Τα σύννεφα ήταν εκεί την πρώτη φορά που η Εριφύλλη συνάντησε τον Στέφανο. Σαν αυλαία θεάτρου που ανοίγει για την πρώτη πράξη, μια πανδαισία ρόδινων και χρυσαφένιων νεφών ξεδιπλώθηκε μεγαλόπρεπα πλαισιώνοντας μια λιτή σκηνή:
Ένας άντρας, ντυμένος στην πένα που έμοιαζε να έχει φυτρώσει στη μέση του πουθενά, στεκόταν στην άκρη του δρόμου κοιτάζοντας τριγύρω, με την έκφραση κάποιου που ψάχνει προς τα πού να πάει.
Γιατί είναι έτσι ντυμένος;, αναρωτήθηκε η Εριφύλλη που στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, έχοντας μόλις βγει από την αυλόπορτα του σπιτιού της. Η απορία της ωστόσο, γρήγορα μετατράπηκε σε έκπληξη. Γιατί εκείνη τη στιγμή είδε τον νεαρό άντρα να σηκώνει το βλέμμα του ψηλά στον ουρανό, ανιχνεύοντας κάτι που μόνο εκείνος ήξερε. Κι ύστερα, ακόμα πιο παράξενο, να απομένει ορθός εκεί, με μια ονειροπόλα, σχεδόν νοσταλγική έκφραση, ατενίζοντας για ώρα τα ποικιλόχρωμα σύννεφα που γλιστρούσαν γαλήνια στο στερέωμα.
Μα γιατί στέκεται εκεί; Τι περιμένει και κοιτάζει τόση ώρα τα σύννεφα λες και είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο;. Ένα σωρό ερωτήσεις συνωστίζονταν στο νου της Εριφύλλης χωρίς να παίρνει απάντηση. Κάτι πάνω στον άγνωστο, της δημιουργούσε μια ανησυχία που δεν μπορούσε να καταλαγιάσει. Γιατί όμως; Προσπάθησε να βρει την αιτία και δεν άργησε να τη βρει. Πώς βρέθηκε εδώ; Δεν είχε δει κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο στην περιοχή για να δικαιολογεί τον ερχομό του. Μήπως είχε έρθει από τα κοντινά σπίτια της περιοχής; Μάλλον, απίθανο, απάντησε στον εαυτό της, αν ήταν από εδώ, όλο και θα τον είχε πάρει το μάτι μου στις βόλτες μου. Δεν ήταν υπερβολή αυτό, καθώς το πατρικό της, ένα δίπατο με μεγάλη αυλή όπου είχαν την οικογενειακή ταβέρνα στο ισόγειο, ήταν πάνω στην εθνική οδό λίγο έξω από την πόλη. Κι η Εριφύλλη, από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, μην έχοντας και πολλές άμεσες επιλογές διασκέδασης, τριγύριζε συχνά σε αυτού του είδους τους περιπάτους στον παράδρομο κατά μήκος της εθνικής και περνούσε από αυτά τα σπίτια. Γνώριζε λοιπόν πολύ καλά τα μέρη και τους ανθρώπους εκεί, καθώς όλα αυτά τα χρόνια, στην αρχή οραματιζόταν το μέλλον, ενώ τώρα παρατηρούσε από κοντά το αντικείμενο της δουλειάς της, που δεν ήταν τίποτε άλλο από… χμ, για δες τι παράξενη σύμπτωση! Ναι, τα σύννεφα.
Χαμογέλασε λοξά με τον απροσδόκητο σύνδεσμο, επιστρέφοντας στην παρατήρηση του αγνώστου. Ακόμα τα κοιτάζει, σκέφτηκε ακόμα πιο απορημένη, μα τι ψάχνει εκεί πάνω; Ακολούθησε μηχανικά το βλέμμα του, βλέποντας με τη σειρά της τους καμπυλόσχημους νεφελώδεις όγκους που κινούνταν νωχελικοί στο δειλινό.
Η Εριφύλλη ωστόσο, πέρα από την ρομαντική εικόνα των απαλών αποχρώσεων και των σχημάτων που γεννούσε η ποικιλομορφία των νεφών στη φαντασία των ανθρώπων, έβλεπε και την επιστημονική εξήγηση, δηλαδή τον καιρό. Κι αυτή τη φορά ένιωσε ικανοποίηση με τα συμπεράσματά της.
Λοιπόν, σήμερα όπως και χτες, ο καιρός θα έχει λιακάδα, χωρίς έντονο αέρα, μέτρια θερμοκρασία και υγρασία, με λίγα λόγια μια υπέροχη μέρα για βόλτα.
Η Εριφύλλη ήταν δραστήρια και αφοσιωμένη μετεωρολόγος, ένα επάγγελμα που είχε γεννηθεί από την αγάπη της για τα ίδια τα σύννεφα που τώρα κοίταζε. Όπως κι αυτός ο άγνωστος. Πραγματικά, τι περίεργη σύμπτωση, τώρα που το σκεφτόταν. Εκείνη εντάξει, τα αγαπούσε εδώ και χρόνια, αλλά αυτός… τι άραγε έκανε εκεί τώρα; Τον κοίταξε γι’ άλλη μια φορά να παραμένει στην ίδια στάση, ορθός κι ακίνητος με το βλέμμα ψηλά. Με μια ξαφνική παρόρμηση κίνησε προς το μέρος του και με κάθε βήμα, η απορία της μεγάλωνε. Γιατί ο άγνωστος έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον γύρω του με τη ματιά του προσκολλημένη εκεί ψηλά, στο ουράνιο στερέωμα. Λες και περίμενε κάτι… Αλλά τι;
«Συγγνώμη…», του είπε κάπως διστακτική, όταν έφτασε κοντά του, «… ψάχνετε κάτι;».
Εκείνος στην αρχή δεν αντέδρασε, φορτίζοντας την αμηχανία της ακόμα περισσότερο. Αλλά μετά την κοίταξε και ένα αχνό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του. Σαν να είχε δει κάτι… οικείο πάνω της. Οικείο; Από πού κι ως πού; Άλλο πάλι και τούτο! ξεφύσησε από την αλλόκοτη αίσθηση, μια που δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της. Ήδη μετάνιωνε που τον είχε πλησιάσει και σκεφτόταν να βρει έναν τρόπο να φύγει, όταν η φωνή του, με έναν ζεστό και παράξενα καθησυχαστικό τόνο, τη σταμάτησε.
«Είναι στ’ αλήθεια όμορφα τα σύννεφα εδώ, καταλαβαίνω γιατί σου αρέσουν τόσο πολύ».
Στο άκουσμα της φωνής του άντρα, οι σκέψεις της σκόρπισαν σαν φύλλα παρασυρμένα από τον άνεμο. Ώστε στ’ αλήθεια τα κοίταζε τόση ώρα, βεβαιώθηκε χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνει τον λόγο. Τότε, της ήρθε στον νου, το τέλος της φράσης του: Γιατί σου αρέσουν τόσο πολύ.
Μα πού το ξέρει ότι μου αρέσουν τα σύννεφα και μάλιστα πολύ; Κοίταξε από ένστικτο ψηλά και η θέα της ολοπόρφυρης νεφελώδους απεραντοσύνης την αιχμαλώτισε φευγαλέα.
«Πώς στην ευχή το ξέρεις;», στράφηκε απότομα προς το μέρος του άντρα συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι τόση ώρα εκείνος την περίμενε υπομονετικά να του μιλήσει, χωρίς να δείχνει να προσέχει την έλλειψη ευγένειας.
«Ας πούμε ότι το μάντεψα… και από ό,τι βλέπω, μάντεψα σωστά», της είπε χαμογελώντας καλοδιάθετα σαν να ήταν παλιοί γνωστοί. Αμέσως μετά, άπλωσε το χέρι του για να της συστηθεί: «Στέφανος Μπέλλος, χάρηκα». Κοίταξε για μια στιγμή το χέρι του κι ύστερα το πρόσωπο με την ήρεμη και φιλική έκφραση. Δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει, ωστόσο κάτι πάνω του, αυτή η υπερβατική σχεδόν ηρεμία του, λες κι ήταν απόλυτα φυσιολογικό να τριγυρνά στις ερημιές και να χαζεύει τα σύννεφα, αντί να της εντείνει την αρχική ανησυχία που της είχε προκαλέσει ο ερχομός του, την καθησύχασε.
«Εριφύλλη Μακρινάκη», του ανταπόδωσε τη χειραψία, κι ας της έλεγε ο πάντα πρακτικός νους της να είναι επιφυλακτική, γιατί πού ξέρεις ότι δεν είναι επικίνδυνος;
Ίσως να είχε ακούσει τη σκέψη της, γιατί το χαμόγελο του Στέφανου πλάτυνε με ζεστασιά καθώς της έσφιξε το χέρι. Κι ίσως για να βάλει τη σφραγίδα στη συνθήκη εμπιστοσύνης που μόλις είχε συναφθεί μεταξύ τους, της έδειξε προς το βάθος του δρόμου κάτι κτίρια βιομηχανικού τύπου. «Μόλις με προσέλαβαν εκεί σαν φύλακα. Κι είπα να κάνω μια πρώτη αναγνωριστική βόλτα στην περιοχή για να ξεμουδιάσω πριν ξεκινήσω τη δουλειά. Ευτυχώς που δεν χρειάζεται να ψάχνω πού να παρκάρω το αμάξι μου, η αυλή τους έχει πολύ χώρο και είναι πολύ βολικό». Η Εριφύλλη έγνεψε καταφατικά, καθώς ήξερε ότι όντως βρισκόταν εκεί μια βιομηχανία ελαστικών και εκείνες τις μέρες είχαν στ’ αλήθεια προσλάβει κόσμο, όπως είχε ακούσει από τους γονείς της χτες το πρωί, την ώρα που ψιλόκοβαν τα λαχανικά της ημέρας. Γιατί να πει ψέματα επομένως και ο… Στέφανος; Και του χαμογέλασε για πρώτη φορά, καθώς ήταν το ένστικτό της που τη διαβεβαίωνε ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν αυτό που έλεγε. Και το ένστικτό της ποτέ δεν την είχε γελάσει ως τώρα.
Εκείνη τη μέρα αποχαιρετίστηκαν σε ένα ευχάριστο κλίμα φιλικότητας. Την επομένη η Εριφύλλη συνάντησε ξανά στον δρόμο της τον Στέφανο και κείνος με μια αμεσότητα που μόνο κάποιος πολύ οικείος μπορεί να πράξει χωρίς να φανεί επιθετικός, της πρότεινε να συνεχίσουν μαζί τον περίπατό τους πριν ξεκινήσει τη βάρδιά του. Αν μη τι άλλο για να τον ξεναγήσει λιγάκι στα μέρη, αν δεν της ήταν κόπος, μπορούσε; Και βέβαια μπορούσε.
