Αθήνα, 2 Φεβρουαρίου, 2026
Η Ξένια έβαλε το κλειδί στην πόρτα ανοίγοντάς την στο δευτερόλεπτο. Ήταν ήδη αργά το βράδυ. Είχε σχολάσει και πάλι στις 21.30 παρατείνοντας την αναχώρησή της μισή ώρα. Αυτό είχε γίνει πια θεσμός να φεύγει πάντα τελευταία. Αλλά τι να έκανε; Τα χρήματα της ήταν αναγκαία και όποιο ποσό, όσο μικρό και να φαινόταν, ήταν για αυτήν όφελος.
Είχε επιλέξει την απογευματινή βάρδια, γιατί το πρωί είχε τόσα να κάνει. Σπουδαία και δημιουργικά πράγματα! Και δεν την ένοιαζε το πρωινό ξύπνημα, όχι. Αντίθετα ήταν πρωινός τύπος. Με το που έβγαινε η πρώτη ηλιαχτίδα πεταγόταν από το κρεβάτι σαν να την έσπρωχνε ένα μαγικό ελατήριο αναγκάζοντάς την να σηκωθεί στο λεπτό.
Η Ξένια ήταν ένα κορίτσι στα είκοσι έξι. Γεννήθηκε στην Αθήνα ένα κρύο πρωινό του Φλεβάρη του 2000, στην καρδιά των Αποκριών. Ίσως για αυτό να της άρεσε τόσο να φοράει τα αποκριάτικά της όλο τον χρόνο, χειμώνα καλοκαίρι. Η μάνα της την άφηνε μόνη πολλές ώρες για να πάει στο μεροκάματο. Όταν ήταν στο σχολείο ακόμη η Ελένη, η μητέρα της Ξένιας, ερωτεύτηκε τον Γιάννη. Από τους μεγάλους έρωτες που δεν ξεχνιόνται. Μέχρι και σχολείο άλλαξε στην τελευταία τάξη του λυκείου για να είναι μαζί του. Έκαναν τόσα όνειρα τα δύο τους. Να περάσουν στην ίδια σχολή, να μείνουν μαζί, να τελειώσουν τις σπουδές τους και με τον καιρό να παντρευτούν. Αλλά τα γεγονότα τους πρόλαβαν. Η Ελένη έμεινε έγκυος και παράτησε το σχολείο. Βοήθεια δεν υπήρχε από το πουθενά. Ο Γιάννης σαν φιλότιμος που ήταν ανέλαβε τα καθήκοντα του πατέρα από τόσο μικρή ηλικία και την παντρεύτηκε την Ελένη του. Την αγαπούσε τόσο πολύ. Και εκείνη ανέπνεε για εκείνον και μόνο. Και πάλι η μοίρα έπαιξε τα άσχημά της παιχνίδια. Ένα μεσημέρι, όπως επέστρεφε ο Γιάννης από το σχολείο με το ποδήλατο, ένα φορτηγό παραβίασε το Στοπ και το κακό δεν άργησε να γίνει. Από εκείνη την ημέρα η Ελένη πάλευε μόνη της για το παιδί που κουβαλούσε μέσα της.
Στην γέννηση της κόρης ήταν μόνη στο μαιευτήριο, γιατί οι γονείς και πεθερικά της είχαν γυρίσει την πλάτη. Ούτε και τώρα στα δύσκολα δεν έτρεξαν κοντά της. Οι μόνοι άνθρωποι που της στάθηκαν ήταν μία ηλικιωμένη γειτόνισσα που έμενε μόνη στο διπλανό διαμέρισμα και η μοναδική της φίλη από το σχολείο, η Μαρία. Η γυναίκα την συμπονούσε την μικρή για αυτό και της στάθηκε σαν μάνα και πατέρας. Η Ελένη για να την τιμήσει έδωσε το όνομά της στην μικρή. Όταν ακούστηκε το όνομα “Ξένια” στην εκκλησία την ημέρα της βάφτισης, στην οποία νονά ήταν η Μαρία, η ηλικιωμένη γυναίκα βούρκωσε. Δεν περίμενε τέτοια τιμή.
