Πιασμένοι χέρι χέρι ο Αβραάμ και η Κατερίνα, έκαναν βόλτα στο πάρκο που ήταν κάπου ανάμεσα από τα σπίτια τους και βρίσκονταν εκεί, όταν και οι δύο τους δεν είχαν πολλή ώρα στη διάθεσή τους, μοιράζοντας την απόσταση. Μαθητές τρίτης λυκείου και οι δύο, είχαν τα διαβάσματά τους, αφού λίγο καιρό πριν είχε αρχίσει η σχολική χρονιά.
– Άρχισε να μαζεύει σύννεφα. Λέγανε για μπόρες αυτές τις μέρες.
– Θέλεις να πάμε στο καφέ πιο κάτω; Να είμαστε σίγουροι; Να μη μας πιάσει καμία βροχή;
– Να σου πω, καλύτερα! Να μη τρέχουμε μετά.
Έκατσαν, παρήγγειλαν και ξαφνικά ακούστηκε από τα κινητά και των δύο ένας ήχος προειδοποίησης, από το 112 για έντονα καιρικά φαινόμενα και προφύλαξη, χωρίς άσκοπες μετακινήσεις.
– Ωχ, ο κακός χαμός προβλέπεται.
– Θέλεις μωρό μου να φύγουμε; Να γυρίσεις όσο δεν πιάσει η μπόρα, να είμαι κι εγώ ήσυχος;
– Ε, σιγά, μπορεί να μη γίνει και τίποτα από όσα φοβούνται. Όχι, θέλω να σε χορτάσω λίγο ακόμα.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της, όταν άρχισε να βρέχει. Κι όχι ήσυχα, πολύ δυνατά. Από την τζαμαρία που είχαν μπροστά τους, έβλεπαν ανθρώπους πανικόβλητους να τρέχουν να βρουν στέγαστρο, άλλοι να ανοίγουν ομπρέλες κι όλοι, να επιταχύνουν, να βρεθούν στον προορισμό τους, επηρεασμένοι προφανώς από τις προειδοποιήσεις, μη και τους βρει καμιά θεομηνία.
Το μαγαζί γέμισε κόσμο αφού για αρκετή ώρα, αστραπές και κεραυνοί έσχιζαν τον ουρανό.
– Λοιπόν, σήκω! Αγριεύει η κατάσταση. Θα ανησυχεί και η μαμά σου.
Με το που άνοιξαν την πόρτα, αντίκρισαν ποτάμι μπροστά τους αντί για δρόμο. “Αυτή η κατάσταση σε αυτήν την πόλη, ανυπόφορη, να χρειαζόμαστε βάρκα για να μετακινούμαστε με κάθε έντονη βροχόπτωση”, μουρμούρισε ο Αβραάμ και προχώρησε πρώτος, κολλητά στην τζαμαρία να καλύπτεται από τα στέγαστρα των μαγαζιών. Όταν έφτασαν στο τέλος του πεζοδρομίου που οριακά ξεχώριζε από τον δρόμο από το πολύ νερό, γύρισε πίσω του και κοίταξε την Κατερίνα.
– Θα σε πάρω αγκαλιά, άνοιξε την ομπρέλα και καλύψου.
– Τι λες ρε μωρό μου, πού να μπορέσεις; Σιγά, ας βραχώ.
– Παπούτσια, μπατζάκια, θα βουτήξεις μες στο λασπόνερο, δεν βλέπεις τι γίνεται;
– Ε και συ;
– Άσε με εμένα. Εσύ να παραμείνεις όσο το δυνατόν πιο στεγνή.
Δεν πρόλαβε να αρνηθεί άλλο, άπλωσε τα χέρια του, το ένα κάτω από το χέρι της, την έπιασε από την πλάτη, το άλλο κάτω από τα γόνατα, την σήκωσε στα χέρια του. Την έσφιξε επάνω του και ξεκίνησε.
– Ρε μωρό μου, βούτηξες μες στο νερό.
– Δεν πειράζει. Για σένα με νοιάζει. Κράτα την ομπρέλα επάνω σου.
– Σε αγαπώ, ιππότη μου! Να καλύψω κι εσένα, τουλάχιστον από πάνω να είσαι στεγνός.