Κι έτσι ο καιρός πέρασε σαν νερό, με εκείνη να ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα κοινά στοιχεία στον Στέφανο. Κάπως έκπληκτη η αλήθεια, διαπίστωνε με κάθε τρόπο ότι δεν συμφωνούσαν απλώς σε πολλά πράγματα και συνήθειες, αλλά ακόμα και στις διαφορές τους εναρμονιζόταν ο ένας με τον άλλο, λες και γνωρίζονταν από πάντα. Κι ήταν τόσο όμορφα όλα μεταξύ τους.
Συνήθως μετά τη δική της δουλειά και πριν τη δική του, συναντιόντουσαν τα απογεύματα και έκαναν βόλτα καθώς μοιράζονταν τα νέα της ημέρας τους, ακόμα και την κοινή τους, αν μπορούσε να πει κανείς, αγάπη για τα σύννεφα. Ο Στέφανος ακολουθούσε πρόθυμα την κάπως αλλόκοτη εμμονή της, την οποία η Εριφύλλη ομολογούσε πως είχε εξωραΐσει τοποθετώντας την, σε ένα κουτάκι αθώας ενασχόλησης. Γιατί δεν υπήρχε στιγμή που τα σύννεφα δεν τη μάγευαν με τα χρώματα και σχήματα τους, έτσι όπως απλώνονταν αέρινα κι όμως στιβαρά, μεγαλόπρεπα κι όμως τρυφερά.
Σαν την αγκαλιά ενός αγγέλου, θυμήθηκε την αχνή φωνή της γιαγιάς της να της λέει. Ήταν εκείνη που την είχε μυήσει στον μαγικό τους κόσμο, όταν ακόμα η ίδια ήταν πολύ μικρή. Ήταν ο τρόπος της, να περνούν ευχάριστα παρέα καθισμένες στην αυλή του πατρικού, τα καλοκαίρια που οι γονείς της Εριφύλλης είχαν πολλή δουλειά στην ταβέρνα. Το χαμόγελο της γιαγιάς της όταν μιλούσε για τα σύννεφα, πλέκοντάς τα σε παραμύθια και παιχνίδια, το θυμόταν πάντα πιο λαμπερό, σαν να της μιλούσε για κάποιον που αγαπούσε πολύ. Ίσως ήταν ο παππούς της που δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ γιατί είχε πεθάνει πολύ πριν εκείνη γεννηθεί; Ποτέ δεν έμαθε. Ωστόσο με την πρώτη εικόνα, ενός παιδικού σχεδόν σχήματος από ένα παπάκι που κατά σύμπτωση ήταν το αγαπημένο της πάνινο κουκλάκι, η Εριφύλλη διάβηκε πρόθυμα την πύλη του μυστικού εκείνου κόσμου και δεν έφυγε ποτέ.
Πόσα μπορούσε να σκεφτεί για τα σύννεφα! Χρόνια ολόκληρα, πάντα την τραβούσαν αυτοί οι εναλλασσόμενοι όγκοι αέρινου νερού που μέσα από τις εποχές έμοιαζαν να έχουν την ίδια παλέτα συναισθημάτων με εκείνη. Θυμόταν τον εαυτό της να δραπετεύει από την πραγματικότητα, με το να τα κοιτάζει όχι μόνο να αλλάζουν σχήματα αλλά και, με κάποιον μαγικό τρόπο, να της αλλάζουν τη διάθεση.
Πότε τα έβλεπε ολόλαμπρα στο χρώμα της σαμπάνιας, τα ζεστά πρωινά του καλοκαιριού να τρίζουν σχεδόν από την αγαλλίαση πλάι στον χρυσαφένιο ήλιο, όπως κι η ίδια έλαμπε σε μια ανέλπιστη χαρά. Πότε πολύχρωμα σ’ όλο το φάσμα του μενεξεδένιου και κόκκινου του πάθους να στεφανώνουν ένα βασιλικό ηλιοβασίλεμα του φθινοπώρου, σαν ερωτικό γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Με τα πιο πολύτιμα τριανταφυλλένια χρώματα να μεταμορφώνονται τα δροσερά απογεύματα της άνοιξης, σε επάλξεις ενός μαγικού, κινούμενου κάστρου που ροβολούσε γεμάτο έξαψη, όπως όταν κι η Εριφύλλη ανακάλυπτε κάτι καινούριο. Ή μολυβένια, σαν την καταπιεσμένη οργή όταν τη μάλωναν και γεμάτη ανακούφιση τα ένιωθε να ξεσπούν για χάρη της σε μια ξέφρενη νεροποντή.
Ακόμα και τα κρύα σούρουπα του χειμώνα, η μουντή γκρίζα σούπα των νεφών, όπου στο βάθος της οι θερμές λάμψεις που προμήνυαν χιόνι της θύμιζαν της δράκους που μάχονταν μέσα στην ομίχλη, της έδινε κουράγιο. Σαν βουβές υποσχέσεις για θαυμαστά πράγματα μετά τις άσχημες ημέρες.
Μέχρι και στις πιο ανιαρές στιγμές της, όπου χάζευε τα σύννεφα να σέρνονται σαν παρατημένα βρώμικα κουρελάκια, δείχνοντας με κάθε τρόπο τη βαρεμάρα τους, τα αισθανόταν πιστούς φίλους που τη στήριζαν και μιλούσαν για εκείνη όταν δεν είχε τη δύναμη να το κάνει. Κι όπως στις πιο πολύτιμες φιλίες, τα σύννεφα που αγαπούσε πιο πολύ, ήταν σαν εκείνο τα πρώτο που είχε προσέξει μικρή: γαλήνιο, λευκό σαν χιόνι και στρογγυλεμένο σαν παιδική ζωγραφιά, πάνω στον πιο γαλάζιο ουρανό. Γιατί εκείνα ήταν τόσο σπάνια, όσο σπάνια ήταν κι η όποια ευτυχία είχε νιώσει ποτέ.
Γι’ αυτό και τα σύννεφα ήταν εκεί τη μέρα που ο Στέφανος άλλαξε και της φανέρωσε την αιτία.
Σαν να είχαν γεμίσει από ένα εσωτερικό φως οι νεφελοειδείς σχηματισμοί λαμπύριζαν πασπαλισμένοι από ουράνια χρυσόσκονη. Τα σύννεφα εγκατέλειπαν σιγά σιγά τους αφράτους σχηματισμούς τους στο λαμπερό λευκό κι έμοιαζαν σαν να ήταν φτιαγμένα από το πιο πυκνό μετάξι, ιρίδιζαν πιο όμορφα και για κάποιον παράξενο λόγο, πιο μυστηριώδη. Στην αρχή δεν είχε δώσει σημασία, άλλαζε η εποχή και το καλοκαίρι τελείωνε παρότι δεν ήταν και πολύ ζεστό, με το φθινόπωρο να παίρνει τη σκυτάλη. Κι ας μην έβλεπε ακόμα κανένα δέντρο να αλλάζει το πράσινο με εκείνες τις θερμές κίτρινες ή χρυσοκόκκινες πινελιές στα φύλλα τους, λίγο πριν αρχίσουν να τα ρίχνουν. Ωστόσο, μαζί με τα σύννεφα που άλλαζαν άρχιζαν να αναδύονται ξαφνικά, όλο και πιο ασυνήθιστες σκέψεις.
Ήταν πάντα έτσι λιακάδα εδώ; Γιατί δεν θυμάμαι πολλά για τη δουλειά μου; Γιατί ποτέ δεν πάμε κάπου έξω οι δυο μας εκτός από περιπάτους;
Ύστερα βέβαια όταν έβλεπε το πρόσωπο του Στέφανου, της έρχονταν στη μνήμη οι μέρες με τις βροχές, το χιόνι, την ομίχλη. Και οι πληκτικές ώρες όπου ανέλυε και σχεδίαζε μαθηματικές εξισώσεις και ατέλειωτα δεδομένα, χαράζοντας τιμές στους χάρτες, καταγράφοντας ατμοσφαιρική πίεση, τον άνεμο, ακόμα και τα αγαπημένα της σύννεφα. Τόση ήταν η δουλειά της, που ήταν θαύμα πώς έβρισκαν τον χρόνο να κάνουν έστω και μια σύντομη βόλτα καθημερινά οι δυο τους, κάτι που προτιμούσαν από μια τυπική έξοδο σε κάποιο απρόσωπο καφέ. Κι έτσι, παρότι το έκανε από πάντα, με τον Στέφανο μαζί ανακάλυπτε ακόμα πιο όμορφους σχηματισμούς νεφών που τα συνταίριαζαν με τα πιο τρελά σχήματα ζώων, ανθρώπων και αντικειμένων. Μαζί του ανακάλυπτε καινούρια σημεία, όχι μόνο στον ουρανό αλλά και στη φύση γύρω τους, τα οποία η ίδια δεν είχε προσέξει πριν.
Όπως και τώρα που ο Στέφανος της έδωσε και θαύμασε ένα τοσοδούλικο ίσαμε το νύχι του μικρού της δάχτυλου, μπλε ανθάκι με κόκκινο δακτύλιο και προεξέχοντες κατακίτρινους στήμονες. Το είχε κολλήσει σχεδόν στο πρόσωπό της παρατηρώντας το και θαύμασε ότι, παρά το μικροσκοπικό του μέγεθος, είχε μια τελειότητα που μπροστά του θα ωχριούσε ένας μεγαλοπρεπής ιβίσκος. Το πρόσωπο του άντρα έλαμψε μπροστά στη δική της αγαλλίαση για τον μικρό θησαυρό και της είπε ότι το έλεγαν αναγαλλίδα ή λουλούδι του ουρανού.
«Βέβαια, είναι τοξικό, λένε, αυτό το λουλούδι, αλλά εδώ δεν συμβαίνει αυτό», την καθησύχασε αμέσως βλέποντας το ξαφνιασμένο βλέμμα της καθώς εκείνη το κρατούσε ακόμα «γιατί εδώ είναι…», πήγε να πει, αλλά δεν ολοκλήρωσε τη φράση του.
«Είναι, τι;», τον ενθάρρυνε προβληματισμένη καθώς εκείνος φάνηκε να αποφεύγει το βλέμμα της.
«Είναι… διαφορετικό», της απάντησε τελικά ο Στέφανος κι ύστερα σαν να ήθελε να διορθώσει αυτό που μόλις είχε πει, συμπλήρωσε ανασηκώνοντας τους ώμους: «είναι, ε, διαφορετική ποικιλία αναγαλλίδας».
