Δε φταίω εγώ, μάνα

Ο μπάρμπα-Λυσίας ήταν αμείλικτος άνθρωπος. Ξεπερνούσε τα ηθικά όρια του είδους του, θα τον έλεγες σίγουρα σαρκοβόρο θηρευτή αν άνηκε στο ζωικό βασίλειο. Ίσως γι’ αυτό η γυναίκα του προέβλεψε την μαύρη της τύχη. Δυο χρόνια το κορμί της δεν είχε ποτέ ξεμπλαβιάσει από το ξύλο, απορίας άξιο, πώς κράτησε παιδί στα σπλάχνα της. Άφησε την τελευταία της πνοή μαζί με το μοναδικό της χαμόγελο σε όλη την ενήλική ζωή της -μόλις 18 ετών- πάνω στο μέτωπο του νεογέννητού τους. Κορίτσι! Όσες προσευχές και να έκανε αν ζούσε η μητέρα του, ο κακότροπος πατέρας του θα τις τσάκιζε όλες στα βράχια της κολασμένης ψυχής του. Όπως καταδίκασε την μπέμπα να μεγαλώσει με τα πεθερικά του. Δεν είχε κανέναν άλλον κοντινό, μοναχοπαίδι και ορφανός και ο ίδιος. Απ’ την μια το καλύτερο, αυτός δεν είχε στάλα αγάπης μέσα του, ίσα που θα της ρουφούσε κάθε σταγόνα ζωής και ενέργειας από μέσα της.

Κάπως έτσι η μικρή είχε την ευκαιρία της να ανθίσει. Άλλωστε η ευτυχία που έδωσε στους παππούδες, λες και μεγαλώνανε το στερνοπούλι τους. Φυσικά καμία επαφή με τον πατέρα της. Απ’ τις περιγραφές και μόνο, η τρίχρονη Δαρεία έτρεμε μήπως τον ανταμώσει στα σοκάκια του χωριού, στα πρωτόλειά της βήματα. Όλα τα παιδιά δηλαδή, τα καταχέριαζε με το παραμικρό, τα έβριζε άσχημα και κανείς μεγαλύτερος δεν τολμούσε να αντιμιλήσει στο δίποδο θηρίο. Ευτυχώς τον περισσότερο χρόνο του τον περνούσε στο κονάκι του. Σπάνια κατέβαινε, με το που πατούσε το πόδι στο πέτρινο γεφύρι στην είσοδο του οικισμού, η δυσοσμία του και το βροντερό περπάτημά του, σήμανε συναγερμό και εξαφανιζόταν πίσω από κλειστές πόρτες όσοι είχαν μυαλό.

Μια ετοιμόγεννη προβατίνα του που κατέβηκε μισά Γενάρη να γεννήσει στο στέγαστρο της αυλής ενός σπιτιού, σήμανε συναγερμό. Απ’ την μια μην αγγίξει κανείς ζωντανό του μπάρμπα-Λυσία, απ’ την άλλη πώς αυτός την άφησε να απομακρυνθεί στις μέρες της. Μόλις έκοψε το χιόνι και άνοιξε λίγο ο ουρανός, μάζεψε όλο του το κουράγιο ο πεθερός του και ανέβηκε στο βουνό. Τον βρήκε σχεδόν μουμιοποιημένο απ’ το κρύο, πεσμένο μπρούμυτα κάτω από ένα πεύκο λίγο πριν το μαντρί του, μισοφαγωμένο απ’τους λύκους. Βλέπεις τα αγρίμια δε σέβονται ούτε τη φάρα τους! Τον άφησε εκεί, η φύση αργεί μα ξέρει να κάνει τη δουλειά της.

Η Δαρεία έφθασε στα δώδεκά της γεμάτη ενέργεια και με όλη την αθωότητα της ηλικίας της. Οι παππούδες της, διακρίνοντας την εξυπνάδα της, δε θέλανε να την περιορίσουν στο ορεινό χωριό. Την στείλανε στην Λειβαδιά, στο εξατάξιο Γυμνάσιο Θήλεων. Η αδελφή της γιαγιάς της, η Αφροδίτη έμενε εκεί, άτεκνη η ίδια και αφοσιώθηκε στην μικρή. Μαζί της σκίρτησε στον πρώτο και όπως αποδείχτηκε μοναδικό της έρωτα! Που με περίσσιο θάρρος την πήρε με δόξα και τιμή για την δική τους αρχή. Επιβιβάστηκαν στο Ακρόπολη εξπρές για Μόναχο. Ο σύζυγός της, ο Πάρης είχε εξασφαλισμένη θέση σαν μηχανικός συντήρησης της αναπτυσσόμενης τότε BMW. Εξαίρετος σιδεράς ήταν που στην Ελλάδα δούλευε για πενταροδεκάρες. Θα βόλευε και τη Δαρεία, ίσως στις ταπετσαρίες, ράφτρια από τις λίγες με κοφτερό μυαλό.