Η μικρή Ξένια ήταν ένα γλυκύτατο πλάσμα με λευκό δέρμα και έντονα κόκκινα μάγουλα. Τα μαλλιά της ήταν πυκνά και πλαισίωναν το προσωπάκι της όπως τα φύλλα τον κισσό. Και τα μάτια της καστανά και αυτά και ζωηρά, σε κοιτούσαν και σε κάρφωναν. Στην βάφτισή της δεν έκλαψε καθόλου. Ήταν το πιο ήρεμο μωρό που είχε δεχτεί η κολυμπήθρα. Ο παππάς έκανε τον σταυρό του, δεν το είχε ξαναζήσει ποτέ αυτό. Η Ελένη ωστόσο έπρεπε να βγει να δουλέψει, πόσο θα δεχόταν την βοήθεια από την γειτόνισσα; Έκανε τόσες δουλειές για να βγάλει πέρα, καθαριότητα σπιτιών, περιποίηση ηλικιωμένων. Και τα πήγαινε μια χαρά. Τίποτα δεν έλειπε της μικρής. Φυσικά μόνο τα απαραίτητα, γιατί τα παραπάνω δεν μπορούσε να τα καλύψει η ίδια. Ευτυχώς για αυτό υπήρχε και η γιαγιά Ξένια.
Όταν η μικρή πήγε παιδικό, στήθηκε μία μικρή γιορτή. Να μη φοβηθεί το παιδί και τρομάξει. Από την προηγούμενη τα ρουχαλάκια της καινούρια και μυρωδάτα από το μαλακτικό, είχαν τοποθετηθεί στο σαλόνι και περίμεναν να φορεθούν την επομένη. Το τσαντάκι του φαγητού και το παγουρίνο με την φιγούρα της Σταχτοπούτας είχαν βρει την θέση τους και αυτά στο τραπέζι της κουζίνας. Εκείνη η μέρα θα χαραζόταν στο μυαλό της Ξένιας. Στον αγιασμό την συνόδευσαν η μητέρα της και η γιαγιά Ξένια. Η μικρή έδειξε θάρρος και καθώς έμπαινε στην αυλή γύρισε το κεφαλάκι της στέλνοντας ένα χαμόγελο στις δύο γυναίκες που έκλαιγαν διακριτικά.
Η ίδια σκηνή παίχτηκε και στην 1η Δημοτικού. Η Ξένια πια ήταν μεγάλη κοπέλα. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε στην μάνα της για να μην στεναχωριέται.
«Καλέ μαμά, αφού είμαι μεγάλη πια. Δεν βλέπεις ότι φτάνω μέχρι την βρύση του νεροχύτη; Μην βάλεις τα κλάματα αύριο πρώτη μέρα. Όλα καλά θα πάνε!»
Το έλεγε και το πίστευε η μικρή. Το θάρρος της το ζήλευαν και οι άλλες μανάδες που έβλεπαν τα μικρά τους να δυσανασχετούν εκείνη την μέρα. Σίγουρα δεν είναι ευχάριστο να αφήνει κανείς το ζεστό του κρεβατάκι και να ξυπνάει τόσο νωρίς χειμώνα καλοκαίρι. Ένα δίκιο το έχουν τα παιδιά.
Δυστυχώς όταν η Ξένια άρχισε την Τετάρτη τάξη, η γιαγιά έφυγε ξαφνικά στον ύπνο της και η Ελένη βίωσε για άλλη μια φορά την απώλεια. Ούτε τότε το έβαλε κάτω. Συνέχισε τους ρυθμούς της μόνο που άφηνε την μικρή μόνη πολλές ώρες. Ευτυχώς ο ήπιος χαρακτήρας της βοήθησε πολύ. Δεν ήταν ένα απαιτητικό παιδί. Αντίθετα καταλάβαινε πολλά και ένιωθε τον κόπο της μάνας της.
