Όταν η Μελίνα γύρισε τελικά στο σπίτι της, ήξερε ότι οι άντρες του Κάρλος είχαν μπει μέσα. Το βρήκε γεμάτο με μπουκέτα από τριαντάφυλλα και διάσπαρτα κουτιά με δώρα. Τα άνοιξε όλα. Κοσμήματα, αρώματα, σοκολατάκια, φορέματα. Το τηλέφωνό της χτύπησε.
«Σου αρέσουν;»
«Θα μπορούσες να αφήσεις και ένα σημείωμα που να λέει συγγνώμη»
Ο Κάρλος ξαφνιάστηκε ευχάριστα. Περίμενε να ακούσει την Μελίνα να του λέει για πολλοστή φορά ότι δεν θέλει δώρα, ότι δεν την ενδιαφέρουν τα λεφτά και τα χρυσά, ότι δεν θέλει ειδική μεταχείριση. Και τώρα του ζητούσε κάτι παραπάνω από όσα είχε ήδη κάνει για αυτήν. Κι ας ήταν κάτι τόσο απλό.
«Τελικά δεν με επηρεάζεις μόνο εσύ», γέλασε και σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που δεν κατάφεραν να την πειράξουν. Ας έπαιρνε και αυτή κάποια στοιχεία από τον χαρακτήρα του. Έπρεπε να γίνει πιο σκληρή. Δεν θα μπορούσε να επιβιώσει αλλιώς στον κόσμο του.
«Θα βρεθούμε απόψε;»
«Έχω μια… δουλειά»
«Και πού θα βάλω αυτό το τέλειο μαύρο φόρεμα που μου πήρες;»
«Πήγαινε μια βόλτα με τις φίλες σου»
«Τις έδιωξες όλες, το ξέχασες;»
«Μελίνα…»
«Θα έρθω μαζί σου. Δεν ακούω τίποτα!»
Όταν εμφανίστηκε μπροστά τους η Μελίνα, οι άντρες κατέβασαν τα μάτια τους σε ένδειξη σεβασμού. Ούτε τον ίδιο αέρα μαζί της δεν έπρεπε να αναπνέουν. Ο Κάρλος ήταν κτητικός μαζί της. Όλοι το ήξεραν. Όλοι έπρεπε να το ξέρουν.
«Στο αμάξι του Άλεξ», την φίλησε. «Θα βρεθούμε εκεί», ήθελε να πηγαίνουν χωριστά σε περίπτωση που κάποιος ήθελε να χτυπήσει το αμάξι του.
«Γιατί έχεις τα νεύρα σου σήμερα;»
Ο Άλεξ δεν μίλησε. Μόνο καρδιοχτυπούσε. Το μεθυστικό της άρωμα ανέπνεε αντί για οξυγόνο. Άνοιξε το παράθυρο και άφησε το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο να κρέμεται από έξω.
«Σε ρώτησα κάτι!»
«Πλάκα μου κάνεις ρε, Μέλι; Τι δουλειά έχεις εσύ στην συνάντηση; Ντυμένη έτσι κιόλας;»
«Δεν θα γίνει εκεί που νομίζεις η συνάντηση. Δεν τα έμαθες; Πάμε για το μεγάλο ψάρι!»
«Εμείς πάμε! Εσύ να κάτσεις στα αυγά σου!»
«Δεν θα μου πεις εσύ…»
«Πώς μιλάς έτσι, ρε γαμώτο;»
«Γιατί σταμάτησες το αμάξι;»
«Να μιλήσουμε!»
«Να πούμε τι, ρε Άλεξ;»
«Τι έχεις πάθει; Δεν είσαι ο εαυτός σου!»
«Μια χαρά είμαι!»
«Και δυο τρομάρες! Σαν τα μούτρα του…»
«Τι;», έσφιξε τα δόντια της. «Τι πήγες να πεις;»
«Τίποτα…» χαμήλωσε το κεφάλι μετανιωμένος.