Ήταν μόλις εκείνη στιγμή, έτσι όπως η Εριφύλλη κοίταζε το ανθάκι ακούγοντας τα λόγια του, που έπιασε τον εαυτό της να κοιτάζει κλεφτά τον Στέφανο. Ήταν διαφορετικός σήμερα, όχι όπως συνήθως, αλλά γιατί αναρωτιόταν γι’ αυτό; Τι είχε αλλάξει στη διάθεσή του και τη ξένιζε;
«Εριφύλλη… πρέπει να σου πω κάτι», διέκοψε τις σκέψεις της εκείνος. «Δεν μπορώ να το πω με κάποιον όμορφο τρόπο… οπότε θα το πω όπως έχει. Να, δεν μπορώ να είμαι φίλος σου πια». Στάθηκε μετά σιωπηλός, απλώς κοιτάζοντάς την με τα χρυσοκάστανα μάτια του, πλημμυρισμένα από το μάλαμα του δύοντος ήλιου πίσω τους.
Η Εριφύλλη έχοντας στο χέρι της ακόμα το μικρό λουλούδι, κατάλαβε τι ήταν αυτό που της προκαλούσε η παρουσία του από τη στιγμή που τον είχε πρωτοδεί. Μια νευρικότητα αλλά και οικειότητα μαζί. Ένιωθε πως μπορούσε να του πει τα πάντα, του είχε ήδη πει τα πάντα σε μια κατάσταση λυτρωτικής σχεδόν απελευθέρωσης, πράγματα που δεν τα είχε πει σε κανέναν, ποτέ. Και την ίδια στιγμή, έψαχνε στο πρόσωπό του τα σημάδια αντίδρασης. Εκείνο το συνοφρύωμα είναι μήπως επίκριση; Αυτό το χαμόγελο μήπως θέλει να κρύψει την έκπληξη σε ό,τι μόλις του εκμυστηρεύτηκα; Την ένοιαζε η γνώμη του και την τραβούσε η παρουσία του, σαν να τη ζέσταινε εσωτερικά. Τι ήταν αυτό;
Αγάπη είναι, συνειδητοποίησε με έκπληξη. Τον αγαπάς και μάλλον τώρα, σου λέει κι αυτός ότι δεν του είσαι αδιάφορη. Ή ότι του είσαι τελείως αδιάφορη.
«Εριφύλλη… σ’ αγαπώ. Γι’ αυτό δεν μπορώ να είμαι φίλος σου. Δεν μπορώ να είμαι απλώς φίλος σου», άκουσε τη φωνή του Στέφανου και μετά δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, παρά απέμεινε να τον κοιτάζει ολότελα σαστισμένη. Και το χαμόγελό του ήταν ταυτόχρονα αμήχανο αλλά και λαμπερό κι έτσι κρατώντας εκείνο το ουράνιο ανθάκι, η Εριφύλλη κατάλαβε ότι η αναγαλλίδα ήταν το πρόσχημα για να της πει ότι την αγαπούσε.
Τι πρέπει να κάνω τώρα; ούρλιαζε πανικόβλητη εντός της, όχι γιατί δεν αισθανόταν τίποτα, αλλά γιατί μ’ αυτές τις λέξεις του, κατάλαβε πόσο πολύ τον αγαπούσε κι η ίδια. Τόσο πολύ, όσο δεν είχε αγαπήσει κανέναν, ποτέ. Απέμειναν να κοιτάζονται για λίγο και μετά η αμηχανία που είχαν και οι δυο, εξατμίστηκε. Άγγιξαν διστακτικά ο ένας τον άλλο με τα χέρια τους κι ύστερα πλησίασαν, ώσπου η Εριφύλλη απλώς αφέθηκε στην αγκαλιά του και το φιλί έγινε μια εξερεύνηση σε μια άλλη διάσταση. Ένας περίπατος γεμάτος σιωπές αλλά και εκατομμύρια ανείπωτες λέξεις.
Από τότε, το μικρό, μπλε λουλούδι του ουρανού έγινε το δικό τους σύμβολο αγάπης και συχνά πυκνά περπατούσαν αγκαλιασμένοι, με ξεχασμένες αναγαλλίδες στα μαλλιά ή στα ρούχα τους. Ο χρόνος κυλούσε πάνω τους μοιάζοντας αέναος, καθώς μοιράζονταν όλο και πιο μεγάλους περιπάτους, ψάχνοντας ο ένας το πρόσωπο του άλλου κάθε τόσο και εισπράττοντας ένα αμήχανο χαμόγελο μ’ ένα βλέμμα που μαλάκωνε σαν κερί στη φλόγα.
Τα σύννεφα ήταν εκεί ακόμα κι όταν, όλα όσα η Εριφύλλη νόμιζε ότι ήξερε, τελείωσαν.
Άρχισε όταν η Εριφύλλη έπιανε τον Στέφανο να σταματά ξαφνικά πλάι στην εθνική οδό και να κοιτάζει κάπου πιο πέρα σε ένα σημείο που ποτέ δεν είχαν πάει. Τον έβλεπε που αναμετρούσε κάτι με τον νου του, γύριζε και την κοίταζε και όταν έβλεπε το όλο απορία ύφος της, έσφιγγε τα χείλη του σε ένα βεβιασμένο χαμόγελο και με μια αγκαλιά, την παράσερνε μακριά από το μέρος εκείνο. Κάποτε τον ρώτησε τι ήταν πια αυτό που κοίταζε. Εκείνος χωρίς να της απαντήσει, άλλαξε θέμα μ’ ένα αφοπλιστικό χαμόγελο, στρέφοντάς την αλλού.
«Αλήθεια, δεν μου έχεις πει ως τώρα, Εριφύλλη, ποιο ήταν το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής σου;»
Νάτο πάλι, μα γιατί το κάνει αυτό; Λες και κρύβει κάτι… πέρασε αστραπιαία η δυσάρεστη σκέψη από τον νου της, που την ακολούθησαν κι άλλες. Θυμήθηκε ότι όποτε τον ρωτούσε για τις συνήθειές του, τη ζωή του, τους δικούς του και οτιδήποτε, κάθε φορά της έδινε απαντήσεις που ήταν μεν λεπτομερείς, αλλά την ίδια στιγμή και πολύ αόριστες. Δεν ήταν ότι ένιωθε απειλή από μέρους του, περισσότερο ένιωθε στεναχώρια. Τι είναι αυτό που δεν μου λέει; Γιατί δεν μου το λέει; Ήταν έτοιμη εκείνη τη στιγμή να τον ρωτήσει ξεκάθαρα πια τι στην ευχή συνέβαινε. Όμως ο ουρανός που είχε γίνει σαν ένα φίνο μεταξωτό γαλανό πέπλο καθώς η νύχτα πλησίαζε και τα σύννεφα, μενεξεδένιες τούφες από ανάερο βαμβάκι που έλιωναν αργά στο δειλινό, πλαισίωναν τόσο όμορφα το πρόσωπο του Στέφανου που η Εριφύλλη ξέχασε τι ήθελε να πει. Γιατί πάντα χαμογελάει τόσο τρυφερά και με τρελαίνει έτσι;
«Το να γίνω μετεωρολόγος, που έγινα», του είπε με δυσκολία προσπαθώντας να διατηρήσει μια επίφαση λογικής, η οποία χάθηκε σαν ατμός καθώς εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει τρυφερά. Τα χείλη της πλάτυναν από μόνα τους όσο κι αν προσπαθούσε να συγκρατήσει το μειδίαμα. «Και να είμαι τυχερή στην αγάπη. Που όπως βλέπεις και μόνος σου… είμαι». Το περιπαικτικό χαμόγελό της έγινε πιο φωτεινό κι ο Στέφανος φάνηκε ότι δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε κι η Εριφύλλη βούλιαξε σε μια παραδεισένια ανυπαρξία. Ας έμεναν για πάντα έτσι, εκεί, μαζί, γλίστρησε λαθραία μια τοσοδούλα, αγχωμένη σκέψη από τον νου της. Ας μην τελειώσει ποτέ αυτή η ευτυχία…
Με την άκρη του ματιού της κι ενώ οι σκιές του σούρουπου απλώνονταν νωχελικά γύρω τους, έτσι όπως είχαν απομείνει αγκαλιά, πρόσεξε ξαφνικά μια μικρή λάμψη πέρα μακριά, προς εκείνο το σημείο που ο Στέφανος απέφευγε. Μια τόση δα πορτοκαλένια φωτίτσα, σαν μια αναγαλλίδα να είχε αναφλεγεί και χάθηκε. Το ονειρεύτηκε ή στ’ αλήθεια είχε συμβεί; Σίγουρα της φαντασίας μου είναι, σκέφτηκε εμφατικά προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι είχε γελαστεί. Κάποιο περαστικό αυτοκίνητο μπορεί να την είχε μπερδέψει καθώς έστριβε και χάθηκε στην περιοχή. Μα το ένστικτό της, έλεγε πως δεν είχε γελαστεί, εκείνη η μικρή φλόγα υπήρξε στ’ αλήθεια.
«Εριφύλλη…», της είπε ξαφνικά με μια τρυφερή έκφραση διακόπτοντας τις σκέψεις της, «θα ήθελα να μην ήταν με αυτόν τον τρόπο αλλά, πραγματικά δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βρήκα εδώ. Γι’ αυτό και πάντα θα είμαι εδώ. Πάντα. Αρκεί να με θέλεις κοντά σου». Το χαμόγελό του ήταν φτιαγμένο από χαρμολύπη, με τα μάτια του υγρά, αλλά το βλέμμα του να φέγγει καθώς την κοίταζε.
Σαν… σαν να είμαι κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν; Σαν να με έχει αλλά κι όχι; αναρωτήθηκε κάπως ξαφνιασμένη.
Ο Στέφανος έσβησε γρήγορα την έγνοια της με φιλιά και χάδια, λες και δεν της είχε πει τίποτα από όλα αυτά. Ίσως, θέλοντας να διασκεδάσει την ανησυχία της, που σαν ζοφερό φίδι είχε αρχίσει να σέρνεται παγερό στα σωθικά της. Για κάποιο καιρό, το κατάφερε. Ο χρόνος φαινόταν αέναος όταν βρίσκονταν μαζί. Με σημείο έναρξης, το χέρι του Στέφανου που κάθε φορά την χαιρετούσε με ενθουσιασμό, ορθός δίπλα στον δρόμο και σημείο λήξης το φιλί μέσα στο σούρουπο και οι λέξεις που δεν έλεγαν ποτέ αντίο, μονάχα, αύριο πάλι.
