Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο Κλάριχαουν των Ο’ Μπόιλαν

[Σημείωση: Το περιοδικό «Weird Literature» είναι μυθοπλαστικό και προέρχεται από το μυθιστόρημά μου (που δημοσιεύεται σε συνέχειες) «Η Εντολή της Κόμισσας».
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που δημοσιεύονται με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]

*

Ο Κλάριχαουν των Ο’ Μπόιλαν

Του Κλαρκ Μέιχεμ
(Τεύχος Φεβρουαρίου, 1902, σελ. 3-11)

Αγαπητέ αναγνώστη,
Έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα και δημοσίευσα μια δική μου ιστορία. Οι υποχρεώσεις μου στο περιοδικό και στην οικογένεια δεν μ’ αφήνουν πάντα να ασχολούμαι με την αγαπημένη μου συγγραφή. Ωστόσο, έπειτα και από ένα ολιγοήμερο ταξίδι στο Δουβλίνο, ξέκλεψα λίγες ώρες για να συγκεντρώσω σε ένα διήγημα τις σκέψεις μου για έναν μύθο που αφηγούνται οι Ιρλανδοί, αυτόν των Κλάριχαουν. Ο τίτλος που έδωσα στο γραπτό μου ίσως σου θυμίσει την πρώτη ιστορία που δημοσιεύτηκε στο Weird Literature από τον δημιουργό του, τον Τζον Μπάρλοου (εκείνο το διήγημα είχε τίτλο «Οι Κόριγκαν του Φόρεστι», Τεύχος Ιουλίου, 1872), αλλά, αντίθετα από την ιστορία του αείμνηστου αγαπημένου φίλου και συνεργάτη, εγώ ήθελα να γράψω μια πιο παραμυθένια εκδοχή, γιατί και οι άνθρωποι που μου αφηγήθηκαν τον μύθο των Κλάριχαουν ήταν ευδιάθετοι και ουσιαστικά αρνήθηκαν πως αυτά τα πλάσματα είναι κακά ή διαβολικά.
Ελπίζω να σου αφήσει κάτι αυτό το διήγημα, αγαπητέ αναγνώστη. Μια όμορφη αίσθηση, αισιόδοξες σκέψεις, γιατί όχι; Κι αν δυσκολευτείς να χαμογελάσεις, μπορείς πάντα να πιεις κι ένα ποτηράκι κρασί ή μπίρα, για να γιάνουν οι πληγές, όπως θα πει και το ον της ακόλουθης ιστορίας.
Κλαρκ Μέιχεμ

Σε ένα από τα πλέον μεγάλα σπίτια του χωριού Μπούσμιλς της Ιρλανδίας, ο μοναχογιός των Ο’ Μπόιλαν, ο Κούπερ (το αγόρι μου με τα μαλλιά στο χρώμα της μπίρας, όπως έλεγε γι’ αυτόν ο πατέρας του, περήφανος και για το παιδί, μα και για την μπίρα και τα άλλα ποτά που παρήγαγε στο υπόγειο) ξύπνησε νυχτιάτικα, αφού άκουσε τη φασαρία από το δωμάτιο των γονιών του και πέταξε από πάνω του τα σκεπάσματα. Καθώς φορούσε τα πασούμια του, ένιωθε την καρδιά του να τρέμει και σκέψεις τρόμου προσπαθούσαν να κυριεύσουν το μυαλό του. Άκουγε πράγματα να σπάνε και τις στεφανωμένες με δάκρυα φωνές της μητέρας του (Αφήστε τον, αχρείοι, αφήστε μας ήσυχους!) και ήξερε ότι κάτι κακό συνέβαινε.

Ο Κούπερ κατέβασε το σακάκι της καινούριας του πιτζάμας, που ήταν πιο ωραία από τις νυχτικιές που συνήθιζε να φοράει, και έπιασε τη λάμπα παραφίνης που υπήρχε στο κομοδίνο του. Το δωμάτιό του ήταν σκοτεινό και χρειάστηκε λίγο χρόνο μέχρι να βρει τα σπίρτα του και να ανάψει τη λάμπα. Οι κραυγές αγωνίας της μητέρας του συνεχίζονταν, αλλά τώρα ο Κούπερ άκουγε και άλλες φωνές, αντρικές, μα όχι άγνωστες σε εκείνον. Σταμάτησε για μια στιγμή, για να θυμηθεί πού ήξερε τους τουλάχιστον δύο άντρες που φώναζαν. Δεν ήταν της οικογένειας, ήταν βέβαιος για αυτό, όμως κάπου τους είχε ακούσει να συζητάνε. Κάπου έξω από το σπίτι, σε κάποιον άλλο χώρο, όχι οικείο για αυτόν, με τον πατέρα του να είναι αυτός που μιλούσε μαζί τους…