– Κι εγώ σε αγαπώ, πριγκίπισσά μου.
Την κουβαλούσε μέσα στη βροχή, ενώ περπατούσε αργά, γιατί δεν ήξερε πού πατούσε, αφού από τη μια το νερό ήταν πολύ πάνω από τον αστράγαλό του και από την άλλη το σώμα της αγαπημένης του, εμπόδιζε την ορατότητα, αλλά δεν σταματούσε να της ρίχνει ματιές αγάπης. Όταν είχε μπροστά του πια το παρκάκι που πριν έκαναν την βόλτα τους, την άφησε να πατήσει. Η Κατερίνα με την ομπρέλα της κάλυπτε τα σώματά τους και τον φίλησε στο μάγουλο για να τον ευχαριστήσει.
– Δε σταματάει η άτιμη η βροχή.
– Αβραάμ!
– Τι είναι μωρό μου;
– Με αυτήν την βροχή, πού να πήγε η άστεγη στην αρχή του πάρκου;
– Ααααα, καλά λες ρε συ. Πάμε να δούμε;
– Πάμε.
Πλησίασαν λίγα λεπτά μετά και την είδαν εκεί που στεκόταν πάντα, ένα χρόνο τώρα που το ζευγάρι συναντιόταν σε αυτό το μέρος και που την είδαν κι όταν βρέθηκαν μιάμιση ώρα πριν. Τα σεντόνια που είχε για κρεβάτι, στο χώμα, μπροστά σε ένα μεγάλο θάμνο, τα είχε μεταφέρει πάνω στο παγκάκι, δίπλα ακριβώς από το σημείο που είχε εγκαταστήσει χρόνια τώρα, όλο της το βιός. Λίγα σεντόνια, δύο κουβέρτες, ένα μαξιλάρι και μια σακούλα με κάποια ρούχα, ανάλογα την εποχή. Η βροχή καταρρακτώδης κι εκείνη καθισμένη οκλαδόν, με τα πόδια λυγισμένα και σταυρωμένα πάνω στο παγκάκι, με μια παλιά, σπασμένη, σχισμένη ομπρέλα να προσπαθεί να κρατήσει κάποια σημεία στεγνά επάνω της. Την πλησίασαν κι εκείνη τους χαμογέλασε. Χρόνια στους δρόμους, είχε μάθει να ξεχωρίζει τους ανθρώπους και τις προθέσεις τους. Αυτό το ζευγάρι πολλές φορές της είχε πάει τρόφιμα και της μιλούσε με ευγένεια και τους συμπαθούσε πολύ και τους δύο. Της θύμιζε αλλοτινά χρόνια…
– Θέλετε βοήθεια, να πάτε κάπου να προστατευτείτε από την βροχή;
– Όχι αγόρι μου. Δεν πειράζει, φθινοπωρινή μπόρα είναι, θα περάσει, σε ευχαριστώ.
– Κάτι να κάνουμε, ο καιρός αγρίεψε, κάπως να βοηθήσουμε.
– Κορίτσι μου, μην ανησυχείς. Συνηθισμένη είμαι. Να είστε καλά, μη καθυστερείτε, να πάτε στο καλό.
Την άφησαν και συνέχισαν τον δρόμο τους. Ο Αβραάμ έπρεπε να πάρει άλλο δρόμο, αλλά ήθελε να συνοδεύσει την κοπέλα του μέχρι την στάση για το αστικό.
– Άντε, μη περιμένεις, είσαι μούσκεμα, θα κρυώσεις. Πήγαινε να κάνεις ένα ζεστό μπάνιο.
– Όχι, θα μπεις στο αστικό και μετά θα φύγω. Θα πάω να πάρω κι ένα σάντουιτς με ένα ζεστό τσάι την κυρία στο πάρκο και μια καινούργια ομπρέλα και μετά θα γυρίσω σπίτι.
Η Κατερίνα τον κοίταζε κι έσταζε μέλι. Ο Αβραάμ ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να έχει στη ζωή της, σε μια εποχή, που τα αγόρια της ηλικίας του ήταν στην πλειοψηφία τους ψευτομαγκάκια.
– Μπρος! Πάμε!
