Το καλοκαίρι πέρασε γρήγορα. Ο Σπύρος τα πρωινά όταν η Ελένη ήταν σπίτι, έκανε μία μικρή βόλτα στην παραλία. Κάτω από ένα κιόσκι ήταν μαζεμένοι μερικοί συνταξιούχοι και έπαιζαν σκάκι. Πόσο τους ζήλευε! Έμοιαζαν τόσο ξένοιαστοι! Αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι καημούς κρύβει ο καθένας μέσα του.
Κάθισε σε ένα παγκάκι δίπλα τους και το μάτι του ταξίδεψε στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας μέχρι απέναντι στην Αίγινα. Τι όμορφα περνούσαν με την Ανθούλα του όταν πήγαιναν στο νησί αυτό… Πρώτα πήγαιναν στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου για το προσκύνημά τους και μετά βόλτα στην πόλη για καφέ. Η μέρα τελείωνε με ένα υπέροχο γεύμα στην Καβουρόπετρα στην ταβέρνα της Ελένης και του Μανώλη.
Έπειτα με τις ψυχές τους γεμάτες όμορφες εικόνες έπαιρναν το πλοίο της επιστροφής. Η διαδρομή ήταν τόσο ευχάριστη με το αεράκι να χαϊδεύει τα μάγουλά τους…
Η Ανθούλα είχε την αίσθηση πολλές φορές ότι ταξίδευε για το νησί της. Από τότε που έφυγαν οι γονείς της δεν πήγε πολλές φορές στο πατρικό της. Αδέλφια δεν είχε, η δουλειά την είχε απορροφήσει τόσο πολύ. Και μετά την βρήκε η αρρώστια. Τι κακό κι αυτό… Να ξεχνάει τα βασικά, να έχει τόσες μεταπτώσεις στην διάθεσή της, να μην κοιμάται καλά.
Για αυτό και άφησε την δουλειά πριν την ώρα της. Να την βλέπουν οι γύρω στα άσχημά της ήταν ό,τι χειρότερο. Μόνο τον Σπύρο και την Ελένη ήθελε κοντά της.
Όταν εκείνος επέστρεφε από την βόλτα του, κράταγε λίγη άμμο στην χούφτα του. Της την άφηνε στα δικά της χέρια. Σαν θησαυρό την κράταγε η Ανθούλα, μην της πέσει κανένας κόκκος και την χάσει. Μετά έβαζε το χέρι της στην μύτη να γευτεί την μυρωδιά της θάλασσας και της άμμου. Έτσι έκανε και στο νησί της. Πόσες θύμισες αυτός ο μικροσκοπικός θησαυρός! Έπαιρνε μία ανάσα και μετά συνέχιζε να αναπνέει με το μυαλό να χάνεται. Πού να βρισκόταν άραγε μετά από αυτό; Ίσως στο νησί, ίσως στο Ίδρυμα, ίσως στην Αίγινα;
Ο Σεπτέμβρης έφτασε επιτέλους. Σαν μικρό παιδί έκανε ο Σπύρος. Μία ανησυχία τον είχε κυριεύσει, δεν μπορούσε να κρυφτεί. Η Ελένη τον πείραζε και μετά έσκαγαν στα γέλια οι δύο τους.
«Θα έχεις και τσάντα και τετράδιο; Ε, πού θα κρατάς τις σημειώσεις σου; Μήπως θα αγοράζεις και δικά σου μανό ή θα τα παρέχει η σχολή, άραγε;»
Για άλλη μία φορά η Ελένη πασπάλισε τις λέξεις της με χιούμορ, όπως της είχε μάθει η Ανθούλα. Πίσω από τα αστεία κρυβόταν τόση σοφία.
Έτσι αντιμετώπισε τις δυσκολίες στο Ίδρυμα όταν τα άλλα κορίτσια την έκαναν πέρα. Γιατί ήταν η ευνοούμενη της νέας διευθύντριας. Μόνο εκείνη έφευγε στις μεγάλες γιορτές και απολάμβανε ένα ωραίο σπιτικό φαγητό με το σπίτι στολισμένο τα Χριστούγεννα.
Πάντα επέστρεφε στο Ίδρυμα με ένα χαμόγελο τεράστιο που έδειχνε το πόσο είχε γεμίσει η ψυχή και οι αισθήσεις από ωραίες εικόνες και γεύσεις.
Ακόμη θυμάται την μυρωδιά από τα χειροποίητα γλυκά που βρίσκονταν με επιμέλεια στην πιατέλα στην μέση του τραπεζιού. Της έκανε εντύπωση το κόκκινο τραπεζομάντηλο με το κρυστάλλινο βάζο γεμάτο με κόκκινα τριαντάφυλλα στο κέντρο του. Γύρω του οι πιατέλες με τα κεράσματα. Στην μια οι κουραμπιέδες, στην άλλη τα μελομακάρονα, μία τρίτη με μπισκότα βουτύρου. Τα αγαπημένα της. Πού να δει τέτοια μεγαλεία στο Ίδρυμα; Δεν ήταν τα γλυκά. Όχι, αυτά δεν έλειπαν τέτοιες μέρες. Ήταν η γιορτινή, ζεστή ατμόσφαιρα που έλειπε. Όσο και να τις πρόσεχαν οι φροντιστές τους, δεν μπορούσαν να τους δώσουν την περίσσεια αγάπη. Την φροντίδα, την θαλπωρή. Μόνο μία το είχε καταφέρει στα τόσα χρόνια. Η Ανθούλα Πανοπούλου. Για αυτό τώρα έτρεχε στην ανάγκη της. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.
Αθήνα, 11 Σεπτεμβρίου 2018
Ο ηλικιωμένος κύριος στάθηκε έξω από την πράσινη πόρτα της σχολής με τα μεγάλα λευκά παράθυρα. Πήρε μια ανάσα και χτύπησε το κουδούνι. Ο ήχος που κάνει το κουδούνι όταν ανοίγει η πόρτα ήταν διακριτικός. Ευτυχώς που η ακοή του ήταν ακόμη ζωντανή όπως και όλες του οι αισθήσεις. Αν και μέτραγε εβδομήντα και βάλε χρόνια, η φυσική του κατάσταση ήταν πολύ καλή. Από τους συνομήλικούς του ήταν ο μόνος που δεν έπαιρνε καμία φαρμακευτική αγωγή. Το είχε στο κύτταρό του να είναι υγιής, ίσως η καλή διατροφή που έκανε τόσα χρόνια, ίσως και η προσοχή που του έδειχνε η γυναίκα του. Δεν είχε παράπονο κανένα. Τον είχε βασιλιά και εκείνος την έβαζε σαν κορώνα στο κεφάλι του και παραπάνω. Για αυτόν ήταν η νεράιδα του, η βασίλισσά του, το κορίτσι του.
Μπήκε στον προθάλαμο και κίνησε προς την γραμματεία. Εκεί τον περίμενε η υπεύθυνη, η καθηγήτριά του. Αυτή η όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα που είχε συναντήσει πριν τρείς μήνες. Τον καλωσόρισε οδηγώντας τον στην τάξη. Όταν μπήκε μέσα οκτώ ζευγάρια μάτια γύρισαν να τον κοιτάξουν.
Αν και είχαν ενημερωθεί για την περίπτωσή του, ωστόσο δεν μπόρεσαν να κρύψουν την έκπληξή τους. Τους είχε κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση ένας άντρας και μάλιστα σε αυτήν την ηλικία να βρίσκεται ανάμεσά τους.
Όταν μαζεύτηκαν όλοι, η υπεύθυνη, που άκουγε στο όνομα Στεφανία, τους ζήτησε να συστηθούν ένας ένας.
Η Κατερίνα, η Αλεξία, η Χρύσα, η Κική… ο Σπύρος. Το μοναδικό αρσενικό όνομα που ακούστηκε στην αίθουσα ήταν το δικό του. Πόσο παράταιρο φάνηκε ανάμεσα στα άλλα γυναικεία ονόματα…
Αφού έγιναν οι συστάσεις, η Στεφανία έδωσε τις πρώτες διευκρινίσεις για τα μαθήματα. Ακούστηκαν ενδιαφέροντα, ανατομία, αισθητική, περιποίηση του δέρματος, ιστορία του μακιγιάζ και μετά τα πρακτικά, καλλυντικά, χρώματα, βερνίκια για τα νύχια.
Με λίγα λόγια καμία σχέση με τα υδραυλικά, σωλήνες, πένσες, γαλλικά κλειδιά και τα συναφή. Όμως ο Σπύρος τα ένιωσε οικεία τα της αισθητικής, γιατί από την φύση του αγαπούσε το ωραίο. Και μετά ήταν και η Ανθούλα του. Πώς να την άφηνε απεριποίητη; Την ήθελε όμορφη μέχρι το τέλος, όποτε κι αν ερχόταν αυτό.
Η επαφή με τα νέα του μαθήματα ήταν ευχάριστη. Στο επόμενο μάθημα θα έκανε και τα πρώτα του βήματα στο βάψιμο ματιών.
Όταν ήρθε εκείνη η μέρα, δεν σταμάτησε να μιλάει για τα ωραία μάτια της γυναίκας του. Για το σχήμα που είχαν, σαν μεγάλα αμύγδαλα έμοιαζαν, για τα φρύδια της, για τα καλοσχηματισμένα χείλη της. Τι κι αν κουβάλαγε τόσα χρόνια, το σώμα όπως και η ψυχή χρειάζεται περιποίηση και φροντίδα.
Ο Σπύρος πήρε στα χέρια του την μικρή κασετίνα με τις σκιές τις πιο επίκαιρες για την εποχή εκείνη. Για καλή του τύχη τα χρώματα ήταν απαλά, ταίριαζαν στην φυσικότητα του γυναικείου δέρματος. Πόσο ξένα του ήταν όλα αυτά! Αλλά η Στεφανία τον βοήθησε στο να απλώσει την σκιά στα μάτια της Χρύσας, της συμμαθήτριάς του, χωρίς να κάνει κανένα λάθος. Το σταθερό του χέρι τον βοήθησε. Τόσα χρόνια εξάσκηση με τα γαλλικά κλειδιά και τις πένσες τελικά δεν πήγαν χαμένα. Στο τέλος όταν της έβαλε λίγο κραγιόν έβγαλε μία ανάλαφρη ανάσα.
Ήταν σαν να έλεγε «επιτέλους, το κατάφερα κι αυτό!».
Στον δρόμο για το σπίτι του, ο Σπύρος ήταν τόσο χαρούμενος, το πρόσωπό του φώτιζε σαν να είχε κερδίσει το λαχείο. Πριν φτάσει στο σπίτι κάλεσε την Ελένη στο κινητό για να της πει τα νέα. Δεν ήθελε να του ξεφύγει το παραμικρό μπροστά στην γυναίκα του.
«Σας ομιλεί ο μαιτρ της αισθητικής! Η κυρία Ελένη, παρακαλώ;»
«Η ίδια αυτοπροσώπως. Με ποιόν έχω την τιμή να συνομιλώ;»
«Εδώ Σπύρος Πανόπουλος. Θα ήθελα να αναλάβω την προσωπική σας περιποίηση προσώπου. Θα θέλατε να μου κάνετε την τιμή;»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και οι δυο τους έσκασαν στα γέλια. Πόσο το χρειάζονταν, ήταν σαν μία μικρή τονωτική ένεση!
«Φαντάζομαι όλα πήγαν καλά, σωστά;»
«Ακριβώς, σε πήρα τώρα να μην ανησυχείς. Το κορίτσι μου πώς είναι σήμερα; Κοιμάται; Έφαγε; Έρχομαι, δεν αργώ. Σε είκοσι λεπτά θα έχω φτάσει»
Ήταν σαν να πέταγε από την χαρά του. Μακάρι να μπορούσε να μοιραστεί την εμπειρία του με εκείνη. Είχε τόσο πάθος για τα νέα του ξεκινήματα, ένιωθε ασταμάτητος, ασυγκράτητος.
Ο ενθουσιασμός του τον βοήθησε να συνεχίσει. Λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης παρέκαμψε την ιστορία του μακιγιάζ, τα μαθήματα εφαρμογής θεραπείας του προσώπου και τέτοια συναφή. Του ήταν αρκετό ένα απλό μακιγιάζ, νύχια, φρύδια. Μα το καλύτερο από όλα ήταν τα μαθήματα κομμωτικής. Βασικές αρχές βέβαια, γιατί η σχολή επικεντρωνόταν στην αισθητική προσώπου. Όμως να μπορεί να πιάνει το ψαλίδι και να τραβάει με σταθερό χέρι μία ψαλιδιά ή να πιάνει το πιστολάκι και να κάνει ένα βασικό χτένισμα του ήταν παραπάνω από αρκετό.
Με τα λίγα μαθήματα που πήρε θα μπορούσε να κάνει την γυναίκα του να νιώθει όμορφη κάθε μέρα. Και όχι μόνο την Ανθούλα του. Και την Ελένη, γιατί όχι; Της άξιζε μία περιποίηση. Αν δεν ήταν αυτή πώς θα μπορούσε να φεύγει όποτε χρειαζόταν; Ήταν το δεξί του χέρι, ο φύλακας άγγελός τους.
Η Στεφανία με χαρά του έδωσε μερικά συμπληρωματικά μαθήματα μασάζ. Τον έμαθε να κάνει μαλάξεις στα πόδια και στα χέρια ώστε να μπορεί να ανακουφίζει την Ανθούλα από τις κράμπες και τους πόνους.
Όταν ολοκλήρωσε τον κύκλο των βασικών μαθημάτων, η διεύθυνση της σχολής του έκανε δώρο μία κασετίνα με σκιές και ένα – δύο βερνίκια για να τον ευχαριστήσουν με την σειρά τους για το μάθημα ζωής που τους έδωσε. Η αγάπη δεν έχει όρια, δεν σταματάει πουθενά.
Η πρώτη φορά που τα χρησιμοποίησε στην γυναίκα του θα του μείνει αξέχαστη. Η Ελένη είχε φροντίσει να την κάνει ένα ωραίο μπάνιο και όπως ήταν καθαρή και μυρωδάτη της φόρεσε ένα γαλάζιο φόρεμα με βολάν στα μανίκια. Την κάθισε στην πολυθρόνα και την άφησε να περιμένει τον Σπύρο της για να απολαύσουν το απογευματινό τους τσάι.
Εκείνος μπήκε μέσα στο σαλόνι και της πρόσφερε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
«Γιορτάζουμε κάτι σήμερα, Σπυρέτο μου;»
«Σού έχω μία έκπληξη. Θα πάμε βόλτα στην παραλία σήμερα, τι λες; Θα τα καταφέρεις; Πριν όμως φύγουμε δώσε μου το χέρι σου»
Τον κοίταξε με περιέργεια αλλά του είχε τέτοια εμπιστοσύνη. Του άπλωσε το δεξί χέρι. Εκείνος το έκλεισε μέσα στο δικό του χαϊδεύοντάς το απαλά και το έβαλε στα χείλια του. Έπειτα πήρε ένα κόκκινο βερνίκι σαν το κόκκινο του τριαντάφυλλου, το άνοιξε και άρχισε σιγά να της βάφει τα νύχια. Μετά το τοποθέτησε στην άκρη του τραπεζιού και πήρε και το άλλο χέρι. Με πόση συγκίνηση τις έβαφε τα νύχια. Ένα – ένα με προσοχή μη του ξεφύγει καμία γραμμή απ’ έξω και την λερώσει. Μετά είχαν σειρά τα μάτια.
«Κλείσε τα ματάκια σου γλυκιά μου, έτσι μπράβο»
Η Ανθούλα εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.
Εκείνος άνοιξε το κουτί με τις σκιές και άπλωσε το πινέλο στην πιο ανοιχτή απόχρωση του γαλάζιου. Να ταιριάζει με το φόρεμά της. Έπειτα το ακούμπησε στο δέρμα της και άρχισε να το απλώνει απαλά, μην την γρατζουνίσει και την πονέσει. Όταν τελείωσε της έδωσε τον τετράγωνο καθρέφτη να δει η ίδια το αποτέλεσμα.
«Κλείσε μου και τα χείλια σου αγάπη. Έλα, μην μου τα σουφρώνεις!»
Δεν είχε παρά να υπακούσει, χωρίς αμφιβολία ο Σπύρος της μόνο για καλό τα έκανε όλα αυτά. Εκείνος πήρε το λιπ γκλος με την ανοιχτή απόχρωση του ροζ και το άπλωσε και αυτό στα χείλια της. Πόσο λαμπερή ήταν τούτη την φορά! Πόσο χαρούμενος ήταν ο Σπύρος!
Μετά πήρε την βούρτσα και της χτένισε τα μαλλιά της. Είχε αρκετά λευκά μαλλιά αλλά αυτό την έκανε να φαίνεται πιο αριστοκρατική. Μα τι μαγικά χέρια ήταν αυτά! Πόσο φάνηκε η αλλαγή στο πρόσωπό της!
Η Ελένη συγκινημένη έβγαλε μία μικρή κραυγή χαράς.
«Μα τι ομορφιές είναι αυτές! Να βάλουμε και λίγο άρωμα και έτοιμη για βόλτα, δεν νομίζετε; Ο καιρός ιδανικός για περπάτημα. Ευτυχώς αργεί το φθινόπωρο και οι βροχές δεν θα έρθουν πριν τα μέσα του Νοέμβρη»
«Είμαστε έτοιμοι, Ελένη! Η Ανθούλα μου σήμερα λάμπει ολόκληρη. Όπως τότε που την είδα να απαγγέλνει το ποίημα της στο σχολείο. Μόνο που είναι δική μου πια, δεν θα μου την πάρει κανείς!»
Μία σκέψη του πέρασε εκείνη την στιγμή από το μυαλό. Μόνο ένας θα μπορούσε να του την στερήσει και αυτός ήταν ο ίδιος ο Θάνατος. Για καλή τους τύχη αυτή η επίσκεψη άργησε να έρθει. Μέχρι τότε πέρασαν άλλα πέντε χρόνια.
Ο Σπύρος από την πλευρά του έδειχνε τεράστια υπομονή, στοργή, φροντίδα, αφοσίωση και αγάπη. Η Ανθούλα είχε μεταπτώσεις στην συμπεριφορά της, γινόταν επιθετική, θυμώδης, ανήσυχη. Ένα όμως δεν έγινε ποτέ.
Απεριποίητη. Και σε αυτό φρόντισε ο Σπυρέτος της.
Δήμητρα Καμπόλη
ΤΕΛΟΣ