Θεέ μου! είπε μέσα του. Ήταν οι Κόγκλαν, οι ανταγωνιστές παραγωγοί ποτών. Τώρα ο Κούπερ διέκρινε καλύτερα τη φωνή του πατρός (Σάμιουελ) και του μεγαλύτερου γιου (Άνταμ) των Κόγκλαν. Απ’ όσο τους είχε δει ο Κούπερ σε μια συνάντηση στο εργοστάσιό τους, ήταν άντρες γεροδεμένοι και ψηλοί, δύστροποι, με σκούρα καστανά μαλλιά σαν και του πατέρα του Κούπερ, μόνο που αυτών ήταν μακριά, πιασμένα σε αλογοουρά. Αυτοί είχαν εισβάλλει μες στη νύχτα στο σπίτι, λοιπόν. Ο πατέρας του Κούπερ ανέκαθεν έλεγε ότι δεν έπρεπε να μπλέκει κανείς με τον Σάμιουελ Κόγκλαν, γιατί από παλιά ήταν ένας κακιασμένος αγύρτης χωρίς ηθική. Ο Κούπερ δεν καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε ο πατέρας του, μόνο μια γενική ιδέα. Ήξερε σίγουρα ότι εδώ και χρόνια η μικρή επιχείρηση των Ο’ Μπόιλαν είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος στην παραγωγή και πώληση ποτών (είτε πολύ γλυκών κρασιών, είτε δυνατής μπίρας που είχε γεύση καραμέλας), κάτι που είχε ενοχλήσει τους Κόγκλαν, που ήταν πιο παλιοί και γνωστοί, και το εργοστάσιό τους το πιο μεγάλο. Γι’ αυτό και είχαν συναντηθεί μερικές φορές με τον πατέρα του Κούπερ (σε μία από αυτές είχε φέρει και τον γιο του μαζί), για να τον πείσουν να τα παρατήσει και να τους πουλήσει την παραγωγή του, κάτι που ο πρεσβύτερος Ο’ Μπόιλαν, περήφανος καθώς ήταν, αρνήθηκε επανειλημμένα. Η μητέρα του Κούπερ είχε επισημάνει από καιρό στον πατέρα του ότι δεν έπρεπε να εναντιώνεται κανείς στους Κόγκλαν, γιατί στο παρελθόν είχαν βλάψει συγχωριανούς τους, αλλά ο μπαμπάς Ο’ Μπόιλαν είχε σηκώσει το σχεδόν γεμάτο ποτήρι με την κοκκινωπή μπίρα που έφτιαχνε, είπε Είθε ο Θεός να προστατεύει τους τίμιους εργάτες και να καταριέται τους Κόγκλαν, και ήπιε όλο το ποτό με μια γουλιά, κάτι που έκανε τον Κούπερ να γελάσει και την μητέρα του πρώτα να δυσανασχετήσει, μα εντέλει να χαμογελάσει, σιάζοντας και τα μακριά, πανέμορφα μαλλιά της.
Τι όμορφη στιγμή που ήταν εκείνη…

Ο Κούπερ άρχισε να τρέμει σύγκορμος, ακολουθώντας το παράδειγμα της καρδιάς του, καθώς ο κρύος (τρόμος) καιρός εισέβαλλε από τις χαραμάδες και τον τύλιγε. Άκουσε κι άλλα, που ούτε καν ήθελε να τα σκέφτεται, μα πλέον ήξερε ότι ο πατέρας του και η μητέρα του είχαν δίκιο για τους αντιπάλους τους: οι Κόγκλαν επιβεβαίωναν τις φήμες, αφού είχαν έρθει για να βλάψουν τους Ο’ Μπόιλαν, οπότε ήταν κακιασμένοι αγύρτες. Προς το παρόν, ασχολούνταν με τους γονείς του Κούπερ, κι όσο κι αν θα ήθελε να τρέξει και να δώσει ένα μάθημα σε αυτούς τους αγύρτες τους Κόγκλαν, ο Κούπερ γνώριζε ότι ήταν μόλις δώδεκα χρονών και αδύνατος σαν τα σπίρτα του, και πως δεν θα μπορούσε να παλέψει με έναν πενηνταπεντάρη και έναν εικοσάχρονο που ήταν πιο δυνατοί από τον ίδιο. Ένιωσε τα μάτια του να υγραίνονται από τα δάκρυα, γιατί καταλάβαινε ότι έπρεπε να τρέξει, να φύγει από το σπίτι, για να σωθεί. Θα φαινόταν δειλός, το ήξερε, αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει; Θα έπρεπε να βγει έξω και να αναζητήσει βοήθεια στους γείτονες ή να βρει πρασινοντυμένους αστυνομικούς με τα κλομπ, που περιπολούσαν πεζοί ή με τα ποδήλατά τους. Αν τα κατάφερνε, δηλαδή, γιατί αμφέβαλλε αν θα έβγαινε δίχως να τον ακούσουν, μιας και έπρεπε να διασχίσει τον διάδρομο του πρώτου ορόφου όπου ήταν τα υπνοδωμάτια, να κατέβει τις σκάλες και να τρέξει στην κεντρική πόρτα. Θα περνούσε πολύ κοντά από το δωμάτιο των γονιών του. Κι αν τον άκουγαν, ήξερε ότι θα τον κυνηγούσαν μανιασμένα.