– Κατερίνα, με αυτή τη καταιγίδα δεν θέλω να κυκλοφορείς στο δρόμο. Εσύ να γυρίσεις σπίτι.
– Μωρό μου, μαζί σου θέλω να είμαι! Σε αγαπώ πολύ! Είμαι περήφανη για σένα.
– Ρε μωρό μου κι εγώ σε αγαπώ, αλλά δε θέλω με τέτοιο καιρό να είσαι έξω.
Η Κατερίνα ήδη έκανε δύο βήματα και φώναξε “έρχεσαι;”.
Πήραν αυτά που ήθελαν και κατευθύνθηκαν πάλι προς το πάρκο. Όταν τους είδε πάλι μπροστά της απόρησε. Η Κατερίνα κρατούσε την ομπρέλα που προστάτευε και τους δύο και ο Αβραάμ έτεινε το χέρι του προς την γυναίκα στο παγκάκι.
– Αυτά, για να γίνει λίγο πιο υποφερτή η βροχή.
Πήρε στα χέρια της την σακούλα, άνοιξε κατευθείαν την ομπρέλα, την στήριξε στον ώμο της και με λαιμαργία άρχισε να τρώει το σάντουιτς. Με μπουκωμένο το στόμα και βουρκωμένη ταυτόχρονα απευθύνθηκε στο ζευγάρι.
– Τι παιδιά διαμάντια είστε εσείς! Ούτε ο χαμός που γίνεται σας πτόησε! Να σας χαίρονται οι γονείς σας.
– Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι πιο ουσιαστικό.
– Δεν μπορείτε, αγόρι μου. Δυστυχώς η ζωή είναι κάποιες φορές πολύ σκληρή.
– Να καλέσω στην κοινωνική υπηρεσία του Δήμου; Κάπου να μπείτε, να μην είστε έξω στη βροχή.
– Αχ κορίτσι μου αυτή η πόλη, δεν θέλει ανθρώπους σαν εμένα, είμαστε βάρος. Έχω υπάρξει στο υπνωτήριο αστέγων. Δεν θέλεις να ξέρεις τι επικρατεί εκεί μέσα. Καλύτερα έξω, στη βροχή, στον καύσωνα. Έχω επιλέξει αυτό το σημείο μετά από διάφορα που έχω μείνει. Οι άνθρωποι της γειτονιάς εδώ είναι στην πλειοψηφία τους ευγενικοί, δεν αντιμετωπίζω μεγάλους κινδύνους.
– Τι να πω, ειλικρινά, πολύ λυπάμαι.
– Σας ευχαριστώ πολύ παιδιά μου.
Την επόμενη μέρα, κανόνισαν να πάνε πάλι με πράγματα. Στη σακούλα που άφησε μπροστά της η Κατερίνα, βρήκε ένα αδιάβροχο, μια κουβέρτα, ένα μπουφάν, πολλά ζευγάρια κάλτσες και τρόφιμα, ενώ ο Αβραάμ είχε περασμένο στον ώμο του, από ένα λουρί, ένα μακρύ χακί αντικείμενο, μέσα σε πάνινη κουκούλα.
– Τι είναι αυτά; Για μένα; Όλα;
– Δεν είναι τίποτα. Κι αυτό, μήπως γίνει ο ύπνος λίγο καλύτερος.
Έβγαλε από την κουκούλα ένα στρατιωτικό ράντζο που το συναρμολόγησε και το τοποθέτησε μπροστά στον θάμνο που είχε τα πράγματά της.
– Ο Θεός να σας έχει καλά. Πώς σας λένε;
– Αβραάμ.
– Κατερίνα.
