κεφάλια των ανθρώπων. Άρχισαν να ξεπουλάνε ό,τι είχαν και δεν είχαν για να την ξεπληρώσουν και να μην χάσουν τις περιουσίες τους. Μα η Μάρω δεν καταλάβαινε από παρακάλια. Αυτό ήταν το σχέδιό της. Να κολυμπά στα λεφτά που τόσο λαχταρούσε από μικρή να αποκτήσει. Είχαν πέσει φυσικά και υπογραφές για να τους έχει στο τσεπάκι της.

Όλο το χωριό κρατούσε πια στα χέρια της και γελούσε που όλοι πιάστηκαν κορόιδο. Ούτε ένας δεν κατάφερε να σώσει το σπίτι του. Έτσι πήραν την μεγάλη απόφαση οι κάτοικοι και με βαριά καρδιά εγκατέλειψαν το χωριό. Έμεινε μόνη η Μάρω με όλα τα σπίτια δικά της να κολυμπά στο χρήμα. Όπως το είχε ονειρευτεί.

Δεν ξέρουμε πότε πέθανε η Μάρω αλλά ξέρουμε πως όταν συνέβη ήταν ολομόναχη. Ο παπάς πήγε να την επισκεφτεί και την βρήκε πεσμένη στο πάτωμα να προσπαθεί να συρθεί. Να πάει πού άραγε; Κάποιοι άνθρωποι διαλέγουν και ζουν στην κόλαση πολύ πριν πάνε εκεί.

Με τα χρόνια χάθηκαν όλα, ξεράθηκαν τα χωράφια και έπεσαν τα σπίτια. Κάποια ανίψια από τον μεγάλο της αδερφό εμφανίστηκαν μα σφάχτηκαν και αυτά και ποτέ δεν αξιοποίησαν την τεράστια περιουσία που άφησε η θεία τους. Τι χάρηκε άραγε η Μάρω; Μια γεμάτη τσέπη. Τι πήρε μαζί της; Μια ψυχή άδεια. Αυτή ήταν η ζωή και το τέλος που διάλεξε η ίδια.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Μάρω”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading