-

Lullaby
Read more: LullabyΈξι παρά τέσσερα έδειχναν οι φωσφορούχοι δείκτες του ρολογιού, που χτυπούσε ρυθμικά, πάνω στο γραφείο. Αμυδρά φωτιζόταν το δωμάτιο, από το τον μαύρο, προχειροβαμμένο, φανοστάτη, που προσπαθούσε να ρίξει το ασθενικό, κίτρινο φως του, στο περιβάλλον. Απόκοσμα φάνταζαν τα κλαδιά των δέντρων που σείονταν από τις ριπές του αέρα. Απόκοσμο ήταν και το βλέμμα του…
-

Νέος Ουρανός
Read more: Νέος ΟυρανόςΞεχνάω. Τώρα τελευταία, όλο ξεχνάω. Με φοβίζει αυτό. Δεν ξέρω αν έζησα όσα έζησα ή αν ήταν αποκυήματα της φαντασίας μου. Προσπαθώ να θυμηθώ πρόσωπα, καταστάσεις, εποχές, μα μου είναι αδύνατο. Μόνο ασύνδετες σκηνές υπάρχουν και σκόρπιες, μέσα στο χρόνο, στιγμές. Όπως εκείνο το βράδυ που καθόμασταν με την Εύα στον λόφο κι αγναντεύαμε την…
-

Ατυχές Συμβάν (XI)
Read more: Ατυχές Συμβάν (XI)Βλέμματα νωχελικά. Σπασμένα. Συγχρονισμένες ανάσες, σαν να ‘ταν καιρό δουλεμένες. Το ασημένιο σταυρουδάκι είχε κολλήσει στο δέρμα της. Τράβηξε τζούρα ο Τάσος και του ζήτησε κι εκείνη. Την κοίταξε μελαγχολικά πριν της πασάρει το μισοκαπνισμένο τσιγάρο. Σμπαράλια όλα στο μυαλό του. Ούτ’ ήξερε τι έκανε, ούτε και γιατί το έκανε. Μόνο γνώριζε πως έπρεπε να…
-

Χωρίς να ξέρω (X)
Read more: Χωρίς να ξέρω (X)Προηγούμενο «… δεν σου έδιναν και το απολυτήριο μαζί; Τι σ’ έστειλαν εδώ με τόσες μέρες άδεια;» ρώτησε ο διοικητής του Βασίλη καθώς κοίταζε τα χαρτιά του. Είχε επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για να υπηρετήσει τις τελευταίες μέρες της θητείας του, μόνο που, σχεδόν όλες, ήταν οι άδειες που δεν είχε πάρει ποτέ. Έπιασε χαρτί…
-
Να τους δω να τρέχουν (IX)
Read more: Να τους δω να τρέχουν (IX)Προηγούμενο Κανείς δεν πήρε χαμπάρι πότε έφυγε ο Βασίλης. Την μία μέρα τον πήρε το μάτι κάποιου να σουλατσάρει μόνος στην γειτονιά, την άλλη είχε εξαφανιστεί. Δεν τον έψαξε η παρέα του. Ήξεραν ότι ήθελε να μείνει μόνος. Ήθελε χρόνο για τον εαυτό του, χρόνο να σκεφτεί, να δει πως θα πράξει στο μέλλον. Τότε, εκείνο…
-
Μηδέν (VIII)
Read more: Μηδέν (VIII)Προηγούμενο Παράξενοι είν’ οι δρόμοι των ανθρώπων κι ακόμη πιο παράξενα τα σταυροδρόμια τους. Εκεί που συναντιούνται για να πορευτούν μαζί κι έπειτα εκεί που αποχωρίζονται. Μυστήριες οι στιγμές που μοιράζονται και τα όσα δείχνουν ο ένας στον άλλο. Δεν έμαθαν να μιλάνε και να δείχνουν οι άνθρωποι, παρά μόνο να ζητάνε βουβά, να περιμένουν…
-
Κατάρρευση (VII)
Read more: Κατάρρευση (VII)Προηγούμενο «Θα σέβεσαι;» αντήχησε η κραυγή του Βασίλη στο μυαλό της Έλενας. Καθόταν έξω από το νοσοκομείο και κάπνιζε με χέρια που έτρεμαν. Κοίταζε φοβισμένα προς τον δρόμο, περιμένοντας την Νάντια και τον Πάνο. Τους είχε ειδοποιήσει από ένα καρτοτηλέφωνο. Ούτε που φανταζόταν πως θα κατέληγε εκεί, όταν, δύο ώρες νωρίτερα, ξεκινούσε από το σπίτι…