– Εγώ είμαι η Στέλλα. Κάποτε ήμουν κι εγώ τρελά ερωτευμένη σαν εσένα Κατερίνα μου, με έναν άντρα που θεωρούσα όλη μου τη ζωή. Δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία, κάναμε όνειρα. Μέχρι που…
– Αν σας πονάει, μη…
– Έχω την καθημερινότητα να με πονάει κορίτσι μου. Όλα τα άλλα δεν έχουν πια καμιά σημασία. Στην Αθήνα ζούσαμε, όχι εδώ. Μετά τις σπουδές μου, έμεινα εκεί, αφού βρήκα δουλειά στην εταιρεία, γνώρισα τον Γιώργο, τα είχα όλα εκεί, δεν είχα λόγο να γυρίσω πίσω, οι γονείς μου είχαν σκοτωθεί σε τροχαίο, στο δεύτερο έτος. Λίγο καιρό μετά, άρχισε να μου λέει, πόσο πιο ωραία θα ήταν αν πουλούσα το πατρικό μου εδώ και να αγοράζαμε ένα μικρό σπιτάκι στην Αθήνα, να μέναμε μαζί. Το έκανα. Μόνο που του είχα τυφλή εμπιστοσύνη και τα άφησα όλα επάνω του. Τα λεφτά του πατρικού μου εξαφανίστηκαν μαζί με τον Γιώργο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε καταχραστεί χρήματα και από την εταιρεία, με τρόπο που ενοχοποιούσε εμένα. Απολύθηκα, σερνόμουν σε αστυνομικά τμήματα και φυλακές και η δικαιοσύνη δεν βρήκε ποτέ την αλήθεια. Όταν αφέθηκα ελεύθερη, δεν είχα τίποτα, παρά μόνο το στίγμα της καταχράστριας. Με την οικονομική βοήθεια της παλιάς μου συγκατοίκου, γύρισα στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι μιας μακρινής, ηλικιωμένης θείας μου. Ο πόλεμος που δέχθηκα από τα ξαδέρφια μου δε λέγεται. Φοβήθηκαν μην αναγκάσω την μητέρα τους να μου γράψει το σπίτι και με έδιωξαν κακήν κακώς. Δεν είχα πού να πάω. Οι άνθρωποι στα δύσκολα, δεν απλώνουν το χέρι να βοηθήσουν κι έτσι, κατέληξα στο δρόμο. Αν μια φορά βρεθείς ξεκρέμαστος και πεταχτείς στο δρόμο, δεν υπάρχει γυρισμός. Η κοινωνία δεν σου επιτρέπει να θυμηθείς ποιος ήσουνα, να επιστρέψεις. Σε θάβει τόσο γρήγορα, σε εξαφανίζει.
– Πολύ λυπάμαι. Πόσα χρόνια είστε άστεγη;
– Δέκα ολόκληρα! Ήμουν τριάντα χρονών κι έγινα σαράντα.
Το ζευγάρι αντάλλαξε ματιές. Η ίδια σκέψη, “πόσο μεγαλύτερη έδειχνε από τις κακουχίες”. Αντάλλαξαν λίγες κουβέντες ακόμα, τους ευχαρίστησε για άλλη μια φορά κι έφυγαν. Ο Αβραάμ είχε μια ιδέα και θα την έκανε πράξη. Στο τριώροφο κτίσμα που τους ανήκε κι έμεναν οι γονείς του μαζί με τον ίδιο στον μεσαίο όροφο, ο αδερφός του με την γυναίκα του και το μόλις τριών μηνών μωρό τους στον τρίτο και η αδερφή του με τον αρραβωνιαστικό της στον πρώτο, υπήρχε το υπόγειο που θα το διαμόρφωναν όταν ερχόταν η ώρα για τους γονείς του. Το συζήτησε μαζί τους και ενώ αρχικά είχαν ενδοιασμούς, ο γιος τους, με τον τρόπο του, τους έπεισε, τους θύμισε τι θα πει ανθρωπιά.
Όλο κι όλο, πενήντα τετραγωνικά το υπόγειο, με το μοναδικό παράθυρο να βλέπει στην αυλή του τριώροφου και τα αχρείαστα πράγματά τους που έμπαιναν τόσα χρόνια εκεί κάτω, πολλά. Έγινε μια εκκαθάριση που έτσι κι αλλιώς την μελετούσαν πολύ καιρό, όσα έμειναν τα περιόρισαν σε ένα σημείο, στην τουαλέτα, πρόσθεσαν, βάζοντας σε λειτουργία το μίνι πλυντήριο με στρογγυλό κάδο, χωρίς στύψιμο, που είχε ο αδελφός του όταν σπούδαζε και ο υπόλοιπος χώρος μετατράπηκε σε ένα λειτουργικό δωμάτιο, με όλα όσα είχε ο φοιτητής. Έναν καναπέ, ένα μικρό τραπεζάκι και μια καρέκλα, ένα ψυγειάκι και μια ηλεκτρική εστία για να ζεσταίνεις γάλα ή να φτιάχνεις καφέ.