Δεν περάσανε εξάμηνο και τους ήρθαν τα μαντάτα πως η θεία της, ήταν στα τελευταία της. Αυτή την στήριξε στην πιο δύσκολη ηλικία της. Τα παρατήσανε και επιστρέψανε για να την φροντίσουν, τώρα που τους είχε ανάγκη. Άντεξε τρία χρόνια και τους άφησε την ακίνητη περιουσία της, ένα σπίτι δηλαδή πάνω από το κεφάλι τους. Κράτησε στα χέρια της και τα δίδυμα παιδιά τους. Τον Ανδρέα και την συνονόματη, Αφροδίτη.

Νέοι ήταν, αγαπημένοι ήταν, το καινούργιο τους ξεκίνημα ήταν γραφτό τελικά να γίνει στην χώρα τους. Προκόψανε και για την εποχή, τους έλεγες ευκατάστατους, με ιδιόκτητα χωράφια και ζώα στο χωριό, με μόνιμη κατοικία στην πόλη. Κάνανε την Ελένη τους, που πήρε το όνομα της μακαρίτισσας πια γιαγιάς της και τον Δημητράκη του παππού της.

Κυριακή κινήσανε για την καθιερωμένη βόλτα τους μετά την εκκλησία. Ο κολλητός του Πάρη και κουμπάρος τους, είχε ένα αγοραίο. Και όλοι μαζί στριμωχνότανε μεν αλλά το ευχαριστιότανε. Το μεσημέρι συνήθως στρώνανε κάτω από μια σκιά πλατάνου και τρώγανε όσα καλούδια είχε μαγειρέψει η Δαρεία. Μόνο τότε μαζευόταν τα παιδιά που ξεδίνανε στις ρεματιές. Λίγο διέφυγε της προσοχής τους ο εξάχρονος Ανδρέας, ξεμάκρυνε και πετάχτηκε στον δρόμο, κυνηγώντας μια χρυσόμυγα. Την ώρα που απ’ την στροφή έσκαγε το ΚΤΕΛ. Ο οδηγός αντέδρασε και φρέναρε απότομα. Το παιδί όμως βρήκε στον προφυλακτήρα και τινάχτηκε δυο μέτρα ακριβώς μπροστά από τις ρόδες. Από την σχάρα εκτινάχτηκε ένα κατακόκκινο μπαούλο που προσγειώθηκε στον στέρνο του. Ο ήχος απ’ τα κόκκαλά του που σπάσανε στοίχειωσε για πάντα την Αφροδίτη που τον ακολουθούσε κατά πόδας.

Χύμηξε η Δαρεία να τον αγκαλιάσει, να τον σώσει, να του δώσει τη δική της πνοή. Ίσα που της ψέλλισε, μυστήριο τα έσχατα λόγια του:
– Μάνα, δε φταίω.
– Είπα εγώ, μωρό μου ότι φταις;
– Όχι εσύ, μάνα! Η άλλη πίσω σου….

Η Δαρεία με τις δυο κόρες κλείστηκανε στην ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων του σπιτιού της. Θρηνούσε. Ακόμα και στο ετήσιο μνημόσυνο, ο Πάρης με τον κουμπάρο του και τον μοναχογιό πλέον, τον Δημήτρη, είχε το θάρρος να κινήσει να αφήσουν ένα λουλούδι στον τόπο της τραγωδίας. Είχαν σφίξει και τα κονιάκ τους για να αντέξουν το ασήκωτο της ημέρας. Στην επιστροφή, κάνα χιλιόμετρο μετά την μοιραία στροφή, ένα λάγιο μανάρι μες το δρόμο που είχε χάσει την μάνα του, ήταν η αιτία που για να το αποφύγουν, πέσανε με όλη τους την ταχύτητα σε μια γέρικη ελιά στα δεξιά τους. Ο αγωγιάτης με το μουλάρι του που πέρασε λίγο αργότερα, είπε στους χωροφύλακες πως εκτός απ’ το σαστισμένο αρνάκι, διέκρινε δίπλα στο τσακισμένο δένδρο, μια μαυροφορεμένη μορφή. Μόλις πλησίασε, εξαφανίστηκε. Δε βρήκανε καμία γυναίκα πέρα απ’ τις διαλυμένες στα ατσάλινα συντρίμμια, τις σάρκες των τριών ανδρών.

Τρεις μήνες μετά η Δαρεία σαν να ξύπνησε. Αντίκρυσε τα απελπισμένα βλέμματα των θυγατέρων της, σαν να την παρακαλούσανε σιωπηρά, να τις σώσει, να τις τραβήξει απ’ το έρεβος του πένθους. Αθώοι μάρτυρες της τραγωδίας, που θα μεγαλώνανε χωρίς αδελφούς και πατέρα. Συνειδητοποίησε πως έπρεπε να παίξει και τους δύο ρόλους, πως αυτές θα της δίνανε τη δύναμη για να σηκωθεί, ώστε και να τους την επιστρέψει πενταπλάσια. Έπρεπε να κάνει περήφανο τον άνδρα της με τους γιους της εκεί ψηλά.

Σιγά-σιγά η ζωή που πάντα συνεχίζει αμείλικτη, την παρέσυρε. Η πληγή της ποτέ δεν έκλεισε, απλώς έμαθε να την κρύβει, ειδικά απ’ τον ίδιο της τον εαυτό, σκεπάζοντάς την με μικρές χαρές και φευγαλέα νεανικά χαμόγελα. Όπως και ο φόβος της για το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου και τα αυτοκίνητα. Δεν ήξερε να οδηγεί, δε θα μάθαινε ποτέ, ακόμα και να περπατά παράλληλα σε μεγάλες οδικές αρτηρίες πανικοβαλλότανε μέσα της. Και όχι για την ίδια, όσο για τα παιδάκια της…

Η Δαρεία πέθανε στα 91 της, το 2024,κατάκοιτη αλλά με πλήρη επίγνωση της κατάστασής της. Άφησε πίσω της δύο κόρες, δυο εγγόνια, το ένα κορίτσι και μια δισέγγονη… η έσχατή της ικεσία ήταν κανένας να μην πάει να την ανταμώσει. «Όχι άλλον, δε φταίει μάνα», ψιθύρισε στο αυτί της Ελένης της που της έκλεισε τα μάτια. Της αρκούσε ο άνδρας της, ο Ανδρίκος και ο Μητσάκος της, που επιτέλους σμίξανε!

1936, Μπράλλος, πέντε άτομα στο ιππήλατο κάρο που τους πήγαινε στους ελαιώνες του Δίστομου. Φορτωμένο λινάτσες, ράβδους, τρεις άνδρες, ο καροτσέρης με την χήρα αδελφή του και το 12χρονο γιό της. Ο πιο ζωηρός και ο πιο ανυπόμονος ήταν η παρθενική του φορά στην συγκομιδή. Ακόμα και το βράδυ που επιστρέφανε, όλοι αποκαμωμένοι και μισοκοιμισμένοι στην άμαξα. Ο μικρός συνέχιζε να τραγουδά, δίπλα στον δίμετρο άνδρα, τον πιο αμίλητο από όλους. Τους υπόλοιπους τους νανούριζε, ίσα που ακουγόταν απ’ το θόρυβο που κάνανε οι ρόδες στο χώμα. Σήκωσε αστραπιαία την χερούκλα του, τον βούτηξε από τον σβέρκο, τον κοπάνησε βάναυσα στο πίσω παραπέτι και με μία κίνηση τον πέταξε έξω σαν άδειο σακί. Το νεαρό κορμί κουτρουβαλιάστηκε στο χαντάκι, δεν ακούστηκε ο γδούπος, δεν αντιλήφθηκε ούτε ο αγωγιάτης τίποτα. Μόνο το άλογο φρούμαξε στιγμιαία.

Ο υπαίτιος ήταν ο Λυσίας. Κανείς δεν τα έβαλε μαζί του, κανείς δεν τόλμησε να τον κατηγορήσει. Ενώ ήξεραν. Όπως η μανία του κατέστρεφε κάθε τι αγνό στο πέρασμά του, έτσι η άσβεστη λύσσα της μάνας που έχασε τον κανακάρη της γέννησε την άλυτη κατάρα της: ο φονιάς να αφήσει την γη έρμος, λειψός, παγωμένος σαν την ψυχή του. Και οι σερνικοί απόγονοί του να πληρώνουν το έγκλημά του, που θα τους αποκαλύπτω εγώ στο φευγιό τους…

Μαρίτσα Καρά

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading