Έγιναν φίλοι στο νηπιαγωγείο όταν ο Έρικ πήρε το κουτί με τους μαρκαδόρους της Ελίζας. Νόμιζε ότι ήταν δικό του επειδή στην ετικέτα το όνομά του ξεκινούσε με το ίδιο γράμμα. Από τότε έγιναν αχώριστοι. Το ίδιο και οι μαμάδες τους. Μια φιλία που κράτησε πολλά χρόνια. Μέχρι που κάποια στιγμή, οι γονείς της Ελίζας χώρισαν και έπρεπε να φύγει με την μαμά της για μια άλλη πόλη όπου θα είχε μια καλύτερη δουλειά. Τότε χωρίστηκαν. Ήταν λίγο πριν τελειώσουν το δημοτικό. Συναντήθηκαν ξανά στο λύκειο.
Νέα αρχή, νέο σχολείο και η Ελίζα είχε πολύ άγχος. Είχαν επιστρέψει ξανά για να ανοίξει η μαμά της το δικό της γραφείο στην παλιά της πόλη. Περπατούσε στους διαδρόμους του σχολείου και ένιωθε αταίριαστη ανάμεσα σε τόσα άγνωστα πρόσωπα. Μέχρι που είδε κάποιον που ήξερε καλά. Τον Έρικ! Πέταξε από την χαρά της και έτρεξε στην αγκαλιά του.
Δεν πίστευαν ότι ήταν ξανά μαζί! Εκείνος έγινε γρήγορα δημοφιλής στο σχολείο γιατί ήταν πολύ καλός στο ποδόσφαιρο και τράβηξε όλα τα βλέμματα των κοριτσιών. Εκείνη ήταν χαμηλών τόνων, χωμένη στα βιβλία της, αφοσιωμένη στις εργασίες της. Πολλές φορές βοηθούσε τον Έρικ με το διάβασμα για να γράφει καλά στα τεστ. Ειδικά από τότε που έκανε σχέση με την Μία που συνέχεια τον τραβούσε από πάρτι σε πάρτι και είχε μείνει πίσω στα μαθήματα. Η Ελίζα τελείωσε πρώτη το λύκειο με άριστα και ο Έρικ τελείωσε με το ζόρι. Τότε αρρώστησε η μαμά του. Την στιγμή που ένα κεφάλαιο έκλεισε, ένα άλλο, ακόμα πιο δύσκολο άνοιξε μπροστά του.
Εκείνο το καλοκαίρι, πέρασαν ατελείωτες ώρες σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου να ακούνε μουσική, να διαβάζουν, να κάνουν παρέα στην μαμά του. Η Μία περνούσε και αυτή πού και πού με κάποιο ακριβό δώρο για να θυμίζει την παρουσία της. Φυσικά και δεν της άρεσε πόση παρέα έκαναν αυτοί οι δύο. Δεν την έπειθαν τα τόσα χρόνια φιλίας, ήταν σίγουρη ότι υπήρχε κάτι περισσότερο μεταξύ τους. Το έβλεπε στον τρόπο που την κοιτούσε η Ελίζα. Ήξερε πότε ζήλευε μια άλλη κοπέλα. Η μαμά της Ελίζας δεν έλειπε και αυτή από το πλευρό της φίλης της. Κι ας μπορούσε μόνο να της προσφέρει την παρέα της. Το γραφείο δεν πήγαινε καλά και δεν ήταν σίγουρη πόσο ακόμα θα άντεχε σε αυτήν την πόλη. Δεν ήξερε όμως αν μια ακόμη μετακόμιση θα ήταν καλή ιδέα τώρα που η φίλη της ήταν άρρωστη και η κόρη της θα ξεκινούσε το πανεπιστήμιο. Ειδικά αφού η Ελίζα και ο Έρικ πέρασαν σε διαφορετικά πανεπιστήμια. Αυτά σκεφτόταν και κοιτούσε την φίλη της που είχε αποκοιμηθεί. Ο Έρικ διάβαζε ένα περιοδικό. Κοίταξε και την κόρη της και την είδε να γράφει ένα γράμμα. Μετά το τσαλάκωσε αθόρυβα και το έκρυψε στην τσέπη της. Η μαμά της παραξενεύτηκε. Δεν ήξερε πόσες φορές η Ελίζα έγραψε αυτό το γράμμα και μετά το μετάνιωσε.
Η Ελίζα δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Πως όλα αυτά τα χρόνια φιλίας ήταν κατά βάθος μια αληθινή αγάπη. Πως φοβόταν ότι τώρα που θα χωρίζονταν θα τον έχανε. Θα τον έχανε ξανά ή θα τον έχανε για πάντα; Έγραφε και έσβηνε γιατί δεν είχε το θάρρος να ομολογήσει τι ένιωθε. Ήταν και η Μία. Δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά τους. Ήταν το κορίτσι του. Εκείνη ήταν η παιδική του φίλη. Κι αν ποτέ εκείνος δεν είχε νιώσει έτσι τότε σίγουρα θα τα κατέστρεφε όλα.