Το αποτέλεσμα τους ικανοποίησε όλους και είχε έρθει η ώρα, λίγες μέρες μετά, να πάνε στην Στέλλα. Μαζί τους πήγε και η Κατερίνα που είχε βοηθήσει σε όλο αυτό. Όταν τους είδε όλους μαζί, σάστισε.
– Γεια σου Στέλλα. Από δω οι γονείς μου, ο Ηλίας και η Μαρία.
– Γεια σας. Να χαίρεστε το παλικάρι σας, αλλά και την κοπέλα του, είπε και κοίταξε στα μάτια τα δύο νεαρά παιδιά.
– Ευχαριστώ Στέλλα, ο γιος μου και το Κατερινιώ, μας έχουν πει τα καλύτερα για σένα.
– Αλήθεια;, η γυναίκα δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της και την έπιασε ένας βήχας.
Ο Αβραάμ την χάιδεψε στον ώμο και η γυναίκα ασυναίσθητα, άγγιξε το χέρι του, αλλά γρήγορα το τράβηξε.
– Με συγχωρείς παιδί μου.
– Για ποιο λόγο;, την κοίταξε με αγάπη ο Αβραάμ.
– Εγώ είμαι… βρώμικη… απλά, είχα να αισθανθώ χάδι επάνω μου… πολλά χρόνια… σε ευχαριστώ.
– Λοιπόν!, επενέβη η Μαρία, για να αλλάξει το βαρύ κλίμα, έχουν να σου πουν ένα νέο τα παιδιά.
– Νέο;
Ο νεαρός, γεννημένος ιππότης, με το χέρι του έδειξε την Κατερίνα και της έδωσε τον λόγο.
– Στέλλα, το μαγικό αυτό τζίνι, που έχω την τύχη να είναι το αγόρι μου, σου βρήκε στέγη.
Εκείνος, έσφιξε το χέρι της κοπέλας του και χαμήλωσε το βλέμμα.
– Στέγη; Δηλαδή;
– Μαμά, ως οικοδέσποινα, εξήγησε εσύ στην Στέλλα.
– Άκου! Εμείς έχουμε ένα υπόγειο που όταν πια θα φτάσουμε στη σύνταξη, έχουμε σκοπό να μείνουμε εκεί και το σπίτι μας να μείνει στον Αβραάμ. Τα άλλα δύο παιδιά μας, έχουν τους άλλους ορόφους. Το διαμορφώσαμε πρόχειρα, μη φανταστείς κανένα παλάτι, αλλά μπορείς να μείνεις εκεί.
Η Στέλλα την άκουγε και νόμιζε ονειρεύεται.
– Θα ξυπνήσω όπου να ’ναι ε; Όνειρο δεν είναι;
Χαμογέλασαν όλοι και ο Αβραάμ της χάρισε ένα ακόμα χάδι και τον μιμήθηκε και η Κατερίνα.
– Εύχομαι να είναι μια νέα αρχή για όλα.
– Καλά, πώς; Και τα παιδιά σας; Μήπως…
– Όλοι είναι ενήμεροι και σύμφωνοι. Δεν έχουμε πολυτέλειες, αλλά όσο για ένα πιάτο φαγητό και τον χώρο σου να είσαι ασφαλής και να μπορείς να κάνεις ένα μπάνιο, μπορούμε να σου τα προσφέρουμε.
– Μπάνιο… τι ωραία λέξη… να είμαι καθαρή και στεγνή… θα είμαι στεγνή… τα δάκρυά της έτρεχαν και έτρεμε από τον καταιγισμό των συναισθημάτων που την κυρίευσαν και ο βήχας την έπιασε πάλι.
Όλοι αισθάνθηκαν μια τσιμπιά στην καρδιά, σκεπτόμενοι τι έχει τραβήξει αυτή η γυναίκα με τα θλιμμένα μάτια, τόσα χρόνια στους δρόμους. Ο Αβραάμ πήρε τα λιγοστά της πράγματα και την οδήγησαν στο αμάξι τους. Η Στέλλα δίστασε.