Ο καιρός έτρεχε γρήγορα, η μικρή Ξένια για να περάσει η ώρα της φορούσε τις αποκριάτικες στολές της και καθόταν ώρες μπροστά στον καθρέφτη καμαρώνοντας τον εαυτό της. Την μία ήταν η Σταχτοπούτα, την άλλη η Χιονάτη, την άλλη η ατρόμητη πειρατίνα.
Αυτό που της άρεσε πολύ ήταν να βάφεται. Αχ πόσο διαφορετική φαινόταν με τα βαμμένα κόκκινα χείλη! Σαν να ήταν μία άλλη κοπέλα. Τον πρώτο καιρό έπαιζε τον ρόλο της ηρωίδας του παραμυθιού τόσο πειστικά, ο πρίγκιπας κάλπαζε με το άλογο του να την σώσει από την κακιά μάγισσα. Έκλεινε τα μάτια για να δεχτεί το απαλό φιλί του. Άπλωνε το μικροσκοπικό της χέρι για να το κλείσει μέσα στο δικό του. Με τον καιρό όμως, αφού πήγε στο Γυμνάσιο, εξελίχτηκε η τέχνη της σαν «ηθοποιός». Δεν ήταν πια η μικρή Χιονάτη. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι πιο σπουδαίο.
Το μακιγιάζ έγινε πιο διακριτικό. Οι κινήσεις της πιο εκλεπτυσμένες. Ηρωίδες πια ήταν η Αντιγόνη, η Ιφιγένεια. Η έμπνευσή της από τις αρχαίες τραγωδίες που μάθαινε στο σχολείο. Η μάνα της εξακολουθούσε να δουλεύει σκληρά για να καλύπτει τα φροντιστήριά της, αγγλικά και λίγη βοήθεια στα μαθηματικά. Στα φιλολογικά μαθήματα ήταν άριστη. Μα η μεγάλη της αγάπη ήταν τα αρχαία. Ένιωθε ότι ζούσε και εκείνη τον τρωικό πόλεμο, την Ιλιάδα που ήταν και η αδυναμία της.
Στις σχολικές γιορτές είχε πάντα τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όταν έπαιξε την Αντιγόνη στην Πρώτη Λυκείου εισέπραξε ένα γενναίο χειροκρότημα από όλους. Όχι μόνο για τις υποκριτικές της ικανότητες αλλά και για το γεγονός ότι το έργο ανέβηκε στα αρχαία ελληνικά. Μόνο εκείνη ξεχώρισε ανάμεσα στα παιδιά. Για την τέλεια άρθρωσή της καθώς και για τον χειρισμό της αρχαίας γλώσσας. Εκείνη την στιγμή που το κοινό την αποθέωνε, κατάλαβε για το τι της ταίριαζε τελικά να κάνει σαν επάγγελμα. Θα γινόταν ηθοποιός. Ναι, το αποφάσισε στο λεπτό. Η χαρά της ήταν τεράστια σαν το γαλάζιο απέραντο χρώμα των ελληνικών θαλασσών.
Με το που έφτασε η μέρα στο τέλος της, έτρεξε σπίτι της να ανακοινώσει τα νέα στην μάνα της. Δεν είχε μπορέσει να την καμαρώσει και εκείνη. Η δουλειά τους ήταν τόσο απαραίτητη, δεν έλειπε ούτε λεπτό. Η Ξένια κάθισε στην πολυθρόνα της, έφτιαξε ένα πρόχειρο φαγητό, πήρε ένα βιβλίο στα χέρια της περιμένοντας την Ελένη. Η ώρα περνούσε και εκείνη δεν έλεγε να φανεί. Αργά το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Η Ξένια δεν αναγνώρισε το νούμερο αλλά το σήκωσε αμέσως. Από την άλλη γραμμή ακούστηκε μία φωνή άγνωστη.
«Καλησπέρα σας, ονομάζομαι Δέσποινα Μαρκάκη και σας τηλεφωνώ από το αστυνομικό τμήμα της περιοχής σας. Είστε η συγγενής με την Ελένη Δρακοπούλου;»
«Ναι, είμαι η κόρη της. Τι συμβαίνει; Έπαθε κάτι η μητέρα μου;»
«Δυστυχώς η μητέρα σας βρισκόταν σήμερα το πρωί έξω από το ΑΤΜ της Εθνικής Τράπεζας στην κεντρική οδό της Καλλιθέας. Μάλλον θα βρισκόταν εκεί για ανάληψη. Όμως εκείνη την στιγμή μέσα στο κατάστημα βρίσκονταν δύο ληστές οι οποίοι στην προσπάθειά τους να διαφύγουν άνοιξαν πυρά και μία από τις σφαίpes βρήκε 8ανάσiμa την μητέρα σας. Καλό θα ήταν να περάσετε από εδώ για εξακρίβωση στοιχείων. Θα βρίσκομαι μέχρι αργά το βράδυ εδώ. Θα σας περιμένω. 4ος όροφος, δεύτερο γραφείο δεξιά από τις σκάλες».
Κεραυνός, τραγωδία, σκότος, τσουνάμι, όλα μαζί την βρήκαν την άτυχη Ξένια. Δεν πίστευε στα αυτιά της. Πώς σε ένα λεπτό πέρασε από την χαρά στην λύπη! Άφησε το τηλέφωνο να της πέσει από τα χέρια, κάθισε στην καρέκλα ρίχνοντας το βλέμμα στο κενό. Δεν είχε παρά να σηκωθεί σε λίγο και να ανοίξει την πόρτα για να πάει στο τμήμα. Ο δρόμος της φάνηκε ατελείωτος, σαν να περπατούσε σε αγκάθια. Πονούσε το κεφάλι της τόσο πολύ… Τα πόδια της βαριά σαν να κουβάλαγε πέτρες.
Με το που έφτασε στο τμήμα ανέβηκε τις σκάλες αργά, σαν να ήθελε να καθυστερήσει την συνάντηση με την αστυνόμο. Οι δύο ώρες που ακολούθησαν ήταν πολύ παραπάνω από εφιαλτικές. Δεν ήξερε και πολλά να πει, προφανώς η μητέρα της είχε βρεθεί έξω από την τράπεζα τόσο νωρίς για να κάνει μία ανάληψη. Της είχε υποσχεθεί ότι θα πήγαιναν για ψώνια το απόγευμα. Θα της αγόραζε ένα φόρεμα για την αποφοίτησή της από την Πρώτη Λυκείου. Δεν είχε να πει τίποτα παραπάνω.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές για την μικρή που μεγάλωσε απότομα μέσα σε λίγες ώρες. Η νονά της ήταν κοντά της ευτυχώς και την πήρε στο σπίτι της να μείνουν μαζί όσο χρειαζόταν. Η Ξένια όμως ήταν τόσο φιλότιμη. Αποφάσισε να παρατήσει το σχολείο και να βγει για δουλειά. Δεν ήθελε να ζει εις βάρος κανενός.
Η πρώτη της δουλειά ήταν σαν νταντά σε μία γνωστή οικογένεια, ευτυχώς. Ο μικρός που κράταγε ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων, ένα παιδί να φροντίζει ένα άλλο. Πόσο περίεργο ακουγόταν. Πέρασαν τα πρώτα χρόνια και μέχρι την ενηλικίωσή της έμεινε στην νονά της. Όταν ήρθε η μέρα να κλείσει τα δεκαοκτώ, ανακοίνωσε στην Μαρία ότι θα έφευγε με την πρώτη ευκαιρία. Πραγματικά σε δύο μήνες πριν μπει ο Μάιος η Ξένια είχε μετακομίσει στο δικό της σπίτι. Μόνο τα απαραίτητα υπήρχαν μέσα, ένα κρεβάτι, μία πολυθρόνα, τα λιγοστά της ρούχα και τα βιβλία των αρχαίων. Μέχρι να τελειώσει η χρονιά είχε αλλάξει και δουλειά. Μία θέση στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς την περίμενε. Ευτυχώς είχε την δυνατότητα να έχει έναν σταθερό μισθό και μία δωροεπιταγή στο τέλος του μήνα από την εταιρεία που δούλευε, που της ήταν αρκετή για να καλύπτει τα απαραίτητα έξοδα του σπιτιού. Κάθε φορά που είχε ρεπό, κλεινόταν στο σπίτι για να ξεκουραστεί. Τα βιβλία της ήταν η παρέα της, η φίλη που θα ήθελε να έχει. Πώς όμως να καλύψουν το κενό της μάνας;
Στα είκοσί της κάτι την απασχολούσε. Πώς να βρεθεί στο μοναδικό μέρος που της έδινε χαρά; Το θεατρικό σανίδι ήταν το μόνο που θα της γέμιζε το κενό της ψυχής. Το δούλευε στο μυαλό της. Να γραφτεί σε μία δραματική σχολή κατά προτίμηση στο Εθνικό Θέατρο.