Το σκέφτηκε αρκετές μέρες. Τελικά τελείωσε το γράμμα. Του εξομολογήθηκε μέσα σε λίγες λέξεις ότι τον αγαπά και του ζήτησε να την συναντήσει στο μέρος τους. Ήταν ένα παγκάκι στο πάρκο απέναντι από το λύκειό τους. Εκεί πήγαιναν μετά το μάθημα και κάθονταν για ώρες. Έβαλε το γράμμα στην τσάντα του γυμναστηρίου το προηγούμενο απόγευμα που ήταν στο σπίτι του. Πήγε στο σημείο την επόμενη μέρα με το νέο της φόρεμα και την ελπίδα να τον συναντήσει. Αντί όμως για τον Έρικ, είδε την Μία με τις φίλες της να την περιμένουν και να γελάνε. Της είπαν ότι ο Έρικ όχι μόνο δεν την αγαπούσε αλλά ένιωσε τόσο άσχημα διαβάζοντας το γράμμα της που της ζητούσε να τον αφήσει ήσυχο για πάντα. Η Ελίζα έφυγε συντετριμμένη χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Εφτά χρόνια πέρασαν και η Ελίζα σπούδασε, προόδεψε και έγινε πολύ επιτυχημένη στην δουλειά της. Η εταιρία ήθελε να επεκταθεί και της ζήτησε να αναλάβει το κλειστό πια γραφείο της μητέρας της στην παλιά της πόλη. Εκεί θα μπορούσε να μεγαλουργήσει και αργότερα να ανέβει ακόμα περισσότερο στην ιεραρχία. Εκείνη το σκέφτηκε καλά και αποφάσισε να το κάνει. Είχε αφήσει πίσω της το παρελθόν και ίσως έδινε χαρά στην μαμά της να δει ξανά το γραφείο ανοιχτό. Από την πρώτη μέρα που επέστρεψε, δεχόταν ανθοδέσμες με συγχαρητήρια. Μια από αυτές ήταν και του Έρικ. Η καρδιά της σταμάτησε. Τον σκεφτόταν ακόμα ήταν η αλήθεια αλλά νόμιζε ότι ήταν η ανάμνηση των όμορφων παιδικών χρόνων που πέρασαν μαζί. Όλες εκείνες οι στιγμές ήταν αδύνατο να βγουν από μέσα της. Αλλά ο έρωτας να είναι ακόμα εκεί; Αυτό δεν είχε ιδέα πώς να το διαχειριστεί.
Μία από αυτές τις ανθοδέσμες έφτασε με ένα σημείωμα. Να βρεθούν στο μέρος τους, σε εκείνο το παγκάκι στο παλιό τους λύκειο. Όλο της το είναι φώναζε να το κάνει. Έκλεισε το γραφείο το μεσημέρι και πήγε κατευθείαν εκεί. Τον είδε να την περιμένει καθιστός στο παγκάκι και θυμήθηκε τότε που εκείνος ήταν ο μόνος που ανυπομονούσε να δει. Και αυτό το συναίσθημα δεν έφυγε ποτέ. Φώναξε το όνομά του σαν τότε που τον είδε στον διάδρομο του σχολείου και έτρεξε στην αγκαλιά του. Μίλησαν για ώρα, έκλαψαν, γέλασαν αλλά όταν έφτασαν στον τελευταίο τους χωρισμό, τότε που ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του στο πανεπιστήμιο, τα πράγματα άλλαξαν. Άρχισαν να μαλώνουν για το γράμμα, εκείνο το γράμμα που ήταν η αιτία του εξευτελισμού της από την τότε κοπέλα του, την Μία. Εκείνο το γράμμα που ο Έρικ δεν είχε ιδέα ότι υπήρχε. Γιατί όπως κατάλαβαν, η Μία το βρήκε πρώτη καθώς ψαχούλευε τα πράγματά του, εμφανίστηκε εκείνη στην συνάντηση και είπε ψέματα στην Ελίζα για να την ξεφορτωθεί μια και καλή. Μάλιστα φρόντισε να πει ψέματα και στον Έρικ, ότι είχε δει την Ελίζα με αγόρι και σίγουρα φαινόταν πολύ ευτυχισμένη και για αυτό είχε χαθεί. Έτσι σίγουρα δεν θα την έψαχνε. Μπορεί να έριξε το δηλητήριό της αλλά είδε ότι δεν μπορούσε να καταστρέψει αυτό που ένιωθε ο Έρικ. Δεν υπήρχε λόγος να ήταν μαζί του πια. Χώρισαν και εκείνος έφυγε αργότερα στο εξωτερικό για να κάνει η μαμά του μια εξειδικευμένη θεραπεία. Όταν επέστρεψε, γύρισε στο πανεπιστήμιο και με κόπο κατάφερε να το τελειώσει. Έμεινε στην πόλη και περίμενε να γυρίσει η Ελίζα. Όπως τότε που γύρισε ξανά και την είδε στο λύκειο. Δεν ήξερε αν θα ήθελε να τον δει, αν της έλειψε, αν ποτέ τον σκέφτηκε σαν κάτι παραπάνω από έναν απλό φίλο. Έπρεπε όμως να το τολμήσει. Της ζήτησε να τον συναντήσει. Και ήρθε. Ήταν εκεί μαζί του. Ίσως τελικά να μην ήταν πολύ αργά. Ίσως τελικά εκείνη να ήταν η κατάλληλη στιγμή. Την τράβηξε απαλά κοντά του και την φίλησε για να το ανακαλύψει.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