Όμως, κάτι έπρεπε να κάνει, για να βοηθήσει τους γονείς του. Ίσως αν έβγαινε, να προλάβαινε να φωνάξει κάποιον, και… και…

Τότε, ενώ άκουγε τον πατέρα του να σφαδάζει από τους πόνους, θυμήθηκε το μυστικό που φυλούσαν στο υπόγειο, τον λόγο που η παραγωγή των Ο’ Μπόιλαν είχε κυριαρχήσει στο Μπούσμιλς και σε άλλες γειτονικές περιοχές, ή έστω ξεπερνούσε αυτή των Κόγκλαν. Σκέφτηκε ότι ίσως δεν έπρεπε να πάει εκεί κάτω, παρά να αναζητήσει βοήθεια από τους γείτονες ή την αστυνομία, όμως κάτι μέσα του επέμενε ότι ήταν σωστό να κάνει το αντίθετο, ότι αυτό θα ήταν το δίκαιο, το πραγματικά σωστό, μιας και στο παρελθόν κανείς δεν είχε αγγίξει τους Κόγκλαν που έβλαψαν άλλους, ούτε η αστυνομία, ούτε άλλοι χωρικοί, κανένας, λες και ήταν ήρωες, οπότε δεν θα συλλαμβάνονταν και δεν θα τιμωρούνταν. Οπότε ίσως χρειαζόταν κάτι άλλο για να τους αναλάβει δεόντως.

Ο Κούπερ, καθώς πλησίαζε την πόρτα του δωματίου του, αναλογίστηκε ότι αυτή η τελευταία σκέψη του μπορεί να ταίριαζε περισσότερο σε έναν άνθρωπο σαν τον Σάμιουελ Κόγκλαν ή σαν τον γιο του, τον Άνταμ Κόγκλαν, που ήταν αγύρτες, αλλά τώρα δεν τον ενδιέφερε. Άκουγε αυτούς τους άθλιους να βασανίζουν τους γονείς του, κι εκείνος δεν θα καθόταν άπραγος. Εφόσον δεν μπορούσε να τους πολεμήσει ο ίδιος, θα ζητούσε από τον εξαιρετικά μικροκαμωμένο (σαν να ήταν δύο χρονών, μόνο που το δέρμα και τα γένια του τον έκαναν να μοιάζει σαν να είχε ζήσει χίλια χρόνια), δύσμορφο ανθρωπάκο, τον Λάρι, που φορούσε κόκκινα ρούχα και έναν παράξενο σκούφο, ο οποίος ζούσε μόνιμα στο υπόγειο, να τρέξει για τους γονείς του. Αν ήθελε να έχει για σπίτι ένα κελάρι-επιχείρηση παραγωγής ποτών, τότε θα έπρεπε να βγει για λίγο από εκεί κάτω και να επιστρέψει αφού θα είχε κάνει ό,τι θα του ζητούσε ο Κούπερ.

Το αγόρι άνοιξε την πόρτα και έριξε μια ματιά. Η πόρτα του δωματίου των γονιών του ήταν επίσης ανοιχτή. Η λάμπα που είχαν έκαιγε και σκορπούσε φως, έτσι ο Κούπερ μπόρεσε να δει τον ασπρομάλλη πατέρα του πεσμένο στο χαλί, κοντά στην ντουλάπα με τα κοστούμια του. Το πρόσωπό του είχε κόκκινα σημάδια, σαν να είχε γδαρθεί, ενώ το πάνω μέρος της νυχτικιάς του ήταν σκισμένο. Μπαμπά, ψέλλισε μέσα του ο Κούπερ και τα δάκρυα κύλησαν τελικά.

Ένας άλλος άντρας εμφανίστηκε και στάθηκε πάνω από τον πατέρα του, με τις βρόμικες μπότες του να λερώνουν το χαλί. Είχε γυρισμένη την πλάτη στην πόρτα, οπότε ο Κούπερ δεν μπορούσε να τον δει. Αλλά άκουσε τη φωνή του (Πώς σου φαίνεται τώρα η επιχείρησή σου, Ο’ Μπόιλαν; Την θες ακόμα; Ή μήπως προτιμάς να έχεις ακόμα μια γυναίκα να σου πλένει τα ρούχα και να φτιάχνει κάτι να τρως; Γιατί και τα δύο δεν πρόκειται…).

Αρκετά! Ο Κούπερ δεν θα καθόταν να ακούσει άλλα. Βγήκε από το δωμάτιό του και κινήθηκε προς τη σκάλα, περπατώντας αργά, έχοντας τη λάμπα του πλάι στο σώμα του, για να μην κάνει πολύ θόρυβο και να μη ρίξει κι άλλο φως στο δωμάτιο των γονιών του. Όπως και με την έξοδο από το σπίτι, έτσι και με την είσοδο στο υπόγειο θα είχε μία ευκαιρία, και έπρεπε να την αξιοποιήσει. Έπρεπε να κερδίσει έδαφος, πριν τον κυνηγήσουν, γιατί δεν πίστευε ότι θα τους ξέφευγε, αφού φορούσε πασούμια, τα οποία δεν θα βοηθούσαν στο τρέξιμο. Ήταν και το ότι είχε ξυπνήσει απότομα και ένιωθε αδύναμος, ενώ το κρύο μείωνε τις αντοχές του. Χρειαζόταν λίγο χρόνο.

Άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες, δίχως να κοιτάξει άλλο μέσα στο δωμάτιο των γονιών του. Δεν ήθελε να δει τι έκαναν οι αγύρτες οι Κόγκλαν, μιας και ήξερε ότι δεν θα το άντεχε και θα ορμούσε εναντίον τους, κάτι που θα σήμαινε ότι δεν θα ερχόταν κανείς για βοήθεια.
Η μητέρα του ούρλιαξε και μια άλλη αντρική φωνή, αυτή του Άνταμ Κόγκλαν, ήχησε σαν να κακάριζε μια κότα.
Μαμά! Όχι, μαμά!

Ο Κούπερ σταμάτησε και κοίταξε πίσω του. Έσφιξε τη γροθιά του πάνω στο κιγκλίδωμα της σκάλας, χαράζοντας το ξύλο με τα νύχια του. Κι αυτό ήταν λάθος, γιατί ο ήχος ακούστηκε πιο δυνατά απ’ ό,τι θα ήθελε, και ο Σάμιουελ Κόγκλαν αναφώνησε κάτι (Ο μικρός! Το παλιόπαιδο του Ο’ Μπόιλαν! Γρήγορα, Άνταμ, πιάστο!).

Ο Άνταμ Κόγκλαν έτρεξε και ο Κούπερ έτρεξε επίσης.

Η μητέρα του: Όχι, μην πειράξετε τον γιο μου! Όχι! Κούπερ, μην τους αφήσεις… Θεέ μου, όχι!

Ο πατέρας του: Στο υπόγειο, Κούπερ! Γρήγορα στο υπόγειο! Φυσικά και αυτό θα έλεγε. Άλλωστε, ο πατέρας του ήταν αυτός που είχε συστήσει στον Κούπερ τον Λάρι (που δεν ήταν αυτό το πραγματικό όνομά του, απλά ο πατέρας του Κούπερ τον φώναζε έτσι), τον μικροκαμωμένο γέρο με τα κόκκινα ρούχα και τον περιπαιχτικό χαρακτήρα, που, από τότε που μπήκε κρυφά στο υπόγειο (πριν επτά χρόνια), έπινε συνέχεια από τα ποτά που έφτιαχναν με τον πατέρα του Κούπερ και, όταν το παιδί ήταν κοντά του, τραγουδούσε ασυνάρτητα. Αλλά ο μπαμπάς είχε πει κάτι στον Κούπερ, που ο μικρός δεν το είχε ξεχάσει ποτέ, κι αυτό ήταν που τώρα ωθούσε τον γιο Ο’ Μπόιλαν να πάει στο υπόγειο. Οι Κλάριχαουν (έτσι λέγονται αυτά τα πλάσματα, Κούπερ) είναι όντα με θαυμάσιες, μαγικές δυνάμεις, πολλές από τις οποίες τις αγνοούμε. Μπορούν να σου προσφέρουν την τύχη τους ή κάποια από τις ικανότητές τους, αν τους προσφέρεις καταφύγιο στο κελάρι σου, αλλά δεν πρέπει να ενοχλήσεις ποτέ έναν Κλάριχαουν. Λατρεύουν τα ποτά και είναι έξω καρδιά τύποι, αλλά, αν τους ενοχλήσεις, αλίμονο σου, νεαρέ. Αλίμονο σου αν πειράξεις τα ποτά του Λάρι.

Ο Σάμιουελ Κόγκλαν (γελώντας): Θες να καταστρέψουμε και το υπόγειό σου, Ο’ Μπόιλαν; Μαζί με τον γιο σου και την γυναίκα σου; Θα το κάναμε ούτως ή άλλως, αλλά τώρα…

Ο Κούπερ δεν άκουσε τι είπε το κάθαρμα, παρά άνοιξε την πόρτα του υπογείου. Δεν πρόλαβε να μπει, όμως, γιατί ένα δυνατό χέρι τον άρπαξε από το σβέρκο και η κακαριστή φωνή του Άνταμ Κόγκλαν ακούστηκε σχεδόν δίπλα από το αυτί του αγοριού (Πού πας, ηλίθιο παλιόπαιδο του Ο’ Μπόιλαν;).

Τότε ο Κούπερ, καθώς ο άλλος τον τραβούσε πίσω, γύρισε το σώμα του και χτύπησε με τη λάμπα τον Άνταμ στο κεφάλι. Το γυαλί που την περιέβαλλε έσπασε και η μικρή φλόγα, πριν σβήσει, πρόλαβε να αφήσει ένα κομμάτι της στα μακριά μαλλιά του μεγαλύτερου γιου των Κόγκλαν.

Ο Άνταμ άφησε τον Κούπερ και, ουρλιάζοντας, προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά, κάτι που το αγόρι αξιοποίησε: έβγαλε το κλειδί από την πόρτα του υπογείου, μπήκε και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Βρέθηκε στο σκοτάδι. Είχε κατέβει πολλές φορές τις σκάλες, αλλά πάντα υπήρχε φως. Είχε υπολογίσει ότι θα κρατούσε τη λάμπα, όμως έπρεπε να ξεφύγει από τον άλλο, και τώρα φοβόταν να κατέβει. Σκέφτηκε να φωνάξει στον γέρο που ζούσε εκεί κάτω, να του ζητήσει να πλησιάσει, αλλά σιγά μην ερχόταν. Δεν θα άφηνε έτσι απλά τα ποτά του. Όμως, πώς θα κατέβαινε;

Εκείνη τη στιγμή, λες και ο Κλάριχαουν είχε αντιληφθεί ότι ο Κούπερ βρισκόταν κοντά, άρχισε πάλι να τραγουδάει στην παράξενη γλώσσα του. Η φωνή του ήταν παραδόξως γλυκιά, μελωδική, ξεκάθαρα νοτισμένη από ό,τι έπινε εδώ και άγνωστο πόση ώρα (ο πατέρας του είχε πει ότι, σύμφωνα με τους θρύλους, οι Κλάριχαουν μπορούν να πίνουν συνέχεια, χωρίς να σταματάνε, αν και κάτι τέτοιο έμοιαζε λιγάκι αμφίβολο). Σαν να το ήξερε ή σαν να είχε καταλάβει ότι το παιδί τον συμπαθούσε, ο Λάρι, που πρέπει να χαμογελούσε κιόλας, συνέχισε να τραγουδάει, δίχως να υψώνει τη φωνή του περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν για να την ακούει ο Κούπερ.

Ο μικρός Ο’ Μπόιλαν άρχισε να νιώθει καλύτερα. Η καρδιά του φαινόταν να ηρεμεί, ενώ το κρύο έμοιαζε να μην τον ενοχλεί πια, παρότι το υπόγειο δεν θερμαινόταν. Ο κίνδυνος των Κόγκλαν παραμερίστηκε, σαν να μην υπήρξε ποτέ, και ο Κούπερ κατέβηκε τις σκάλες δίχως να το συνειδητοποιήσει, μαγεμένος από τη φωνή του Λάρι, ο οποίος δε σταμάτησε να τραγουδάει ούτε καν για να πιει, κάτι που έμοιαζε εξίσου απίστευτο στον Κούπερ με το να μην τρέφεται (ο Λάρι) με οτιδήποτε άλλο εκτός από τα ποτά του. Το σκοτάδι δεν ήταν πλέον εμπόδιο, γιατί υπήρχε ένας φάρος βγαλμένος από παραμύθια που το διέλυε, ένας φάρος που το φως του ήταν μια χαρωπή, μεθυσμένη φωνή.