Στο πρώτο της ρεπό από εκείνη την ιστορική στιγμή έβαλε τα καλά της ρούχα και πήρε το λεωφορείο για το κέντρο της Αθήνας. Μετά θα πήγαινε με τα πόδια μέχρι το Εθνικό. Δεν είχε βρεθεί ποτέ της σε τέτοιες γειτονιές.
Με το που έφτασε, ένας κόμπος στο στομάχι της στάθηκε για να την κάνει να ιδρώσει. Γενικά ήταν μία ψύχραιμη κοπέλα, αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όταν στάθηκε μπροστά στην γραμματέα ένιωσε ότι ανήκε σε αυτόν το χώρο. Κοίταξε με τα μάτια της το δωμάτιο από πάνω μέχρι κάτω και όταν ήρθε η σειρά της να μιλήσει στην υπάλληλο, άφησε ένα ελαφρύ χαμόγελο να φανεί από τα χείλια της.
«Καλημέρα σας, θα ήθελα να με ενημερώσετε για το τι χρειάζεται για τις εξετάσεις στο ίδρυμά σας»
«Πολύ ευχαρίστως, σας δίνω ένα φυλλάδιο με όλες τις πληροφορίες. Αν θέλετε καθίστε στο σαλόνι να τις διαβάσετε μήπως χρειάζεστε καμία διευκρίνηση»
Η Ξένια πήρε το χαρτί, την ευχαρίστησε και κάθισε στην δερμάτινη καφέ πολυθρόνα. Από πάνω της δέσποζε το πορτραίτο ενός από τους πιο γνωστούς και αγαπητούς διευθύνοντες του ιδρύματος. Όταν τα μάτια της έπεσαν στην προϋπόθεση κατοχής απολυτηρίου από το Λύκειο, η καρδιά της σταμάτησε. Εκείνη δεν είχε τελειώσει το Λύκειο, μετά βίας είχε τελειώσει την πρώτη του τάξη. Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσει όλο αυτό; Σηκώθηκε αργά πλησιάζοντας την γραμματέα.
«Συγνώμη, μία ερώτηση έχω μόνο. Το απολυτήριο Λυκείου είναι απαραίτητο;»
«Ακριβώς, αν θέλετε να φοιτήσετε σε δημόσια σχολή σαν αυτή, ναι, είναι απαραίτητο»
Η Ξένια την ευχαρίστησε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Τι θα έκανε τώρα; Να αφήσει την δουλειά της; Πώς θα ζούσε; Εκείνη είχε μάθει να πολεμάει μέχρι να ματώσει η ψυχή της. Δεν θα τα παρατούσε τώρα. Ευτυχώς είχε κρατήσει το τηλέφωνο του Διευθυντή του σχολείου της.
Ο Μάνος Παπάζογλου ήταν άνθρωπος αρχικά με ευγενική ψυχή. Με το που άκουσε την φωνή της Ξένιας, δεν μπόρεσε να κρύψει την χαρά του αλλά και την έκπληξή του. Η νεαρή του εξήγησε τον λόγο του τηλεφωνήματός της. Εκείνος της πρότεινε να συναντηθούν στο σχολείο για να τα πουν από κοντά. Είχε κιόλας την λύση στο μυαλό του. Δεν θα άφηνε την μικρή Ξένια χαμένη. Θα την βοηθούσε γιατί του θύμιζε τον εαυτό του όταν είχε έρθει από τα Γρεβενά στην Αθήνα πριν πολλά χρόνια.