Δεν συζήτησε ξανά με τον Στέφανο για εκείνο το μέρος με τη μυστηριώδη φλόγα που απέφευγε να την πηγαίνει. Γιατί την τελευταία φορά που το έκανε, η αναφορά και μόνο από μέρους της, φάνηκε να τον ταράζει πολύ. Και τότε δεν της απάντησε όπως συνήθιζε να κάνει, παρά μόνο της χαμογέλασε σιωπηλά. Όμως η διαφορά ήταν πως εκείνη τη φορά το χαμόγελό του έμοιαζε περισσότερο μελαγχολικό. Λες και τη νοσταλγούσε ήδη, ενώ την είχε μπροστά του.
Και η Εριφύλλη δεν το ομολογούσε, αλλά θα μπορούσε να είναι μια αιωνιότητα εκεί μαζί του, θα ήθελε να είναι μια αιωνιότητα εκεί. Αλλά δεν ήταν στο χέρι της. Τα σύννεφα της το έλεγαν αυτό, καθώς στριφογύριζαν γιγάντια, σχηματίζοντας θόλους και πύργους, με όλα τα χρώματα της φωτιάς να αντιφεγγίζουν τον δύοντα ήλιο. Ο χρόνος τελείωνε. Ο χρόνος με τον Στέφανο εκεί, τελείωνε. Αυτό της έλεγαν.
Κι αυτό έγινε πραγματικότητα, τη μέρα που ο Στέφανος χάθηκε.
Ήταν μια μέρα όπως οι άλλες, με την Εριφύλλη να βγαίνει βιαστική από την αυλόπορτα για να τον συναντήσει. Μόνο που αυτή τη φορά, όταν κοίταξε κατά τη μεριά του, δεν υπήρχε κανείς. Απόρησε. Ήταν τόσο συνηθισμένη να τον βλέπει εκεί στο διάφανο φως του απογεύματος πλάι στον δρόμο, που ενστικτωδώς έτριψε τα μάτια της. Λάθος κάνω σίγουρα, εκεί πρέπει να είναι, μονολόγησε κι άνοιξε πάλι τα μάτια της. Μα δεν είχε κάνει λάθος. Το σημείο όπου στεκόταν τις άλλες φορές ο Στέφανος, τώρα παρέμεινε ανησυχητικά αδειανό.
Πού είσαι; ψιθύρισε χωρίς κανέναν ήχο, τόσο θορυβημένη ήταν από την πλήρη απουσία του. Με την αυξανόμενη αναστάτωση να την κυριεύει, έστρεψε το βλέμμα της προς κάθε κατεύθυνση, αλλά η γνώριμη σιλουέτα δεν φαινόταν πουθενά. Κοντανασαίνοντας, χωρίς να ξέρει κι αυτή γιατί ή μάλλον από συνήθεια, κοίταξε ψηλά τον ουρανό και απέμεινε ασάλευτη από το θέαμα. Ένας τεράστιος νεφελώδης καταρράκτης στο πιο εκτυφλωτικό κίτρινο ξεχυνόταν φρενιασμένος από το μπλαβιασμένο στερέωμα που όλο και σκούραινε στο βάθος. Σαν να καταρρέει ο κόσμος, σάστισε και στα χαμένα προσπάθησε να βάλει κάποιο φρένο σε όλο αυτόν τον παραλογισμό. Να πάω στο σπίτι, σκέφτηκε με κόπο, να τηλεφωνήσω… στη δουλειά του, ναι, ξέρω πώς λέγεται η βιομηχανία, θα ψάξω στον κατάλογο, ενθάρρυνε με ανανεωμένες δυνάμεις τον εαυτό της. Έριξε μια τελευταία ματιά με την στερνή ελπίδα να είχε κάνει λάθος, να ήταν ο Στέφανος εκεί και να την κοιτάζει με συμπόνια γέρνοντας το κεφάλι του. Μα η θέση του, η άκρη του δρόμου όπου τον είχε πρωτοδεί, παρέμενε άδεια σαν τη ψυχή της.
Απέσυρε μακριά το βλέμμα της, μαλώνοντας τον εαυτό της καθώς προσπαθούσε να τον πείσει με λογικά επιχειρήματα. Άνθρωπος είναι, κάτι θα του έτυχε, αμέσως να φέρεις την καταστροφή κι εσύ! Πάμε να βρούμε το τηλέφωνο πρώτα και βλέπουμε, μπορεί απλώς να καθυστέρησε στην κίνηση… Αναθεμάτισε την έλλειψη προνοητικότητάς της να μην του έχει ζητήσει τόσο καιρό η ίδια το νούμερο τηλεφώνου του. Αλλά είχε μυαλό για πρακτικά θέματα όταν τον κοίταζε να της χαμογελά με τόση γλυκύτητα; Ξεφύσησε και με το μυαλό να υπολογίζει γοργά σαν το σούρουπο που έπεφτε, όλες τις πιθανότητες για το τι μπορεί να είχε απογίνει εκείνος, επέστρεψε βιαστικά στο σπίτι.
Τι παράξενο, σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή και κοντοστάθηκε βλέποντας τη γνώριμη εικόνα του σπιτιού, ποτέ δεν βρήκα την ευκαιρία να ξεναγήσω τον Στέφανο εδώ, παρότι συνέχεια του μιλούσα για το σπίτι μου. Για μια στιγμή ξέχασε πως εκείνος δεν είχε έρθει, και σκεφτόταν ήδη πώς θα του έδειχνε το μέρος, όπου όλα τα όνειρά της είχαν γεννηθεί και πραγματοποιηθεί. Κοίταξε το διώροφο, καλοφτιαγμένο κτίριο, βαμμένο σε ζεστούς γήινους τόνους, με τις μεγάλες βεράντες και την πολύχρωμη παιδική χαρά στην αυλή όπου στο ισόγειο ήταν και η ταβέρνα των γονιών της. Με τη μεγάλη καστανιά που έριχνε τη σκιά της τα ζεστά καλοκαίρια κι όπου κάτω από τα πυκνά κλαδιά με τα καταπράσινα φύλλα, έκανε κούνια μικρή κι η γιαγιά της έπλεκε καθισμένη δίπλα της, ή της διηγούταν όμορφες ιστορίες για μαγικά πλάσματα φτιαγμένα από σύννεφα. Και πιο πέρα, στο ισόγειο, με το φως τους να δυναμώνει ώρα με την ώρα, τα φώτα της ταβέρνας που έφεγγαν χαρωπά σε όλα τα χρώματα, καθώς λικνίζονταν στο αεράκι κρεμασμένα γύρω στην αυλή. Στ’ αυτιά της ήρθε ο βόμβος των ανθρώπων που συνομιλούσαν καθώς αναμίγνυαν τις κουβέντες τους με τους ήχους των πιατικών. Ένιωσε να παίρνει λίγο θάρρος καθώς αυτός ο πολύβουος, πολύχρωμος, ακούραστος κόσμος πορευόταν πλάι στην καθημερινότητά της και γι’ αυτό της ήταν καθησυχαστικός.
Μόνο που εκείνη τη στιγμή κάτι άρχισε να μην πηγαίνει καλά με τα μάτια της.
Βλεφάρισε ανήσυχη προσπαθώντας να καθαρίσει τη θολούρα αλλά αντί να βελτιώνονται τα πράγματα, χειροτέρευσαν. Έμοιαζε σαν ένα ύπουλο κύμα ενός αλλοπρόσαλλου εφιάλτη στο οποίο είχε γλιστρήσει κλεφτά και τώρα την κυρίευε χωρίς διέξοδο. Αντίκριζε, ολότελα ανήμπορη να εκλογικεύσει, το αδιανόητο πράγμα που διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια της.
Τι συμβαίνει; Τι έγιναν τα φώτα; Πού πήγε ο κόσμος; Το σπίτι… τι έπαθε το σπίτι;
Από τη βιαιότητα με την οποία οι εικόνες εισέβαλαν στο οπτικό της πεδίο, ένιωσε ένα τόσο οξύ πόνο που μόρφασε. Το σπίτι των γονιών της… το σπίτι της, χανόταν ραγδαία σαν χαρτί που καίγεται, με τα χρώματα να ξεθωριάζουν, τους τοίχους να καταρρέουν και τα πολύχρωμα φώτα να σβήνουν μέσα στη θαμπάδα. Άνθρωποι γνωστοί κι άγνωστοι, ανάμεσά τους κι οι γονείς της που την κοίταζαν γνέφοντάς της μελαγχολικοί, γίνονταν στάχτη, χωρίς ούτε μια λέξη. Έβλεπε και δεν μπορούσε να πιστέψει τι ήταν αυτό που έβλεπε, ώσπου μετά τον καταιγισμό της οχλοβοής, το μόνο που απέμεινε ήταν ένα σκεβρωμένο κουφάρι από τσιμέντο, με ξεφλουδισμένη τη μπογιά του και μαύρες χοάνες θλίψης εκεί που ήταν οι πόρτες και τα παράθυρά του. Αυτό που πριν λίγες στιγμές ήταν το σπίτι της, το λιμάνι της ασφάλειάς της, τώρα έγερνε βουβό κι άδειο σαν κούφιο κέλυφος παρατημένο στην ερημιά. Μονάχα μια σειρά από κραυγές απόγνωσης αντιλαλούσαν στον τόπο της καταστροφής. Χρειάστηκε αρκετά λεπτά για να καταλάβει ότι ήταν δικές της.
Πού είστε; Πού πήγατε όλοι; Γιατί δεν μ’ ακούτε που σας φωνάζω;
Στήλη άλατος κι ανίκανη να πιστέψει ότι αυτό που συνέβαινε τώρα ήταν αληθινό, ξέμεινε να βλέπει την καταστροφή του κόσμου της που καταβαραθρωνόταν χωρίς έλεος, ώσπου ήρθε κι η σειρά του μαγικού σύμπαντος της γιαγιάς της.
Η καστανιά… ω όχι, όχι κι η καστανιά!
Το περήφανο, γαλήνιο δέντρο με τα καταπράσινα κλαδιά, τα βαριά από αγκαθωτούς καρπούς που τη γέμιζε χρυσαφένιες κηλίδες ανεμελιάς όποτε κοίταζε ψηλά τον ήλιο μέσα από τα φυλλώματα, άρχισε να σβήνει και να ζαρώνει μπροστά στα μάτια της. Το φως χάθηκε, τα χρώματα ξάσπρισαν, τα σχήματα παραμορφώθηκαν με βαναυσότητα. Οι εικόνες της ευτυχίας της, εκεί που έμοιαζαν να προβάλλονται σε μια παντιέρα σινεμά, ξεσκίστηκαν και κάηκαν ώσπου τίποτα δεν απόμεινε πια. Μόνο ένας κουτσουρεμένος κορμός, με τα μαυρισμένα του κλαδιά πεταμένα πέρα δώθε, που έγερνε θλιβερός στο μισοσκόταδο.
Η Εριφύλλη άρχισε να κλαίει με δυνατά αναφιλητά, ανίκανη να καταλάβει την αιτία που ξαφνικά, όλα είχαν χαθεί. Έπεσε στα γόνατα μπροστά στα ερείπια της ζωής της, θρηνώντας σπαρακτικά, καθώς έσφιγγε δυνατά το κορμί της με τα τρεμάμενα χέρια της.
Πόση ώρα πέρασε έτσι; Δεν είχε τη δύναμη να σκεφτεί. Ένα αλλόκοτο λυκόφως είχε πέσει για πρώτη φορά κι ο ουρανός δεν είχε ούτε φως ούτε σκοτάδι, μονάχα ένα λερό πορτοκαλί χρώμα που σκούραινε κοντά στον ορίζοντα μέσα στην ομίχλη. Τα σύννεφα, σαν λαβωμένοι στρατιώτες μετά από μια μάχη, είχαν αδειάσει από κάθε λάμψη και κρέμονταν εκεί, άτονα κουρέλια σε μουντό μπλε χρώμα.
«Στέφανε!»
Η φωνή της αντήχησε γεμάτη απόγνωση στην ξαφνική ερημιά. Μέσα από τη θολούρα των δακρύων το τοπίο γύρω της έμοιαζε να ξεθωριάζει και το φως να χάνει τη ζεστασιά που θυμόταν τόσο καιρό. Όλα την αποχαιρετούσαν παίρνοντας τις πραγματικές, χρονικές τους διαστάσεις: φανοστάτες που δεν θυμόταν να υπήρχαν εκεί, φύτρωναν σαν αλλόκοτα εξωγήινα δέντρα, ταμπέλες με περιοχές που δεν είχε καν ακουστά συνωστίζονταν στο παραπέτο του δρόμου, ενός δρόμου που φαινόταν να έχει διπλασιαστεί μέσα σε λίγες στιγμές και που δεν αναγνώριζε καν. Ποιο είναι αυτό το μέρος; Δεν είναι το σπίτι μου εδώ. Κι η ίδια… που νόμιζε πως είχε μια ζωή με την αγαπημένη της ενασχόληση να έχει γίνει η δουλειά της, ψέματα ήταν όλα, ένας ευσεβής πόθος ήταν που δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιηθεί. Όλα ήταν ψέματα που έλεγε στον εαυτό της για να κρατηθεί στον ονειρικό της κόσμο.
Μα δεν την ένοιαζε πια αυτό. Ούτε ακόμα το σπίτι κι η καστανιά των παιδικών της χρόνων, που είχαν χαθεί στη λησμοσύνη. Ένιωθε μέσα της το βάρος του χρόνου που είχε περάσει από τότε που εκείνη… εκείνη η εποχή είχε περάσει προ πολλού κι είχε χαθεί. Έκλαιγε γιατί σε εκείνη τη στιγμή της μοναξιάς της, σκεφτόταν τα χρυσαφένια μάτια, τη σιλουέτα που έγερνε πλάι της, το τρυφερό χαμόγελο που ψιθύριζε το όνομά της, Εριφύλλη, Εριφύλλη, μην κλαις, κοίτα. Κοίτα πέρα εκεί, μπροστά σου, εκεί στο φως… στο φως…
Στο φως;
Οι λυγμοί της σίγασαν απότομα. Ο Στέφανος.
Δεν ήταν της φαντασίας της. Είχε ακούσει τη φωνή του Στέφανου να της μιλάει. Κράτησε την ανάσα της προσπαθώντας να συγκεντρωθεί, γαντζωμένη από μια ελάχιστη ικμάδα ελπίδας. Κοίταξε εναγώνια εδώ κι εκεί, ψάχνοντάς τον με το βλέμμα μέσα στη θαμπάδα του ζοφερού τοπίου. Κι ύστερα το είδε. Στ’ αριστερά της, από την πλευρά που πάντα έβλεπε τον Στέφανο να την περιμένει, μέσα στο μισοσκόταδο έπλεε ένα μικροσκοπικό φως. Σαν εκείνη τη φευγαλέα λάμψη που είχε δει στο παρελθόν, εκεί που ο Στέφανος απέφευγε να την πηγαίνει. Δεν ήταν αυτό που έλπιζε, μα σηκώθηκε βιαστική, παραπατώντας σχεδόν και κατευθύνθηκε προς την αμυδρή λάμψη.
Καθώς πορευόταν σιωπηλή, αδιάφορη για μερικά φευγαλέα δάκρυα που κυλούσαν στο χώμα, το λυκόφως έδινε τη θέση του σε ένα σκοτάδι που γινόταν όλο και πιο πυκνό. Και ο αέρας γύρω της ψύχραινε δραματικά, λες κι είχε αποφασίσει ο χειμώνας ότι είχε έρθει η σειρά του. Είχε έρθει το τέλος για τις ανέμελες εποχές, έλεγε και με παγερή ανάσα παράσερνε σκόρπια, ξερά φύλλα που δεν υπήρχαν εκεί πριν.
Πόσο θα ήθελε η Εριφύλλη να ήταν τώρα εκεί, κοντά της, ο Στέφανος! Γιατί όσο πλησίαζε, φευγαλέες εικόνες άρχισαν να αργοσαλεύουν στη μνήμη της, που έκαναν το κρύο τριγύρω της να φωλιάζει σιγά-σιγά και μέσα της, καθώς η καθεμιά αναδυόταν και παραμορφωνόταν καθώς έσβηνε αμέσως μετά.
Εκείνο το βράδυ… Καθόταν στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου… μαζί με κάποιους άλλους που συνομιλούσαν ευχάριστα… και βυθιζόταν στον ύπνο…
Έφτασε πιο γρήγορα από όσο φανταζόταν. Και τότε σταμάτησε. Κοίταξε το ψηλό νεαρό κυπαρίσσι στην άκρη του δρόμου, που σαν βουβός φρουρός ενός ιερού έστεκε με την κορφή του να σαλεύει αργά στο αεράκι της νύχτας. Η μικρή φλόγα που ακολουθούσε, δεν ήταν πουθενά. Μα η αμείλικτη ακτίνα ενός φανοστάτη που φώτισε ξαφνικά, σαν δυσοίωνος προβολέας, φανέρωνε τι ήταν αυτό κάτω από το σκοτεινό, ολόισιο δέντρο και ποια ήταν η κατάληξη του ταξιδιού που αναδευόταν τώρα στη μνήμη της.
Ένα μαρμάρινο εκκλησάκι, πνιγμένο στις ρόδινες πικροδάφνες. Στα ριζά της πέτρας, αναγαλλίδες. Αναρίθμητα μικροσκοπικά μπλε ανθάκια με κόκκινο δαχτυλίδι που ανέμιζαν ολάνοιχτα παρά την προχωρημένη ώρα της νύχτας, η μόνη κίνηση στη φρικτή αδράνεια.
Το περίμενε σχεδόν κι ωστόσο, όταν κοίταξε την πέτρινη εικόνα μιας χαμογελαστής κοπέλας, χλόμιασε γιατί ήταν σαν να κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Άγγιξε αποσβολωμένη τα μακριά, σγουρά και μαύρα μαλλιά της που τα συγκρατούσε μια πολύχρωμη, φαρδιά μπαντάνα, ολόιδια με αυτή της πέτρινης κοπέλας. Το ίδιο φόρεμα, τα ίδια κοσμήματα. Ήταν λες κι η Εριφύλλη είχε δραπετεύσει μέσα από εκείνο το λίθινο κενοτάφιο μνήμης της και περιπλανιόταν σε έναν αέναο κύκλο φασματικής παρουσίας.
Ίσως, αυτό ακριβώς να είχε κάνει.
«Στέφανε…» ικέτεψε στο πουθενά κι απέστρεψε το βλέμμα της από την αποτρόπαιη πραγματικότητα που ορμούσε με βιαιότητα στη γαλήνη της μνήμης της.
Εκείνο το βράδυ…
Εκείνο το βράδυ, επέστρεφε με μια παρέα, νέα παιδιά, τελειόφοιτοι Λυκείου εδώ κι ένα μήνα κι όλοι τους προετοιμάζονταν για τις Πανελλαδικές. Είχαν ξημερωθεί σε κάποιο κέντρο, για να γιορτάσουν; Να ξεσκάσουν λίγο πριν μπουν στην αρένα; Ούτε θυμόταν πια. Είχε πιει, ασυνήθιστη σε τόσο αλκοόλ και είχε βαρύνει χωρίς να θυμάται καν πού ήταν και ποιοι ήταν οι άλλοι της παρέας. Κι όταν το κεφάλι της έγειρε βυθισμένο σε βαρύ ύπνο, ήταν και το τελευταίο πράγμα που είχε νιώσει. Αυτή ήταν η πραγματικότητα. Όχι εκείνη η χαμένη σε ψευδαισθήσεις που, με τόσο κόπο καλλιεργούσε, εδώ και ποιος ξέρει πόσο καιρό. Καιρό μετρημένο για τους ζωντανούς αλλά για κείνη πλέον, άχρηστο.
Θυμήθηκε αληθινά πια το σπίτι της, εκείνο που έβλεπε σε εκείνο το σημείο του δρόμου, όταν ορθωνόταν στο χωριό όπου ζούσε, όταν ζούσε. Την ίδια αυλή, την ίδια καστανιά που θρόιζε στωικά, τα ίδια λαμπερά φώτα και τον κόσμο στην ταβέρνα των γονιών της. Κι ύστερα… θυμήθηκε τους γονείς της που λίγο πριν, είχε δει να της γνέφουν με θλιμμένο χαμόγελο, αποχαιρετώντας την προτού η εικόνα τους να γίνει στάχτη στον άνεμο. Κοίταξε για λίγο εκείνο το σιωπηλό μνημείο της ύπαρξής της και αναρωτήθηκε με θλίψη, για τον πόνο που άθελά της, είχε φορτώσει στους δικούς της. Στο σιωπηλό εκκλησάκι με τα θεριεμένα φυτά τριγύρω και το σβηστό, από χρόνια πλέον, καντήλι, η απάντηση ήταν συντριπτική.
Πόσα χρόνια έχουν περάσει στ’ αλήθεια, σκέφτηκε ξεψυχισμένα, λες κι είχε πια αυτό καμιά σημασία. Πλημμυρισμένη από απόγνωση, σήκωσε ψηλά το βλέμμα της, αναζητώντας βοήθεια εκεί, κάποιο σημάδι από εκείνον ή κάποιο έστω ίχνος ελπίδας. Απαλές σιλουέτες σύννεφων γλιστρούσαν τώρα, ελάχιστα πιο ανοιχτόχρωμες από τον ολόμαυρο, βελουδένιο ουρανό. Εδώ κι εκεί λαμπύριζαν διάσπαρτα, μικρά, διαμαντένια άστρα. Πιο πέρα μακριά, έτσι όπως χαμήλωσε το βλέμμα της, ένα θαμπό μαργαριταρένιο φεγγάρι είχε ανατείλει κοντά στον ορίζοντα και φώτιζε το σκοτεινό περίγραμμα από κάτι μέσα από το οποίο διαχέονταν μικρές μελαγχολικές αχτίδες φωτός.
Νάτο πάλι, το μυστηριώδες μικρό φως.
Σαν ένα τοσοδά πλοιαράκι που επέπλεε ακυβέρνητο μέσα στην απεραντοσύνη ενός άχρονου, κατάμαυρου ωκεανού. Κάτι στο χρώμα και στον τρόπο που αντιλάμπιζε εκείνη η μικροσκοπική φλογίτσα σ’ αυτή την παγερή απεραντοσύνη, σκάλισε τη μουδιασμένη της μνήμη, της θύμισε εκείνη την άλλη που είχε δει, τότε που ο Στέφανος δεν ήθελε να…
Ο Στέφανος πώς βρέθηκε εδώ; Ξεπήδησε άξαφνα το ερώτημα που από την πρώτη μέρα είχε γεννηθεί με την παρουσία του, αλλά η ίδια είχε επιλέξει να μην ζητήσει τότε απάντηση, ίσως από ενδόμυχο φόβο. Εγώ παγιδεύτηκα από την άγνοια πως είχα… πως είχα πεθάνει, όμως εκείνος, γιατί; Η απάντηση που ήρθε αστραπιαία στον νου της, κατρακύλησε βαριά σαν πέτρα, αναταράζοντας τον βυθό της συνείδησής της.
Κοίταξε ξανά το ελάχιστο φως που λαμπύριζε. Έμοιαζε να λικνίζεται πάνω σε κάτι υπόλευκο στην απέναντι πλευρά του της μεγάλης εθνικής οδού, η οποία έστεκε ολότελα έρημη τώρα. Οι χτύποι της καρδιάς της… ή ό,τι κοντινότερο μπορούσε να υπάρχει σε αυτό τουλάχιστον, έγιναν εκκωφαντικοί και τάχυνε το βήμα της. Το ένστικτό της της έλεγε να μην πάει κατά κει, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί και στην παρόρμηση να δει με τα μάτια της αυτό που… ό,τι αν ήταν αυτό που ψυχανεμιζόταν. Διέσχισε την αδειανή άσφαλτο με τα ατσάλινα περιζώματα που δεν θυμόταν από τη δική της εποχή, ώσπου λίγα μέτρα παρακάτω, στάθηκε συντριμμένη μπρος σε αυτό που φιλοξενούσε την μικρή λαμπερή αναλαμπή, η οποία έκαιγε ακόμα. Αυτή που εξαρχής της είχε τραβήξει την προσοχή γιατί είχε γεννηθεί όταν εκείνος είχε πρωτοέρθει εκεί.
«Στέφανε… κι εσύ;»
Η Εριφύλλη ξέχασε μεμιάς τη δική της ερημιά και φρίκη.
Μπροστά της, η μικρή φλόγα που είχε δει από μακριά, λικνιζόταν στο γυάλινο καντήλι της, προστατευμένη μέσα στην λευκή πέτρινη μινιατούρα ναού που έστεκε στο μισοσκόταδο. Ένας μικρός θάμνος ολόλευκης πικροδάφνης αργοσάλευε μουρμουρίζοντας, δίπλα σε μια παρόμοια με τη δική της σκαλισμένη σε μάρμαρο, εικόνα ενός άντρα. Ενός Στέφανου που την κοίταζε με το οικείο, τρυφερό του χαμόγελο. Στο πλάι, μικρά κτερίσματα αναμνήσεων που μάζευαν τη σκόνη της αιωνιότητας, μαρτυρούσαν τη θλίψη άλλης μιας απώλειας. Και στη βάση, οι ίδιες μπλε αναγαλλίδες θρόιζαν απαλά καθώς την κοίταζαν, σαν να ήξεραν καιρό, αυτό που εκείνη μόλις τώρα αντιλαμβανόταν. Κοίτα, της έλεγαν ανεμίζοντας οι μυριάδες μίσχοι αναδεύοντας τα ουράνια ανθοπέταλα. Κοίτα.
Γεμάτη συντριβή η Εριφύλλη άγγιξε το παγωμένο μάρμαρο, σε μια ψευδαίσθηση ότι χάιδευε το πρόσωπο του Στέφανου, καθώς της ήρθαν στον νου εκείνα τα λόγια που της είχε πει, τη δεινή σημασία των οποίων μόλις τώρα κατανοούσε. Εριφύλλη, θα ήθελα να μην ήταν με αυτόν τον τρόπο αλλά, πραγματικά δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βρήκα εδώ. Γι’ αυτό και πάντα θα είμαι εδώ. Πάντα. Αρκεί να με θέλεις κοντά σου.
Καθώς το χέρι της άγγιζε την παγωμένη εικόνα του, σαν σε όραμα, είδε εικόνες του Στέφανου που διαδέχονταν η μια την άλλη, πόζες μιας ολόκληρης ζωής. Έναν εικοσιπεντάχρονο Στέφανο που εργαζόταν και στην πραγματική του ζωή στο μέρος που της είχε πει. Στην τελευταία μέρα του, τον είδε ντυμένο με καλά ρούχα, εκείνα που φορούσε όταν τον είχε γνωρίσει, να βγαίνει χαμογελώντας από το σπίτι του στην πόλη. Να αποχαιρετάει τους γονείς του για το βράδυ, χωρίς να ξέρει ότι δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ. Αργότερα να επιστρέφει, οδηγώντας μέσα στη βροχερή νύχτα και να διασχίζει σιωπηλός, μέσα στην ερημιά της περασμένης ώρας, την εθνική οδό όπου τώρα στεκόταν. Κι ύστερα φώτα από μακριά που ολοένα πλησίαζαν και φώτιζαν, την έκαναν να μισοκλείσει ενστικτωδώς τα μάτια αν και την ίδια στιγμή ήξερε πως ήταν απλώς ένα όραμα. Και πάλι, πάγωσε, με το χέρι ακουμπισμένο ακόμα στην πέτρινη εικόνα, κοιτάζοντας το προφίλ του, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, να κοιτάζει στα στερνά του δευτερόλεπτα, αυτό που ερχόταν. Με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά, σαν να μην πίστευε ότι αυτό που έβλεπε ήταν αληθινό.
Κι ύστερα το όραμα εξατμίστηκε απότομα κι η Εριφύλλη απέμεινε στο σκοτάδι, κοιτάζοντας ακόμα εκείνη τη μικρή φλόγα που τώρα τρεμούλιαζε σαν να ήταν έτοιμη να σβήσει κι αυτή.
«Γι’ αυτό ήταν εκείνα τα λόγια, αγάπη μου, έτσι δεν είναι;», μονολόγησε μελαγχολικά τον αέρα, με τα μάτια της να πλημμυρίζουν πικρά δάκρυα. Τον αγαπούσε και της έλειπε τόσο πολύ, τον ήθελε εκεί κοντά της, μονάχα με κείνον πια ένιωθε ασφάλεια, αλλά… όχι, έτσι, όχι έτσι, Στέφανε…
Κοίταζε ακόμα το πρόσωπο εκείνου που αγαπούσε τόσο πολύ, με το χαμόγελο που είχε παγώσει στην αιωνιότητα, εκείνου που είχε παγιδευτεί όπως η ίδια. Για πάντα, σ’ αυτό το έρημο μέρος, όπου όλα ήταν ψεύτικα σε έναν φαύλο κύκλο αιωνιότητας χωρίς τέλος.
Πάντα θα είμαι εδώ. Πάντα. Αρκεί να με θέλεις κοντά σου.
Ήταν δυνατόν να μην τον θέλει; Όμως ο Στέφανος είχε εγκλωβιστεί εκεί, ίσως όχι εξαιτίας της, ωστόσο θα παρέμενε εκεί αν εκείνη… απλώς τον ήθελε κοντά της. Δεν ήξερε πώς, αλλά διαισθανόταν ότι αυτή ακριβώς η απουσία του σήμερα ήταν η ελάχιστη ελπίδα που είχε εκείνος για να γλιτώσει. Να επιστρέψει εκεί που ήταν, με τους ζωντανούς ή έστω να πάει κάπου καλύτερα από εκεί που βρισκόταν η ίδια. Άλλωστε… μόρφασε με πίκρα, είχε συνηθίσει πια κι ας ήξερε ότι όλα όσα ζούσε τόσο καιρό, ήταν μια θλιβερή ψευδαίσθηση. Δεν την πείραζε, αλλά κι αν την πείραζε, θα είχε τα σύννεφα για συντροφιά να την παρηγορούν. Κι ας της θύμιζαν τώρα πια εκείνον.
Αρκεί να με θέλεις κοντά σου.
«Μην έρθεις, Στέφανε… μ’ ακούς;», άφησε την κραυγή της να αντιλαλήσει γεμάτη σπαραγμό μέσα στην ησυχία του πουθενά.
«Μην έρθεις, σε παρακαλώ, μην έρθεις!…». Φώναζε και ξαναφώναζε την ίδια φράση στο πουθενά, σαν μάντρα με αδυσώπητη επιμονή μέχρι που δεν άντεχε άλλο. Έγειρε ολότελα στραγγισμένη και άδεια από καθετί και πέφτοντας στα γόνατα, έκλεισε τα μάτια της, συνειδητοποιώντας στ’ αλήθεια πώς είναι να είναι νεκρός κανείς, παγωμένος και κενός από κάθε επιθυμία, για πάντα.
Κι ύστερα, γεμάτη απόγνωση, ονειρεύτηκε.
Ονειρεύτηκε πως είχε επιστρέψει στην πρώτη μέρα που είχε δει τον Στέφανο.