Όταν πάτησε το στέρεο έδαφος του υπογείου, ο Κούπερ άκουσε τον Λάρι να κροταλίζει τα δάχτυλά του, και τότε κανονικό φως διαχύθηκε στο χώρο. Όλες οι λάμπες και τα κεριά που είχε συγκεντρώσει εκεί κάτω ο πατέρας του Κούπερ άναψαν μονομιάς, κάνοντας το αγόρι να ανοιγοκλείσει τα μάτια του μερικές φορές, για να συνηθίσει την έντονη λάμψη.
Ο Λάρι, που είχε σταματήσει να τραγουδάει στην άγνωστη λαλιά του, είπε χαρωπά: Καλώς ήρθες, νεαρέ αφέντη Κούπερ. Σκούπισε τα δάκρυά σου, κάθισε σιμά μου, να πούμε τις ιστορίες μας και να πιούμε στην υγειά μας.

Ο Κούπερ τον πλησίασε, καθαρίζοντας το πρόσωπό του με το δεξί μανίκι του. Ο χώρος μύριζε κρασί και μπίρα, ως συνήθως, ενώ ο κοκκινοντυμένος Κλάριχαουν καθόταν πάνω σε ένα μεγάλο βαρέλι, κρατώντας το γνωστό του σκουρόχρωμο μπουκάλι, που το άδειαζε και το γέμιζε όποτε ήθελε. Το πρόσωπό του θύμιζε άσχημους καλικάτζαρους από πίνακες που είχε δει ο Κούπερ: είχε μεγάλη μύτη, πυκνά φρύδια και μυτερά αυτιά, ενώ το δέρμα του φαινόταν τραχύ. Ο σκούφος του κρεμόταν πλάγια, προς τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του, ενώ κουνούσε τα μικροκαμωμένα γυμνά πόδια του σαν παιδάκι.

Ο Λάρι έπιασε ένα από τα μπουκάλια που είχε ο πατέρας του για να γεμίζει και να τα πηγαίνει στις παμπ. Το πρότεινε στον Κούπερ, λέγοντάς του: Τι προτιμάς, αφέντη Κούπερ; Κρασί ή μπίρα;

– Λάρι, είπε ο Κούπερ που μπόρεσε να συγκεντρώσει ξανά τις σκέψεις του, δύο άντρες επιτέθηκαν στην μαμά και τον μπαμπά. Τους κάνουν κακό, Λάρι.

Ο Λάρι σταμάτησε να πίνει και το σκέφτηκε. Κοίταξε γύρω του. Όλα είναι όπως ήταν πάντα, είπε. Μπορώ να φτιάχνω όσο κρασί και όση μπίρα θέλω. Α, μπορείς να με βοηθήσεις κι εσύ, αφέντη Κούπερ.

– Όχι, Λάρι, δεν με κατάλαβες. Και δεν έχουμε χρόνο. Ο μπαμπάς και η μαμά. Τους βλάπτουν, Λάρι. Τους χτυπάνε πολύ άσχημα. Κυνήγησαν και εμένα, αλλά ξέφυγα για λίγο. Όμως, αυτό δεν θα…

– Έλα, νεαρέ αφέντη, πιες λίγο κι εσύ, να ευφρανθείς. Θα δεις, θα ηρεμήσεις…

– Λάρι!

Τότε η πόρτα του υπογείου άνοιξε βίαια. Οι θυμωμένες φωνές του Σάμιουελ και του Άνταμ Κόγκλαν ακούστηκαν σε όλο το χώρο.

Ο Κούπερ μαζεύτηκε κοντά στον Κλάριχαουν. Λάρι, κάνε κάτι! φώναξε. Σε παρακαλώ!

Ο Σάμιουελ και ο Άνταμ κατέβηκαν τα σκαλοπάτια και στάθηκαν απέναντί τους. Κρατούσαν λοστούς, ενώ ο νεαρότερος Κόγκλαν είχε χάσει ένα μέρος των μαλλιών του και το δέρμα του είχε φουσκαλιάσει εκεί που το άγγιξε η φωτιά.

– Ποιος διάολος είσαι εσύ; ρώτησε ο Σάμιουελ Κόγκλαν, κοιτώντας τον Λάρι.