– Τι έγινε;, την ρώτησε γλυκά ο Αβραάμ.
– Είμαι βρώμικη. Πώς να μπω στο αμάξι σας; Μη μυρίσει. Χαμήλωσε το κεφάλι γεμάτη ντροπή.
– Τα πράγματα καθαρίζονται εύκολα Στέλλα, μη προβληματίζεσαι. Οι ψυχές είναι το θέμα!
– Μαρία!, είπε μόνο και ο λυγμός με τον οποίο πρόφερε το όνομά της, τα έλεγε όλα.
Δεν πίστευε στα μάτια της. Το αγάπησε το μικρό υπόγειο, έτσι όπως το διαμόρφωσαν. Τους κοιτούσε και έλαμπαν τα μάτια της από χαρά.
– Θα σου βάλω και κουρτίνα στο παράθυρο, δεν πρόλαβα.
– Σε ευχαριστώ πολύ Μαρία, δεν χρειάζεται να μπαίνεις σε κόπο και σε άλλα έξοδα. Όλα είναι τόσο όμορφα. Ούτε στα μεγαλύτερα όνειρά μου δεν φανταζόμουν ένα τέτοιο κουκλίστικο σπίτι. Όλους σας ευχαριστώ. Ο Θεός να σας επιστρέψει στο πενταπλάσιο το καλό που κάνετε.
– Εδώ, σου έφερα και κάποια ρούχα μου. Ο Αβραάμ είπε ότι ψιλοταιριάζουμε σωματικά, αλλά εσύ είσαι αδύνατη, ενώ εγώ…
– Είσαι μια κούκλα, εξωτερικά, αλλά αυτό που μετράει είναι το μέσα. Κι έκανες ένα παιδί κόσμημα για την εποχή που ζούμε. Σε ευχαριστώ.
– Θα σε αφήσουμε να κάνεις ένα μπάνιο, σαμπουάν, μπουρνούζι κλπ είναι δίπλα στην ντουζιέρα και μετά, θα σε περιμένουμε στον δεύτερο όροφο να φάμε όλοι μαζί.
– Να φάμε όλοι μαζί;
– Ναι! Για να σε καλωσορίσουμε! Έφτιαξα ταπεινά, μακαρόνια με κιμά!
– Δεν έχω λόγια… ο βήχας δεν την άφηνε να συνεχίσει.
Όσο την περίμεναν επάνω, η Μαρία είπε δυνατά την σκέψη της.
– Αυτός ο βήχας, δεν μου αρέσει.
– Μαμά, τις προάλλες με τον χαλασμό που είχε, ήταν απροστάτευτη, με μια παλιοομπρέλα.
– Πόσες βροχές έχει περάσει στο πετσί της, δεν ακούσατε με τι λαχτάρα είπε την λέξη “στεγνή” πριν; Σίγουρα είναι γριπωμένη.
Όταν χτύπησε το κουδούνι και άνοιξε ο Αβραάμ την πόρτα, μπροστά του είχε μια άλλη γυναίκα.
– Στέλλα; Είσαι…
– Μια άλλη… ναι… είδα τον καθρέφτη στο μπάνιο. Άσπρισε το πρόσωπό μου, έφυγε η λίγδα ετών από πάνω μου.
Όλοι χαμογέλασαν και θαύμασαν την αλλαγή της.
– Ααααα Στέλλα, πού την έκρυβες τόση ομορφιά;, με συμπάθεια είπε η Μαρία.
– Το σαπούνι καθάρισε το δέρμα, αλλά και την ψυχή, καλή μου Μαρία. Είχα χρόνια να βάλω καθαρά ρούχα, να μοσχοβολάω. Πόσο σας ευχαριστώ για όλα.
– Έλα, κάτσε! Ώρα να πιούμε στην υγειά μας.
“Στην υγειά μας;”, μονολόγησε η Στέλλα και ξαφνικά σκοτείνιασε, αλλά δεν θα άφηνε τίποτα να χαλάσει την στιγμή. Η Μαρία όμως την είδε την σύσπαση στο πρόσωπό της και την σκιά στο βλέμμα της.
Έφαγαν, η Στέλλα μάλιστα και δεύτερο πιάτο και κάθισαν στο σαλόνι.
– Να κάνω καφεδάκια;, ρώτησε η Κατερίνα. Κυρία Μαρία, μαγειρέψετε για τόσα άτομα, πλύνατε και τα πιάτα, θα τα κάνω εγώ.
– Και καφέ; Νιώθω σαν βασίλισσα, είπε η Στέλλα και δεν μπόρεσε να πει κάτι άλλο, αφού ο βήχας την διέκοψε.
Περνώντας κάποιες μέρες, γνώρισε και την υπόλοιπη οικογένεια, από όλους πήρε ζεστασιά, τόση, όση χρειαζόταν να λιώσει τον πάγο που είχε πιάσει γύρω γύρω η μέχρι πρότινος εγκαταλελειμμένη της καρδιά. Ο Αβραάμ προσπάθησε δύο τρεις φορές να της πει να την πάνε σε γιατρό για τον βήχα της, αλλά με ένα “τίποτα δεν έχω”, το απέφευγε διακριτικά.
Μέχρι που έναν μήνα περίπου μετά, όταν σχόλασε από το λύκειο και της χτύπησε την πόρτα για να την πάρει να ανέβουν μαζί επάνω για φαγητό, την έπιασε έντονη δύσπνοια, οξύς πόνος στο στήθος κι ένα ρίγος που την έκανε να τρέμει ολόκληρη. Το παιδί τρομοκρατήθηκε, πήρε τηλέφωνο την μαμά του να κατέβει και λίγη ώρα μετά, την μετέφεραν στο νοσοκομείο.
Η διάγνωση δεν ήταν καλή, αφού δεν έγινε έγκαιρα. Η χρόνια έκθεση στο κρύο, στην υγρασία, ο συνωστισμός στα καταφύγια, οι αναθυμιάσεις από καύση ξύλων, πλαστικών και άλλων υλικών στα βαρέλια στους δρόμους για παραγωγή θερμότητας, οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις χωρίς ιατρική παρακολούθηση προκάλεσε μόνιμες βλάβες και χρόνιες φλεγμονές στο αναπνευστικό σύστημα. Η Στέλλα είχε αιμόπτυση πολύ καιρό, σοβαρή δύσπνοια, εμφύσημα και μια αποφρακτική πνευμονοπάθεια σε προχωρημένο στάδιο.
Το πρώτο βράδυ, ζήτησε να μείνει μαζί της ο Αβραάμ κι ας είχε σχολείο την επόμενη μέρα. Καθισμένος σε μια καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι της Στέλλας, της έκανε παρέα. Κάποια στιγμή, με δυσκολία, έκανε την κίνηση να βγάλει την μάσκα οξυγόνου εκείνη για να του πει κάτι.
– Όχι, μη την βγάζεις!
Του έκανε ένα νεύμα με το χέρι της, να πλησιάσει στο στόμα της για να του πει κάτι. Υπάκουσε ο Αβραάμ κι έσκυψε στο πρόσωπό της.
– Άνοιξε το φερμουάρ από το μπουφάν μου, του είπε ψιθυριστά.
Όταν το έκανε το νεαρό αγόρι, έβγαλε δύο χρυσές βέρες. Τις έβαλε στην παλάμη της απορημένος.
– Είναι οι βέρες των γονιών μου, ό,τι μου απέμεινε από αυτούς. Όλα τα υπόλοιπα τα έχασα. Αυτές, δεν τις “σκότωσα” ποτέ για να εξασφαλίσω λίγη αξιοπρέπεια μερικών ημερών. Τι νόημα θα είχε; Την ευλογία του γάμου τους, ήθελα να την τιμήσω. Είναι δικές σου τώρα. Ξέρω πως τις αφήνω στα καλύτερα χέρια. Στα χέρια ενός παιδιού, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Ευχαριστώ τον Θεό που σε έφερε στον δρόμο μου, έστω και στο τέλος, να μου χαρίσεις έναν ανθρώπινο θάνατο.
Ο βήχας την έπνιξε, ο Αβραάμ τρόμαξε.
– Στέλλα, σε παρακαλώ, μην επιβαρύνεις την κατάστασή σου.
– Άκουσε με… δεν με νοιάζει πια να πεθάνω, αφού δεν θα αφήσω το κουφάρι μου σε μια γωνιά ενός πάρκου, στα αζήτητα, σε ένα βρεγμένο χώμα ή σε ένα παγκάκι. Η ασθένεια νίκησε το σώμα μου, αλλά εγώ νίκησα τον θάνατο που φοβόμουν, χάρη σε σένα. Θα πεθάνω σε καθαρά σεντόνια, σε ένα κρεβάτι, με ανθρώπους δίπλα μου. Δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό για μένα. Θα σε ευγνωμονώ, όπου κι αν πάω…
Του έσφιξε το χέρι και τότε έγινε κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ. Ο Αβραάμ σήκωσε το χέρι της και το φίλησε. Τα μάτια της δύο γυαλιστερές χάντρες, που τον κοιτούσαν σαστισμένα και το χέρι της, σαν τρεμάμενο φθινοπωρινό φύλλο, που μόλις είχε πέσει στη γη, αδύναμο, μέσα στο δικό του χέρι.
– Δεν θέλω να σκέφτεσαι τον θάνατο. Θα γίνεις καλά. Βάλε τώρα την μάσκα σου και ηρέμησε. Και να ξέρεις, ότι τις βέρες των γονιών σου, θα τις κρατήσω φυλαχτό.
Έκλεισε τα μάτια της και στην σκέψη του πόσο υπέροχου παιδιού είναι ο Αβραάμ, αποκοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα, την ώρα του επισκεπτηρίου, μαζί με τον Αβραάμ πήγαν οι γονείς του και η Κατερίνα. Η Στέλλα χάρηκε που τους είδε όλους μαζί.
– Αγαπημένα μου πρόσωπα! Τι καλά που ήρθατε όλοι μαζί, προσπάθησε να ακουστεί, μέσα από την μάσκα.
– Πώς είσαι;, ρώτησε η Κατερίνα.
Πήρε τον χρόνο της η Στέλλα, τους κοίταξε όλους έναν έναν και έβγαλε την μάσκα οξυγόνου, παρά τις αντιρρήσεις τους.
– Είμαι ευγνώμων. Ευγνώμων που σας γνώρισα. Σας ευχαριστώ πολύ που με κάνατε να νιώσω πάλι άνθρωπος.
Τα δάκρυα σε συνδυασμό με την συγκίνηση, της έφεραν έντονο βήχα. Την έβλεπαν να μη μπορεί να πάρει ανάσα και Ο Αβραάμ έτρεξε να φέρει νοσοκόμα, ενώ οι υπόλοιποι στέκονταν κοντά της έντρομοι. Τους έβγαλαν έξω όλους, επικράτησε ένας πανικός και για πολλή ώρα δεν ήξεραν τι γίνεται. Πήγαιναν πάνω κάτω στην αίθουσα αναμονής, περιμένοντας, όταν είδαν τον γιατρό να τους πλησιάζει. Από το ύφος του κατάλαβαν.
Δεν επέτρεψαν να ταφεί στα “αζήτητα”. Κίνησαν τις νόμιμες διαδικασίες και φιλοξενήθηκε στον οικογενειακό τάφο. Την έκλαψαν πολύ την Στέλλα και για ένα πράγμα ήταν σίγουροι. Ότι της χάρισαν έστω και για λίγο, την αξιοπρέπεια που της άξιζε. Δεν ήταν πια “η άστεγη”. Έστω και για λίγο, ήταν μέλος μιας οικογένειας και έφυγε χαρούμενη. Δεν την ξέχασαν ποτέ κι ας έκανε ένα σύντομο πέρασμα από την ζωή τους. Τι άλλο αναζητά μια ψυχή από το να μην ξεχαστεί; Ο Αβραάμ και η Κατερίνα, δέκα χρόνια μετά, την μέρα των γάμων τους, πέρασαν στα δάχτυλά τους τις βέρες των γονιών της Στέλλας και έτσι, ήταν κι εκεί… μαζί τους!
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