Τον είδε να στέκεται εκεί, καλοντυμένος και ολόλαμπρος, δείχνοντας πως ψάχνει προς τα πού να πάει, ενώ ήξερε πολύ καλά πού βρισκόταν. Να κοιτάζει ονειροπόλα τα σύννεφα, ενώ στην πραγματικότητα κοίταζε εκείνη. Να την αγαπά χαρίζοντάς της μικροσκοπικά τέλεια μπλε λουλούδια μόνο και μόνο για να απολαμβάνει την παιδιάστικη ευτυχία της. Έμεινε σε κείνο το κουκούλι μακάριας οδύνης, αδιάφορη για τη σκόνη που κατακαθόταν πάνω της, για την παγωνιά που τρύπωνε στη χαμένη της ψυχή, για την ερημιά που απλωνόταν χιλιόμετρα και χιλιόμετρα πέρα.
Μην έρθεις… μην έρθεις… μην έρθεις… σ’ αγαπώ τόσο πολύ… τόσο πολύ, μα, μην έρθεις… μη…
Ονειρεύονται οι νεκροί; Εκείνη ονειρευόταν. Πως της χάιδευε τα μαλλιά με το τρυφερό του χαμόγελο να σκιάζει τόσο μαγικά το όμορφο πρόσωπό του. Απαλά περνούσε το χέρι του κάθε φορά, ψιθυρίζοντας το όνομά της, με μια μουσικότητα σαν φλοίσβος κυμάτων ή σαν τον ήχο του μελωδού όταν περνάει το αεράκι.
Εριφύλλη… αγαπημένη μου, Εριφύλλη μου…
Για μια ελάχιστη στιγμή χαμογέλασε κι ας ήξερε ότι ήταν όνειρο μονάχα.
Είμαι;
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
Τα τέλεια μπλε ανθάκια των αναγαλλίδων, έτσι όπως είχε γείρει γονατιστή πάνω τους, φάνταζαν τεράστια, όντας λίγα χιλιοστά μπροστά της.
Ένα χέρι ήταν ακόμα ακουμπισμένο στα μαλλιά της. Αισθανόταν τη ζεστασιά του, τη θερμή του επιδερμίδα, τον τρόπο που τα δάχτυλα ακράγγιζαν το κεφάλι της με χαϊδευτική τρυφερότητα. Μπορούσε, σχεδόν, να δει το γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπο που έγερνε δίπλα της, έτσι όπως μονάχα κάποιος μπορεί να νιώσει αυτόν που αγαπά τόσο πολύ.
Έστρεψε γοργά το κεφάλι της στ’ αριστερά της.
«Στέφανε;…»
Το χαμόγελο στο πρόσωπό του, έτσι όπως τον είδε γονατισμένο πλάι της, ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα που είχε δει ποτέ στη ζωή της. Ένιωσε απέραντη αγαλλίαση μα και συντριβή μαζί, γιατί εκείνος τελικά είχε έρθει. Δεν θα πήγαινε πουθενά τώρα, είχε παγιδευτεί εκεί, μαζί της, χωρίς να φταίει σε τίποτα.
«Στέφανε, αχ, γιατί, γιατί ήρθες;», διαμαρτυρήθηκε δαγκώνοντας τα χείλη της κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε να του πει. «Παρακάλεσα… ικέτεψα τόσο πολύ να μην έρθεις, έπρεπε να με ακούσεις και να φύγεις, να ελευθερωθείς από αυτό το καταραμένο μέρος! Κι από μένα, Στέφανε, που άθελά μου, σε παρέσυρα εδώ! Φύγε, έχεις ελπίδα ακόμα, μη μένεις, φύγε σε παρακαλώ!», βόγκηξε σχεδόν με τις δυνάμεις της να καταρρέουν. Έστρεψε το πρόσωπό της αλλού, προσπαθώντας να αντέξει, να μην κλάψει και την λυπηθεί.
«Εριφύλλη, κοίταξέ με», τον άκουσε να λέει με ήρεμη φωνή κι ένιωσε το απαλό χάδι του πάνω στο μάγουλό της καθώς την έστρεφε μαλακά προς το μέρος του. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα ήθελα να είμαι οπουδήποτε αλλού εκτός από εδώ; Χωρίς εσένα;». Το βλέμμα του ήταν βαθύ σαν θάλασσα τη νύχτα και λαμπύρισε διαπεραστικά καθώς πρόσθετε: «άλλωστε, τα κατάφερες χωρίς να το ξέρεις: τελικά, δεν πρόκειται να μείνω εδώ».
«Θα φύγεις;», της ξέφυγε άξαφνα, πριν συγκρατήσει τον εαυτό της, ξεφυσώντας διχασμένη ανάμεσα στην ανακούφισή της για εκείνον και στην οδύνη της που θα τον έχανε.
«Δεν ξέρω πώς έγινε, στ’ αλήθεια… αλλά τουλάχιστον μπορώ να σου πω πώς το έμαθα», της είπε.
Και της αφηγήθηκε την πιο εκπληκτική ιστορία, αν μπορούσε να υπάρχει κάτι πιο απίθανο από τους δυο τους που είχαν συναντηθεί σ’ αυτόν τον βρόγχο μεταξύ ζωής και θανάτου. Με την αρχή να είναι εκείνη τη φορά που είχε ανοίξει τα μάτια του κι αντί να βρεθεί στο αγαπημένο τους πια σημείο για να τη συναντήσει, να έχει προσγειωθεί σε ένα ψυχρό μισοσκόταδο στη μέση του πουθενά. Σαστισμένος είχε κοιτάξει τριγύρω και είχε δει μια αλλόκοτη λάμψη να τον πλησιάζει, με το περίγραμμα μιας γυναίκας μέσα σε ένα γαλαζωπό και πύρινο πέπλο.
«Ποια είσαι; Πού βρέθηκα; Πού είναι η Εριφύλλη;», τη ρώτησε αμέσως και η οπτασία τον κοίταξε μέσα από εναλλασσόμενες αντανακλάσεις φωτός, σαν ένα από τα λουλούδια της αναγαλλίδας να είχε γιγαντωθεί και να την πλαισίωνε λικνιστικά σαν να την οριοθετούσαν αλλά και σαν να την προστάτευαν.
«Δεν με ξέρεις», του απάντησε με μια μακάρια φωνή, σαν ψίθυρος στα κλαδιά από αεράκι, «το μικρό μονάχα με ήξερε κι όλοι οι άλλοι με φώναζαν Φιλιώ». Ο Στέφανος σάστιζε ολοένα και περισσότερο, ξεχνώντας τη δεινή του κατάληξη εκεί. Το πρόσωπό της, έμοιαζε νεανικό και ηλικιωμένο μαζί, χωρίς να φαίνονται ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά της, αλλά έπαλλε από μια ανεξήγητη ζεστασιά. «Το άμοιρο το συννεφάκι μου, είχε το δικό μου όνομα», του είπε σαν να διάβαζε τη σκέψη του.
Του ήρθε μεμιάς εκείνη η κουβέντα που του είχε πει η Εριφύλλη του, για το πώς είχε ξεκινήσει η αγάπη της για τα σύννεφα.
Η γιαγιά μου που είχα πάρει το όνομά της, μου διηγούταν άπειρες ιστορίες με τα σύννεφα και μοιραζόμασταν παρέα τις εικόνες που δημιουργούσε η φαντασία μας, καθώς τα παρατηρούσαμε εκεί στον ουρανό, στην αυλή του σπιτιού μας.
«Σωστά, κατάλαβες», κατένευσε το παλλόμενο όραμα της γυναίκας. «Την αγαπάς κι εσύ όσο την αγαπούσα κι εγώ, έτσι δεν είναι;», τον ρώτησε ύστερα. Ίσως ήταν ο τρόπος που του το είπε γιατί κάτι έσπασε μέσα στη σκέψη του Στέφανου ξαναφέρνοντας στην επιφάνεια εκείνη την πρώτη ανάμνηση που είχε από την Εριφύλλη. Όχι τη μέρα που είχαν πρωτοσυναντηθεί, αλλά, σε ένα αλλόκοτο χρονικό σημείο: στην τελευταία του νύχτα. Στη στερνή του στιγμή, λίγο πριν το αδυσώπητο φως που τον πλησίαζε, σκορπίσει τον θάνατο, εκείνος είχε δει κάτι που δεν μπορούσε, ούτε πρόλαβε να εξηγήσει. Στο λευκό φως, σαν σε αντικατοπτρισμό, είχε δει τη σιλουέτα της άγνωστης τότε Εριφύλλης, να διασχίζει σε αργή κίνηση σαν χορογραφία, το κενό μπροστά στο αυτοκίνητό του, με μια ήρεμη έκφραση στο στραμμένο κάπου ψηλά, πρόσωπό της. Σαν να είχε εμπλακεί στον χωρόχρονο, βλέποντας ένα κομμάτι του κόσμου όπου εκείνη είχε παγιδευτεί. Ήταν ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, ωστόσο το πρόσωπό της είχε γυρίσει προς το μέρος του, χωρίς να τον βλέπει ρωτώντας τον άηχα, δεν είναι όμορφα τα σύννεφα; Εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή, η μορφή της χαράκτηκε στα κατάβαθα της ψυχής του, σβήνοντας ακόμα και τον ίδιο του τον θάνατο.
«Από την πρώτη στιγμή που την είδα», συμφώνησε μελαγχολικά κοιτώντας τώρα την οπτασία της γυναίκας. «Γιατί όμως βρίσκομαι εδώ;», τη ρώτησε με τη σειρά του, ανήσυχος, «μήπως η Εριφύλλη…;».
«Η Εριφύλλη πρέπει να απελευθερωθεί και να φύγει πλέον», του απάντησε σιβυλλικά εκείνη. «Δυστυχώς δεν είναι εύκολος ο τρόπος, αλλά για το καλό της πρέπει να γίνει. Κι εσύ μπορείς να τη βοηθήσεις να πάει εκεί όπου της αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία. Αρκεί να το θέλεις».
«Μπορώ;», είπε αμέσως με ελπίδα που βούλιαξε αύτανδρη στη σκέψη ότι εκείνος θα έμενε πίσω. Μάλωσε τον εαυτό του. Η Εριφύλλη θα βρει επιτέλους τη γαλήνη και θα πάψει να βασανίζεται, μόνο αυτό έχει σημασία.
«Θέλεις;», τον ρώτησε ξανά η γυναίκα, περισσότερο για τον ίδιο γιατί έμοιαζε να τον διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο.
«Δεν είναι τι θέλω εγώ, αλλά τι χρειάζεται εκείνη. Αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία και που με νοιάζει. Αν πρέπει για την ευτυχία της Εριφύλλης να τη βοηθήσω να φύγει από εδώ, έστω και αν είναι μακριά μου, θα το κάνω», κατέληξε δείχνοντας μια αποφασιστικότητα κι ας μην την ένιωθε.
Η γυναίκα χαμογέλασε με έναν αινιγματικό τρόπο γέρνοντας το κεφάλι της καθώς τον κοίταξε στοχαστικά. «Πόσο παράξενο αλλά κι όμορφο μαζί… και οι δυο σας είστε πρόθυμοι να αποχωριστείτε ο ένας τον άλλο, μόνο και μόνο επειδή αγαπιέστε τόσο πολύ. Το συννεφάκι μου… θα είναι πλέον ευτυχισμένο όσο δεν ήταν πριν…». Ύστερα, στέναξε ανάλαφρα λέγοντας: «Λοιπόν, έχεις να μάθεις ένα νέο», του είπε με ένα διάφανο χαμόγελο και του ψιθύρισε κάποιες λέξεις που έκαναν τον Στέφανο να μείνει με το στόμα ανοιχτό και την ψυχή του να φτερουγίζει στα ουράνια.
«Κι αυτό που μου είπε η γιαγιά σου, είναι ότι θα φύγουμε, αγάπη μου», κατέληξε την ιστορία του, διορθώνοντάς την με εκείνο το χαμόγελο που τόσο λάτρευε η Εριφύλλη. «Μαζί θα φύγουμε, δεν θέλω να πάω πουθενά χωρίς εσένα, παρά μόνο αν είμαστε οι δυο μας».
«Μαζί;», ήταν η μόνη λέξη που μπόρεσε να αρθρώσει και όταν ο Στέφανος, κατανεύοντας, χαμογέλασε για πρώτη φορά, χωρίς εκείνη τη υποβόσκουσα θλίψη, η Εριφύλλη άφησε τα πάντα να ξεχυθούν μακριά της. Τίποτα δεν είχε σημασία πλέον. Τίποτα, παρά μόνο εκείνος. Τον αγκάλιασε κι ο Στέφανος απλώς αφέθηκε σαν ωκεανός στην αγκαλιά της νύχτας, αλλά και την τύλιξε όπως ο ουρανός τυλίγει τη γη. Λέξεις τρυφερές, γλιστρούσαν από τα χείλη του, φιλιά γεμάτα απεγνωσμένο έρωτα και φως που εκείνη ένιωθε στα τρίσβαθά της και ύστερα…
«Αγάπη μου, πάμε;», άκουσε τη ζεστή φωνή του κι άνοιξε τα μάτια της.
Δεν ήταν νύχτα πια. Πάνω τους απλωνόταν η πιο διάφανη, απαλόχρωμη και ντελικάτη, σαν φτερό λιβελούλας, αυγή. Στο γαλήνιο φως της νιογέννητης ημέρας, τα δυο εκκλησάκια είχαν χαθεί, το ίδιο κι η μεγάλη εθνική οδός. Στη θέση τους υπήρχε ένας άλλος δρόμος, που λαμπύριζε με μια μαργαριταρένια ομορφιά, πλαισιωμένος από μυριάδες φανάρια όμοια με ουράνιο στρατό από πυγολαμπίδες.
Και πράγμα ολότελα θαυμαστό, σύννεφα.
Μια ατέλειωτη, νεφελώδης θάλασσα παντού. Στο πλάι του δρόμου και ψηλά σαν θριαμβική αψίδα, στο πιο τρυφερό λευκό του χιονιού, νέφη αφράτα σαν ευτυχισμένα όνειρα, με παιδιάστικη σχεδόν στρογγυλάδα, ανάλαφρα κι ανέμελα σαν εκείνο το πουπουλένιο παπάκι που είχε δει μικρή ν’ αρμενίζει χαρωπά στην ουράνια θάλασσα. Το πιο πολύτιμο και σπάνιο σύννεφο που αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλα και που δεν είχε ξαναδεί όμοιό του, έως τώρα.
Το σύννεφο της ευτυχίας της.
Σαν ταιριαστή αυλαία, όλη εκείνη η απεραντοσύνη των νεφών στεφάνωνε το τέρμα του δρόμου όπου μια πάλλευκη σκάλα από αλάβαστρο οδηγούσε σε κάτι που έμοιαζε με πύλη. Ή, τώρα που η Εριφύλλη ξεχώριζε πιο καλά καθώς πλησίαζαν, έμοιαζε σαν μικρός ναός με διαμπερείς, αψιδωτούς και λευκούς ιριδίζοντες τοίχους. Εντός του, αντιφέγγιζαν χρυσαφένια λαμπυρίσματα από χαρούμενες φλόγες που χόρευαν νωχελικά στο πρωινό αεράκι. Μέσα από την αντικρινή πύλη του ναού, αχνοφαινόταν… έγειρε προσπαθώντας να ξεχωρίσει μέσα από μια ροδόχρωμη ομίχλη… ναι, ήταν περιγράμματα των πιο όμορφων και γεμάτων θαλπωρή σπιτιών που είχε δει ποτέ.
Εκείνη τη στιγμή σαν σε αποχαιρετισμό, η Εριφύλλη πισωγύρισε το βλέμμα της, για μια τελευταία φορά, εκεί από όπου είχαν έρθει. Με κοφτή ανάσα φανέρωσε τη λαχτάρα της. Πρόσωπα οικεία κι άγνωστα έστεκαν εκεί, αιωρούμενα μέσα σε ένα συννεφένιο κάδρο κοιτώντας τους με νοσταλγία. Οι δικοί της άνθρωποι που την είχαν αγαπήσει στη ζωή, πλάι στους σε αυτούς που είχαν αγαπήσει και νοιαστεί για τον Στέφανο.
Μαμά, μπαμπά, τους ξεχώρισε με συγκίνηση, έχετε γεια, μη με κλαίτε πια, είμαι καλά, αλήθεια. Είμαι ευτυχισμένη, ναι, τους έγνεφε καθώς εκείνοι ένιωθαν την ευδαιμονία της και της χαμογελούσαν με τα δάκρυα ακόμα να κυλούν αλλά όχι από θλίψη πια. Τους έγνεφε καθώς τους παρηγορούσε λέγοντας, θα σας θυμάμαι πάντα με αγάπη κι εσείς έτσι ευτυχισμένη να με θυμάστε.
Πλάι της ο Στέφανος αποχαιρετούσε τους δικούς του, αυτή είναι η Εριφύλλη, τους έλεγε με τρυφερότητα που ακόμα και στη σκέψη δεν έκρυβε την αγάπη του για εκείνη.
Τα πρόσωπά τους, αυλακωμένα όπως και των δικών της από τα χρόνια οδύνης, τώρα σαν να αλάφραιναν, και την κοίταζαν με ευχαρίστηση όπως θα έκαναν και στη ζωή. Έγειρε προς το μέρος τους ψιθυρίζοντας: χαίρομαι τόσο που σας γνωρίζω έστω κι έτσι… Θα τον προσέχω και θα τον αγαπώ όπως κι εκείνος σας αγαπούσε. Είδε τα μάτια τους να γεμίζουν από μια στραφταλισμένη θάλασσα πεθυμιάς κι ύστερα το αραχνοϋφαντο, πέπλο γύρω τους, λαμπύρισε στην απαλή δροσιά και εξαϋλώθηκε παίρνοντάς τους μαζί του, σαν το πιο τρυφερό όνειρο της αυγής.
Η Εριφύλλη στέναξε κι έσφιξε το χέρι του Στέφανου που έμοιαζε και κείνος να είχε χαθεί στις αναμνήσεις της ζωής που είχαν χάσει. Ύστερα, πήρε μια βαθιά ανάσα και στράφηκαν μαζί μπροστά. Τώρα που οι δικοί τους έδειχναν να έχουν με κάποιο τρόπο γαληνέψει από την απώλειά τους, έπρεπε να προχωρήσουν εκεί που τους οδηγούσε το πεπρωμένο τους. Είχαν δραπετεύσει από εκείνο τον βρόγχο παραίσθησης και ήταν μαζί, αυτό ήταν πλέον το μόνο σημαντικό, πηγαίνοντας… αλήθεια, πού κατευθύνονταν;
«Αγάπη μου… το ξέρεις ότι δεν με νοιάζει πού είμαστε», έγειρε προς το μέρος του η Εριφύλλη καθώς στέκονταν ακόμα στην έξοδο του αψιδωτού ναού. «Ούτε πού πηγαίνουμε, μου αρκεί που είμαστε μαζί, μα…»
«… μα, θα ήθελες πραγματικά να ξέρεις πού πάμε, έτσι δεν είναι;», της είπε με μια πειρακτική τρυφερότητα ο Στέφανος. Εκείνη έγνεψε καταφατικά επιβεβαιώνοντάς τον, μη μπορώντας να συγκρατήσει το χαμόγελό της καθώς θαύμασε το πόσο καλά την ήξερε πλέον.
«Σε μια άλλη ζωή, Εριφύλλη, αγαπημένη μου, εσύ κι εγώ μαζί», της απάντησε δείχνοντάς της τα σπίτια με την πιο θαυμαστή οπτασία ευδαιμονίας, που θα μπορούσαν να φανταστούν.
«Πάντα μαζί», συμφώνησε με ένα λαμπερό χαμόγελο η Εριφύλλη καθώς τον αγκάλιασε γεμάτη ευτυχία, γιατί γνώριζαν πλέον, πόσο πολύτιμη και σπάνια ήταν.
Μεμιάς οι δυο τους, σαν δυο αστέρια γλίστρησαν λαμπυρίζοντας μέσα στο διάφανο πρωινό, δύο άστρα που αιωρούνταν σ’ ένα μαγικό σύμπλεγμα χορεύοντας παιχνιδιάρικα, πάνω από την καταπράσινη φύση που λούφαζε γύρω από εκείνα τα μακρινά, αιθέρια σπίτια τα οποία έκρυβαν ένα μαγευτικό μέλλον.
Έτσι, τα σύννεφα ήταν παρόντα κι όταν έκλεισε η αυλαία, με το κελάϊδισμα των αηδονιών που κρύβονταν στο σμαραγδένιο δάσος, αφότου η Εριφύλλη και ο Στέφανος ταξίδεψαν μαζί για τη νέα τους ζωή.
Η ατέρμονη ουράνια θάλασσα των νεφών έστεψε, πλουμίζοντας ολόχαρη με όλα τα χρώματα του πιο μαγευτικού ουράνιου τόξου, σε ένα απαύγασμα απαράμιλλης ομορφιάς, την νέα αρχή της ιστορίας της αγάπης τους.
The Two Godmothers
Μαρίνα Πηνελόπη Μάιδου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