Ο Λάρι πρότεινε το μπουκάλι στους Κόγκλαν. Ελάτε, πιείτε μαζί μας, τους είπε χαμογελαστός ως συνήθως. Όλοι χρειαζόμαστε λίγο κρασί ή λίγη μπίρα, για να ζήσουμε όμορφα και…

Ο Σάμιουελ Κόγκλαν πρόταξε τον λοστό και χτύπησε το χέρι του Λάρι. Το άδειο μπουκάλι εκτοξεύτηκε στην πέρα άκρη, εκεί που ήταν τα βαρέλια με τις μπίρες και έσπασε. Είπε: Πάψε, γέρο. Ετοιμάσου να φας κι εσύ ένα χέρι βρομόξυλο. Και μετά, το αγόρι μου θα περιλάβει το παλιόπαιδο του καταραμένου, του Ο’ Μπόιλαν. Και ύστερα, θα ολοκληρώσουμε ό,τι αφήσαμε ημιτελές στον επάνω όροφο.

Ο Λάρι, που είδε όλη την πορεία του μπουκαλιού, είπε: Κοίτα τι έγινε τώρα. Ανασήκωσε τους ώμους. Μεγάλη ατυχία, που όμως μπορεί να διορθωθεί. Έπιασε ένα άλλο μπουκάλι, γεμάτο αυτή τη φορά, και το πρότεινε στον υιό Κόγκλαν. Μπορείς να πιεις από αυτό το υπέροχο κρασί, νεαρέ, και…

Ο Άνταμ, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, χτύπησε το χέρι του Λάρι και το μπουκάλι έπεσε στο έδαφος και καταστράφηκε και όλο το ποτό χύθηκε.

Αυτή τη φορά, ο Λάρι δεν είδε τι ακριβώς συνέβη (δε χρειαζόταν κιόλας), αλλά έμεινε να παρατηρεί τους Κόγκλαν, μια τον πρεσβύτερο και μια τον γιο του. Η έκφραση του προσώπου του είχε αλλάξει. Τι είχε πει ο μπαμπάς: Αν τους ενοχλήσεις (δηλαδή, τους Κλάριχαουν), αλίμονο σου, νεαρέ. Αλίμονο σου αν πειράξεις τα ποτά του Λάρι.

– Αρκετά με τις ανοησίες! είπε ο Σάμιουελ Κόγκλαν. Άνταμ, ας τελειώνουμε με δαύτους.

– Ναι, πατέρα.

Ο Λάρι έδωσε το δικό του μπουκάλι στον Κούπερ. Δεν του είπε τίποτα, αλλά ο μικρός, που είχε δει το θυμωμένο ύφος του Λάρι, ήξερε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει. Απλά, πήρε το μπουκάλι και έκανε πίσω.

Οι Κόγκλαν επιτέθηκαν τη στιγμή που ο Λάρι κροτάλισε πάλι τα δάχτυλά του, ρίχνοντάς τους όλους στο σκοτάδι.

Ο Κούπερ άκουσε τις κραυγές των Κόγκλαν, μόνο που τώρα η μοναδική που ήταν θυμωμένη ήταν αυτή του Λάρι. Ο Κούπερ δεν τον είχε ακούσει ξανά να ουρλιάζει έτσι, όμως ήξερε ότι ήταν δική του. Αυτός ήταν που ένιωθε αδικημένος και εξοργισμένος. Έστω και έτσι, ακόμα και επειδή του είχαν πειράξει το ποτό του, ο Λάρι έκανε ό,τι περίμενε ο Κούπερ. Τιμωρούσε τους Κόγκλαν για τις πράξεις τους, κι όχι μόνο για αυτές στο σπίτι των Ο’ Μπόιλαν, μα και για ό,τι άλλο κακό είχαν προκαλέσει.

Οι άλλες φωνές, όμως, δεν ήταν θυμωμένες ή ικανοποιημένες. Όχι, ήταν φωνές πόνου και δακρύων. Σώματα έπεσαν στο έδαφος και κάνα δυο πράγματα πρέπει να έσπασαν. Μια ο Σάμιουελ και μια ο Άνταμ, ή και ταυτόχρονα, έσκουζαν σαν παιδιά που οι γονείς και οι δάσκαλοί τους τα χτυπούσαν με μανία για τις αταξίες που είχαν κάνει, μια σκέψη που ο Κούπερ την έβρισκε ταιριαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι Κόγκλαν πράγματι είχαν κάνει αταξίες. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά τόλμησαν να ενοχλήσουν το μοναδικό ίσως ον που δεν θα έπρεπε να πειράξουν. Αλλά δεν είχαν προσπαθήσει καν να σκεφτούν ποιος ήταν ο Λάρι, τι ήταν. Ούτε καν συλλογίστηκαν περαιτέρω το ότι ήταν ένας άγνωστος μέσα στο υπόγειο των Ο’ Μπόιλαν και τι μπορεί να γύρευε νυχτιάτικα εκεί, ή γιατί έπινε και φαινόταν τόσο ξέγνοιαστος. Όχι, τους είχε τυφλώσει η οργή που ο πατέρας του Κούπερ τους είχε ξεπεράσει στην παραγωγή ποτών, τόσο πολύ που η λογική τους τους είχε εγκαταλείψει, κι αυτό πλήρωναν τώρα. Ο Κούπερ, που είχε κλείσει τα αυτιά του πια, δεν ήξερε αν ήταν σωστό αυτό που είχε κάνει, αλλά ποιος άλλος θα τιμωρούσε τους Κόγκλαν όταν θα τελείωναν με τους γονείς του και με τον ίδιο; Το είχε σκεφτεί νωρίτερα και το σκέφτηκε και τώρα, και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα: χρειαζόταν κάτι άλλο για να τους αναλάβει δεόντως. Γιατί αλλιώς, θα συνέχιζαν να βλάπτουν όποιον τους ενοχλούσε.