«Έτσι μπράβο!», τον τράβηξε από το μπλουζάκι και τον έφερε μπροστά της. «Πρώτον, κουμάντο δεν θα μου κάνεις εσύ. Δεύτερον, δεν θα μιλάς έτσι για τον Κάρλος. Υπάλληλός του είσαι, σωστά;»
«Σωστά…»
«Ωραία! Τώρα που τα ξεκαθαρίσαμε πες μου τι πραγματικά σκέφτεσαι για εμένα…»
Του κόπηκε η ανάσα. Είχε καταλάβει ότι την γουστάρει; Θα του έπαιρνε το κεφάλι ο Κάρλος. Όπως έκανε με τον Τάκη. Ούτε που τον θυμόταν η Μελίνα. Μια φορά τον είδε. Μια λάγνα ματιά της είχε ρίξει. Μια σφαίρα του έριξε και ο Κάρλος. “Πώς έγινες έτσι, ρε Μέλι;”, σκέφτηκε μα δεν της το είπε.
«Βάλε μπρος και πάμε. Με περιμένουν», διέταξε εκείνη.
«Γιατί το κάνεις αυτό;»
«Τι έχει το ντύσιμό μου;», γύρισε προς το μέρος του και περίμενε να την κοιτάξει.
«Οδηγώ. Δεν μπορώ να σε κοιτάζω»
«Μια χαρά με κοιτάς»
«Μην το ξαναπείς αυτό!»
«Γιατί; Τι θα κάνεις;»
«Ο Κάρλος σε έβαλε απόψε; Θα σου πω τι θα κάνω», σταμάτησε απότομα το αμάξι και την κοίταξε στα μάτια. «Θα πάρω το όπλο μου και θα ρίξω μία στο κεφάλι μου πριν το κάνει ο γκόμενός σου. Αυτό θα κάνω. Οκ, Μέλι; Πρόσεχε τι λες. Και θα προσέχω και εγώ περισσότερο. Σύμφωνοι;»
Η Μελίνα μπερδεύτηκε μέσα στο πλήθος. Τον είδε. Φορούσε μπλε σακάκι. Πλησίασε στο μπαρ και ζήτησε σαμπάνια. Μια συγκεκριμένη. Ο άντρας που καθόταν δίπλα σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Ζήτησε να την κεράσει. Χαμογέλασαν.
«Πόσο η μία;», τον ρώτησε.
«Τριακόσιες χιλιάδες», απάντησε χαμηλόφωνα.
«Διακόσιες. Και την θέλω τώρα»
«Όχι. Είμαι ο καλύτερος. Η συλλογή των στοιχείων, η αληθοφάνεια… Χρειάζονται χρόνια για να φτιάξω μια καλή ταυτότητα»
«Περίμενε…», τον έπιασε από το χέρι και ένιωσε τον σφυγμό του. Βιαζόταν να φύγει. «Πιες λίγο μαζί μου…»
Εκείνος υπάκουσε. Όταν του άφησε το χέρι, είχε ανατριχιάσει.
«Εσείς οι γυναίκες», γέλασε. «Πόσα δίνεις;»
«Όσα ζήτησες. Το ξανασκέφτηκα», έβγαλε από την τσάντα της έναν φουσκωμένο φάκελο.
Ο άντρας πρόλαβε να ρίξει μια ματιά μέσα αλλά δεν είδε όπλο. Έβγαλε και αυτός έναν φάκελο και της τον έδωσε.
Σε δευτερόλεπτα τους συνέλαβαν οι αστυνομικοί. Ο Κάρλος και οι άντρες του έγιναν καπνός. Παρακολουθούσαν κρυμμένοι τους αστυνομικούς να περνάνε χειροπέδες στην Μελίνα.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Η πωλήτρια – Μέρος 3ο”
[…] Προηγούμενο […]