Η λύση ήταν μία. Η Ξένια θα επέστρεφε στα θρανία και εκείνος θα αναλάμβανε τα έξοδά της. Η μικρή δεν μπορούσε να το δεχτεί. Τι θα έλεγε ο κόσμος; Όχι ότι την ένοιαζε, αλλά δεν ήθελε να προκαλεί.
«Μα να αφήσω την δουλειά μου; Δεν μπορώ να ζω εις βάρος σας. Σας σέβομαι και πραγματικά αναγνωρίζω τις καλές σας προθέσεις, αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό»
«Ωραία, αναγκαστικά θα προχωρήσουμε στο Plan Β. Ένα Λύκειο ΕΠΑΛ είναι ότι πρέπει για την περίπτωσή σου. Θα δουλεύεις το απόγευμα και τα πρωινά θα πηγαίνεις σχολείο. Σε δύο χρόνια θα έχεις το πτυχίο σου. Εντάξει μικρή μου;»
«Σύμφωνοι, από Σεπτέμβρη θα κρατάω πάλι την τσάντα μου. Περίεργο μου φαίνεται…»
Ο καιρός πέρασε, το καλοκαίρι κύλησε τόσο γρήγορα. Αντίθετα με τα Γενικά Λύκεια, τα μαθήματα στα ΕΠΑΛ ξεκινούσαν πιο μετά, έτσι η Ξένια μπόρεσε να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές της και να οργανωθεί καλύτερα.
Αθήνα, 1η Οκτωβρίου 2020
Με το που μπήκε το φθινόπωρο, ο καιρός είχε ήδη δροσίσει. Μαθημένη να ξυπνάει νωρίς, ετοιμάστηκε σχετικά γρήγορα, ήπιε τον καφέ της και έβαλε στον μαθητικό της σάκο τα απαραίτητα για το πρώτο της μάθημα. Ένα τετράδιο με 2 θέματα, μία κασετίνα με τα μολύβια της και έτοιμη στο λεπτό.
Όταν μπήκε στην αυλή του σχολείου, ένα ρίγος την διαπέρασε. Θυμήθηκε την πρώτη της φορά στον παιδικό σταθμό που άφησε το χέρι της μάνας της. Είχε δείξει θάρρος εκείνη την μέρα. Δεν είχε κλάψει καθόλου. Ούτε στην πρώτη Δημοτικού έκλαψε. Ούτε στην πρώτη Γυμνασίου. Όμως σήμερα στην Δευτέρα Λυκείου λίγα δάκρυα στάθηκαν στα μάτια της. Όχι γιατί φοβόταν, αλλά γιατί ήταν μία μέρα σταθμός στην ζωή της.
Τα περισσότερα παιδιά είχαν ακόμη το αποτύπωμα του ήλιου πάνω τους, σημάδι των καλοκαιρινών διακοπών τους. Η Ξένια ξεχώριζε ανάμεσά τους. Ούτε ίχνος μαυρίσματος, ούτε ένα μικρό δείγμα από τις ηλιαχτίδες του ήλιου πάνω της. Ντυμένη όσο πιο απλά μπορούσε, με το τζην παντελόνι της και την λευκή της μπλούζα, έμοιαζε τόσο διαφορετική από τις άλλες κοπέλες. Ούτε ίχνος σκιάς στα μάτια, ούτε λιπ γκλος στα χείλη, ούτε μακριά βαμμένα νύχια.
Όταν μπήκε στην τάξη, ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά. Διάλεξε μία θέση κοντά στο παράθυρο για να μπορεί να ρίχνει μία κλεφτή ματιά έξω. Σε λίγο κάθισε και ένα παλικαράκι δίπλα της. Της συστήθηκε και της έδωσε το χέρι του σαν χειραψία. Πόσο περίεργο της φάνηκε.
«Καλημέρα, με λένε Γιάννη. Εσένα;»
Η Ξένια για δευτερόλεπτα έκλεισε τα βλέφαρά της. Γιάννης όπως και ο πατέρας της.
«Χαίρω πολύ, είμαι η Ξένια»
«Τι ωραίο και ασυνήθιστο όνομα! Δεν σε θυμάμαι από πέρσι. Είσαι καινούρια φαντάζομαι. Καλώς ήλθες στην παρέα μας»
Πριν προλάβει να απαντήσει, έκανε την εμφάνισή του και ο διευθυντής που ήταν ενήμερος για την παρουσία της το σχολείο. Έγιναν οι παρουσιάσεις των νέων μαθητών. Η Ξένια σηκώθηκε από την θέση της στο άκουσμα του ονόματός της. Πόσο περίεργα της φαίνονταν όλα αυτά. Άραγε θα κατάφερνε να συνδυάσει δουλειά και μαθήματα; Πώς θα πήγαινε αργά στο σπίτι κάθε μέρα κατάκοπη; Διάβασμα, δουλειά, απαιτήσεις… Όμως ο σκοπός της ήταν ένας. Η είσοδός της στην δραματική σχολή ήταν ένας στόχος ζωής. Και τα κατάφερε η μικρή. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς η Ξένια είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό έργο του σχολείου και το χειροκρότημα που εισέπραξε ήταν μοναδικό. Άλλη μία απόδειξη ότι το σανίδι της σχολής την περίμενε.
Στις εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς θριάμβευσε. Ήταν πρώτη σε όλο το σχολείο. Ο διευθυντής του, ο νέος της φίλος, ο Γιάννης, και η νονά της, ήταν τα πρόσωπα που στάθηκαν δίπλα της στην απονομή του βραβείου που ακολούθησε. Η ίδια επιτυχία την περίμενε και στο τέλος της 3ης Λυκείου. Ο βαθμός 19,20 ήταν γραμμένος με μαύρα έντονα γράμματα. Είχε αγγίξει την τελειότητα.
Όταν έπιασε στα χέρια της το απολυτήριό της, ρίγη συγκίνησης πέρασαν από την πλάτη της, σαν το αεράκι του μαϊστράλι μία καλοκαιρινή βραδιά. Αχ και να ζούσε η μάνα της και η γιαγιά Ξένια! Και ο πατέρας της να ήταν εκεί, κι ας μην τον γνώρισε ποτέ! Πόσο περήφανοι θα ήταν όλοι τους!
Η επόμενη μέρα έγραψε στην μνήμη της. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ. Με το που έσκασαν οι πρώτες ηλιαχτίδες του ήλιου, η Ξένια ήταν έτοιμη να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της με άλλον αέρα. Φόρεσε το καλό της το φόρεμα, πήρε την τσάντα της και με το απολυτήριο στο χέρι που το κρατούσε σαν φυλαχτό, ξεκίνησε για την σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έφτασε πριν ανοίξει καλά καλά η γραμματεία. Με τα μάτια της περιεργαζόταν το εξωτερικό του θεάτρου. Πόσοι γνωστοί ηθοποιοί είχαν διαβεί αυτήν την πόρτα…
Με το που άνοιξε η γραμματεία η Ξένια στάθηκε πρώτη πρώτη.
«Καλημέρα σας. Σας έφερα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αίτησή μου στις εξετάσεις της σχολής»
Με τι καμάρι έδωσε το αντίγραφο του απολυτηρίου της! Μόνο εκείνη και ο Θεός γνώριζε τους κόπους της. Αφού παρέδωσε όλα τα έγγραφα, πήρε σε ένα χαρτί τις οδηγίες για τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου. Κάθισε και πάλι στην δερμάτινη πολυθρόνα να τις διαβάσει και να κάνει τις ερωτήσεις της. Αφού ξεκαθάρισε κάποιες λεπτομέρειες, έτρεξε στο σχολείο της για να συναντήσει τον διευθυντή. Εκείνος ήξερε πολλά, στα μάτια της φανταζόταν σαν τον πιο σοφό άντρα του κόσμου. Την βοήθησε και την καθοδήγησε στο τι να διαβάσει και να την προετοιμάσει σωστά.
Τα πρωινά στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη όπως τότε που ήταν μικρούλα. Ο Γιάννης και η Μαρία ήταν οι πρώτοι της θεατές. Το χειροκρότημα ήταν αυθόρμητο και σίγουρο.
Πέρασε το καλοκαίρι τόσο γρήγορα, η Ξένια δεν δυσανασχέτησε που πέρναγε τον χρόνο της ανάμεσα στο σούπερ μάρκετ και στο σπίτι της. Κάποιες Κυριακές μόνο, ύστερα από την πίεση του Γιάννη έδινε στον εαυτό της την πολυτέλεια να απολαύσει έναν κρύο καφέ στην καφετέρια της γειτονιάς.
Όταν ήρθε η μέρα των εξετάσεων, ένας κόμπος στάθηκε στο στομάχι της. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Την συνόδευσαν οι φίλοι της, ο Γιάννης, που περίμενε υπομονετικά να τελειώσουν οι εξετάσεις της Ξένιας για να μπορέσει να της εκφράσει την αγάπη που ένιωθε για αυτήν, και η νονά της, ο φύλακας άγγελός της.
Όταν στάθηκε μπροστά στους εξεταστές, τους κοίταξε με το καθάριο της βλέμμα που δεν πρόδιδε καμία ανησυχία. Η αυτοπεποίθησή της, η καλή της προετοιμασία, καθώς και το πηγαίο ταλέντο της ήταν αρκετά για να της δώσουν το εισιτήριο για την είσοδό της στην σχολή.
Βγαίνοντας από την αίθουσα έτρεξε ανάλαφρη, σαν να πετούσε, προς το μέρος των φίλων της. Τα είχε καταφέρει. Τι κι αν έπρεπε να δουλεύει και να σπουδάζει ταυτόχρονα; Ούτε η πρώτη ήταν, ούτε η τελευταία. Εκείνη θα τα κατάφερνε, θα γινόταν ηθοποιός. Όπως το είχε ονειρευτεί τότε που για πρώτη φορά απήγγειλε στη σχολή γιορτή τα λόγια της αγαπημένης της ηρωίδας:
«Ω κοινόν αυτάδελφον Ισμήνης κάρα,
Αρ’ οισθ’ ότι Ζεύς των απ’ Οιδίπου κακών
Οποιων ουχί νων έτι ζώσαιν τελεί;»
«Ω αγαπημένη αυταδελφή μου Ισμήνη,
Ξέρεις ποιο τάχα από τα κακά που Οιδίπους
μας άφησε κληρονομιά, να μένει
που ο Δίας να μην το έστειλε στις δυο μας
που είμαστε ακόμη στην ζωή;»
Αθήνα, 2030
Η Ξένια τελείωσε την σχολή με άριστα. Η πρώτη της επίσημη παράσταση ήταν στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2030. Είχαν προηγηθεί κάποιοι ρόλοι στην τηλεόραση. Ξεχώρισε αμέσως η φυσική της ομορφιά αλλά και το ταλέντο της. Για πολλά χρόνια απασχόλησε τον τύπο και την τηλεόραση, ενώ οι κριτικοί θεάτρου όσο αυστηροί και να ήταν, δεν σταμάτησαν να αναφέρονται στο όνομά της με τα πιο ευνοϊκά λόγια. Λίγο μετά παντρεύτηκε τον Γιάννη και έφερε στον κόσμο μία κόρη που την ονόμασε Ελένη. Έτσι ολοκληρώθηκε η ευτυχία της που της ανήκε δικαιωματικά από την μικρή της ηλικία. Η Ξένια κυνήγησε το όνειρό της και τα κατάφερε παλικαρίσια και η ζωή την αντάμειψε για αυτό.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