Κάποτε σταμάτησαν οι φωνές και το φως επανήλθε. Ο Κούπερ χρειάστηκε ξανά λίγες στιγμές πριν αφήσει τα μάτια του ανοιχτά, αλλά και τότε δεν είδε τι είχε γίνει στο υπόγειο, δεν τον άφησε ο Λάρι.

– Νεαρέ αφέντη Κούπερ, μη σηκωθείς ακόμα, είπε στο παιδί. Κράτησε τα μάτια σου κλειστά. Ο Κούπερ το έκανε. Ύστερα, προς μεγάλη του έκπληξη, ο Λάρι σκαρφάλωσε στην πλάτη και πιάστηκε από το σβέρκο του. Ήταν αλλόκοτο, μα ήταν πολύ ελαφρύς. Την επόμενη στιγμή, τα κρύα χέρια του Λάρι κάλυψαν τα μάτια του Κούπερ. Είπε στο παιδί: Δεν πρέπει να δεις τι έγινε εδώ, νεαρέ αφέντη. Πάμε πάνω τώρα.

– Μα δε βλέπω… έκανε να πει ο Κούπερ, όμως συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν ίσχυε. Έβλεπε, αλλά όχι με τα δικά του τα μάτια. Οι τοίχοι δεν ήταν γκρίζοι πια, αλλά κόκκινοι και γεμάτοι χρυσό. Τα βαρέλια ήταν μεγάλα σεντούκια και τα μπουκάλια μικρά πουγκιά. Οι λάμπες είχαν μετατραπεί σε στρογγυλούς ήλιους. Κι η σκάλα που τώρα ανέβαιναν ήταν μια ευθεία προς τον ουρανό.

– Τι είχε πει ο μπαμπάς: Οι Κλάριχαουν είναι όντα με θαυμάσιες, μαγικές δυνάμεις, πολλές από τις οποίες τις αγνοούμε. Μπορούν να σου προσφέρουν την τύχη τους ή κάποια από τις ικανότητές τους, αν τους προσφέρεις καταφύγιο στο κελάρι σου.

Ο Λάρι πρόσφερε τις δυνάμεις του στον Κούπερ, οδηγώντας τον μακριά από τον θάνατο που είχε εισβάλλει στο υπόγειο, αλλά του έδειχνε τον κόσμο όπως τον έβλεπε εκείνος, ένας Κλάριχαουν, ένα πλάσμα των παραμυθιών της Ιρλανδίας. Έφτασαν στο ισόγειο, που έμοιαζε με παλάτι, μέχρι ο Λάρι να κατέβει από την πλάτη του Κούπερ και η όραση του αγοριού να επανέλθει στα ανθρώπινα μέτρα.

– Ας βρούμε τους γονείς σου, νεαρέ Αφέντη, είπε ο Λάρι, σιάζοντας το σκούφο του. Κι ας πιούμε όλοι, για να γιάνουν οι πληγές.

Καθώς ανέβαιναν, ο Κούπερ είδε ότι και ο Λάρι είχε μερικά χτυπήματα στο σώμα του, αλλά δεν ανησυχούσε. Κάτι του έλεγε ότι ο μικρός γεράκος με την κόκκινη φορεσιά του, μπορούσε να κάνει κι άλλα θαύματα.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:
Ο Κλαρκ Μέιχεμ γεννήθηκε το 1845. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, όπου και γνώρισε την μέλλουσα σύζυγό του, την Μάρτζερι. Μαζί έχουν αποκτήσει τρία παιδιά. Ο Κλαρκ έχει εργαστεί σε εφημερίδες της πόλης, με τα άρθρα του να έχουν ως κύρια θεματική την Λογοτεχνία. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, αλλά όποτε μπορεί ταξιδεύει με την σύζυγό του στο εξωτερικό.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading